Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άνθρωπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άνθρωπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Το μοίρασμα

Ο κυκλωπικός μας κόσμος, ο κόσμος της μονόφθαλμης εξουσίας της «οθόνης», αγκυλώνει τα σώματα και τις ψυχές και τα εξορίζει στην μοναξιά τους. Αυτό που πραγματικά χρειάζεται για να ανθίσει ένας άνθρωπος είναι η ανύψωσή του (η ένθεη ταυτοποίησή του) σε μια ίσως Διονυσιακή διάσταση, αυτή την εν κόσμο τρέλα, που ενθαρρύνει την συντροφικότητα και το πάθος και που άρει την μοναξιά σπάζοντας τα δεσμά ενός αδηφάγου και σαρκοβόρου συστήματος στο οποίο έχουμε εγκλωβιστεί. Να γιατί πολλές φορές γίνομαι αυτοαναφορικός, επειδή το μοίρασμα είναι η κοινή μας μοίρα.
Η αυτοαναφορική ματιά, η οποία συχνά με ακολουθεί και στην άσκηση της ψυχοθεραπείας, θέλει να δείξει πως το πλαίσιο μέσα στο οποίο υπάρχουν όλα τα υλικά σώματα και μέσα στο οποίο καθορίζεται η θέση τους είναι χωρο-χρονικό. Ο χώρος κι ο χρόνος ως πλαίσιο χρειάζεται να είναι ισορροπημένες έννοιες ως προς την δυναμική της πλαισίωσης των υλικών σωμάτων.
Παρατηρούμε ωστόσο στις μέρες μας μια εννοιολογική ενίσχυση της χρονικότητας έναντι του χώρου, η οποία ξεκίνησε από τις μεγάλες τεχνολογικές ανακαλύψεις της βιομηχανικής περιόδου και κορυφώνεται με την σημερινή «ψηφιοποίηση» της ύλης.
Η ισορρόπηση του χρόνου με τον χώρο επιτάσσει την αναγκαιότητα της επιστημολογικής στροφής από την αναλυτική σκέψη στην συνθετική. Η υπερ-ανάλυση της πραγματικότητας στην ουσία συρρίκνωσε ή εξαφάνισε την αντικειμενικότητά της, δηλαδή η ανάλυση οδήγησε σε μια κυριαρχία της έννοιας του αντικειμένου έναντι του ίδιου του αντικειμένου. Η χωρικότητα των αισθήσεων μας συνδέει βιωματικά με το εδώ και τώρα, δίχως βεβαίως να αφαιρεί την χρονικότητα τους, δηλαδή το ιστορικό και βιογραφικό μας βάθος.
Η εννοιολογική ερμηνεία επικράτησε της υλικότητας, παραδείγματος χάρη η έννοια του σώματος απέκτησε μεγαλύτερη βαρύτητα από το ίδιο το σώμα. Η εννοιολογικότητα οδήγησε σε μια υποβάθμιση της υλικότητας του σώματος. Η έννοια του σώματος υπερισχύει της πραγματικότητας του. Το ίδιο συνέβη με την εννοιολογική τοποθέτηση διαφόρων οντοτήτων -υλικών ή άυλων- οι οποίες ταυτίστηκαν περισσότερο με το ερμηνευτικό τους αποτύπωμα κι όχι με την φυσική ή κοινωνική ή πολιτισμική τους οντότητα.
Προκύπτει επομένως η ανάγκη για σύνθεση αντί της ανάλυσης. Η ανάλυση οδηγεί σε μια αντικειμενικότητα και η σύνθεση σε μια πραγματολογία. Η ανάλυση συστήνει το αντικειμενικά ορθό ενώ η σύνθεση προσεγγίζει το πραγματικό. Η αναλυτική ερμηνεία της πραγματικότητας οδηγεί σε ένα σχετικισμό ενώ η συνθετική σε μια πιο ρεαλιστική πραγματικότητα κι όπως αναφέρουμε στην εξελικτική συστημική προσέγγιση «όσο ο άνθρωπος προσεγγίζει την πραγματικότητα τόσο περισσότερο ανακαλύπτει τον εαυτό του».

Ξύπνα Γιώργη

Ξύπνα Γιώργη, ήταν τα τρυφερά λόγια του πατέρα μου κάθε πρωί στις πέντε τα χαράματα, ξύπνα παιδί μου, ήρθε η ώρα ν’ αρμέξουμε τα πρόβατα. Καλοκαίρια στα ορεινά της βόρειας Πίνδου, στα 1800 μέτρα υψόμετρο, με την θερμοκρασία να δείχνει περίπου έξι βαθμούς (τόσο υπολογίζαμε αργότερα, ως ταξιδιώτες στο ίδιο βουνό, γιατί τότε τη δεκαετία του 1970 δεν είχαμε θερμόμετρα που μετρούσαν την εξωτερική θερμοκρασίας. Μια ζωή σαν παραμύθι, το παραμύθι των παιδικών και νεανικών μου χρόνων. Όταν ήμουν παιδάκι, πριν το δημοτικό σχολείο, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι υπάρχουν άλλα επαγγέλματα, εκτός από τους βοσκούς και τους αγρότες. Είχαμε βέβαια στο χωριό και τον κουρέα, τον ράφτη, τον μπακάλη, τον φούρναρη, τον (αγροτικό) γιατρό, τη μαία κι άλλα επαγγέλματα που τώρα χάθηκαν. Ωστόσο αυτά που παίζανε κεντρικό ρόλο ήταν τα δύο πρώτα.

Η σχέση μας με τη γη και τα ζώα ήταν επομένως τόσο φυσική, όπως κι αυτή με τους ανθρώπους. Θυμάμαι τον πατέρα μου να λέει «πρώτα θα φάνε τα πρόβατα και μετά τα παιδιά». Ναι θα πει κάποιος, με άλλου είδους συνείδηση, ότι ήταν και είναι ζώα εκμετάλλευσης, προορίζονται για την θρέψη του ανθρώπου. Αλήθεια είναι αυτό. Όμως η αλήθεια αυτή δεν αναιρεί τον συναισθηματικό δεσμό των ανθρώπων με τα ζώα τους. Θυμάμαι ότι κάθε πρόβατο, από τα 500 περίπου, είχε το δικό του όνομα και όχι μόνο αυτό, είχε και τη δική του γενεαλογία. Γνωρίζανε σε βάθος χρόνου τους προγόνους κάθε προβατίνας. Ο πατέρας μου ήξερε να τα γιατροπορεύει, είχε κτηνιατρικές γνώσεις, έκανε ακόμη κι εγχειρήσεις στον εγκέφαλο των προβάτων για την λεγόμενη «βουρλαμάρα», ένα είδος σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας και μάλιστα με αξιοσημείωτη επιτυχία, γεγονός που τον έκανε περιζήτητο σε όλη την ευρύτερη περιοχή.

Οι τροφές που επιλέγανε για τα ζώα ήταν καθαρές, απεχθάνονταν τις συσκευασμένες ζωοτροφές ή εκείνες που γινότανε από διάφορα υπολείμματα. Τα ζώα όταν δεν βοσκούσανε έξω, τρώγανε στάρι, καλαμπόκι, τριφύλλι, βίκο.

Γύρω από το κοπάδι στηνόταν ένα ολόκληρος κόσμος, ένας πολιτισμός με μια ιδιαίτερη κουλτούρα γνώσεων, ηθών, παραδόσεων. Τα τσελιγκάτα ανασταίνανε ολόκληρες κοινότητες ανθρώπων, δίνανε πνοή στον τόπο και συνθέτανε ένα πολύβουο και πλούσιο σκηνικό. Έντονη παραγωγική και οικονομική δραστηριότητα, θρύλοι και παραδόσεις, πανηγύρια και θρησκευτικές δοξασίες, ανταμώματα και αποχωρισμοί. Μια κοινότητα ανθρώπων που βούιζε σαν ένα μελίσσι.

Η ποιμενική ζωή μοσχομύριζε ανάπτυξη, κοινωνική, οικονομική, πνευματική.

Από τότε βέβαια αλλάξανε πολλά, η ποιμενική ζωή και το επάγγελμα του κτηνοτρόφου έγινε αλλιώτικο. Η προβατοτροφία κράτησε πολλά από τα παλιά της χαρακτηριστικά, απέκτησε ωστόσο κι αυτή ένα πιο σύγχρονο πρόσωπο.

Το χειρότερο απ’ όλα όμως είναι ότι εκχερσώθηκε. Μοιάζει σαν η γη και τα ζώα πλέον να θεωρούνται κάτι ξεπερασμένο έως και ξιπασμένο. Και οι άνθρωποι που μοχθούν μαζί της να θεωρούνται μπανάλ.

Θυμάμαι πόσο δύσκολο ειδικά τις δεκαετίες της «ευμάρειας» οι άντρες βοσκοί να βρουν μια γυναίκα να παντρευτούν. Ο τσέλιγκας έχασε την υπόσταση και το κύρος που είχε άλλες εποχές. Από την άλλη όμως η κάθε γκουρμεδιά του Κολωνακίου από τα προϊόντα αυτού του τσέλιγκα ή εκείνου του αγρότη φτιάχνεται. Κι όχι μόνο η γκουρμεδιά, αλλά και το απλό καθημερινό φαγάκι που χορταίνει κάπως την πείνα του λαού μας.

Εκτός κι αν έχουμε πιστέψει στο παραμύθι ότι ο τουρισμός είναι το άρμα της οικονομίας μας. Ε, αν το πιστεύουμε σίγουρα θα πεινάσουμε. Δεν είναι δυνατόν σήμερα να εισάγουμε ένα μεγάλο μέρος βασικών διατροφικών προϊόντων, σε μια χώρα που θα μπορούσε να είναι ο απόλυτος αγροτοδιατροφικός παράδεισος.

Η τουριστική ανάπτυξη μυρίζει μούχλα, τσετσιπωσιά, εκμετάλλευση κι έχει απομακρύνει τους ανθρώπους από την ουσία της ύπαρξής τους. Έχει ρημάξει τον τόπο, την ηθική μας και έχει κατακερματίσει τις συνειδήσεις και τη συλλογική κουλτούρα κάθε επιμέρους κοινωνία. Αλλά φέρνει χρήματα, επενδύσεις στα νησιά μας, στις πόλεις μας και εσχάτως θέλουν να βάλουν χέρι και στα βουνά μας, θα φέρουν κι εκεί την ανάπτυξη. Όχι που θα τα αφήνανε στους τσοπαναραίους.

Ο τόπος μας χρειάζεται ανάσες, χρειάζεται ανατροπές, κοντολογίς χρειάζεται όλοι μαζί, ακόμη κι αν ταλαιπωρηθούμε, όχι απλά να σταθούμε δίπλα κι αλληλέγγυοι στους αγώνες των αγροτών και των κτηνοτρόφων, αλλά να αγωνιστούμε το ίδιο, όπου κι όπως μπορούμε. Παρεμπιπτόντως δεν γίνεται να αλλάξουν τα πράγματα αν δεν ταλαιπωρηθούμε και πρωτίστως αν δεν αγωνιστούμε.

Και κάτι ακόμη, η κυβέρνηση βλέπει τους αγρότες ως καθρέπτη του εαυτού της, βλέπει δηλαδή μια τρομοκρατική οργάνωση. Και δίκιο έχει, καθώς το κλέψιμο του κρατικού χρήματος και το ξέπλυμα, σε τέτοιου είδους οργάνωση παραπέμπουν. Και μάλιστα το πιο κωμικοτραγικό είναι αυτή η ωμή κοροϊδία που μας κάνουν, αυτή που φωνάζει ο κλέφτης να φοβηθεί ο νοικοκύρης. Αυτή που μια μάνα δίνει στο παιδί της κάτι λίγα χρήματα να αγοράσει μια Φεράρι, γιατί είναι μια άξια μάνα που δουλεύει σκληρά για το παιδί της κι όχι μόνο αυτό, αλλά είναι από μια τυχερή οικογένεια που πιάνει το τζόκερ στον αέρα.

Τελευταία φορά που πήγα στο χωριό μου, το ιστορικό Κιλελέρ, στη γειτονιά που είναι το πατρικό μου σπίτι υπάρχει μια σκληρή εγκατάλειψη. Κάποτε εκεί έσφυζε από ζωή. Άνθρωποι, ζώα, δραστηριότητες. Κάπως έτσι μαραζώνει η ύπαιθρος και τα χωριά μας. Και φανταστείτε ότι το δικό μου δεν είναι ένα μικρό χωριό, ακόμη έχει ανθρώπους που παλεύουν να το κρατήσουν όρθιο και ευτυχώς μεταξύ αυτών και αρκετούς νέους ανθρώπους. Δεν είναι όμως ζωντανό, δεν είναι ακμαίο, δεν έχει προοπτική.

Να θυμόμαστε όμως αν κάθε ελληνικό χωριό, έως και το πιο απομακρυσμένο, αν αυτή η χώρα στο σύνολό της δεν παράγει, τότε ίσως δεν έχει μέλλον.

Στο γραφείο άνθρωποι που χάσανε το βιός τους, δεν ξέρω ακριβώς γιατί, ίσως κάπου διαβάσανε στο «βιογραφικό» μου για την κτηνοτροφική μου καταγωγή. Ο θρήνος τους είναι μεγάλος, όπως και η οργή τους. Θέλω να στείλω ένα μήνυμα σε αυτούς που δεν μπορούν να κατανοήσουν την σύνδεση του βοσκού με το κοπάδι του, ότι αυτοί οι άνθρωποι και πονάνε και πεινάνε. Η θανάτωση των ζώων είναι για κάποιους μια διοικητική απόφαση, αλλά για εκείνους ισούται με το ξερίζωμα της καρδιάς τους. Μόνο έτσι μπορώ να το δω κι έτσι μόνο θα έπρεπε να το βλέπουν κι όλοι αυτοί που δεν μπορούν να αντιληφθούν το μέγεθος της συμφοράς. Κι εύχομαι να μην το αντιληφθούν μόνο από τις μοιραίες συνέπειες στο δικό τους πορτοφόλι.

Ποδαρικό

Μέσα το καλό κι έξω το κακό. Μια παλιά συνήθεια είναι οι άνθρωποι να πιστεύουν στην καλή τύχη που φέρνει εκείνος που πρώτος θα μπει στο σπιτικό τους. Οι ρίζες αυτής της μανιχαϊστικής αντίληψης βρίσκονται στο Βυζάντιο και κυρίως στην ανάγκη των ανθρώπων να ελέγξουν τη μοίρα τους με εξωγενείς τρόπους.
Ας δούμε τι έκανε ποδαρικό στην Ελλάδα μας φέτος: οι αυξητικές τάσεις της ακρίβειας, εορτασμοί που αυξάνουν την ψυχική εξωστρέφεια και εκτονώνουν την οργή, οι αγρότες στους δρόμους, με ένα ξέφρενο κυνηγητό από την προπαγάνδα της κυβέρνησης για το «κακό» που κάνουν στην ελληνική οικονομία με τις «παραβατικές» τους πράξεις (άραγε η εξέγερση των αγροτών στο Κιλελέρ, κάποτε, ήταν κι αυτή μια παραβατική στάση;), ο διχασμός των Ελλήνων σε αντι-Καποδιστριακούς και Καποδιστριακούς, εννοώντας την ταινία του Σμαραγδή, κι άλλα πολλά.
Ξεκινώντας την ανάλυσή μου από την ταινία, κι εν μέσω διχασμών και προβληματισμών, αυτό που κρατάω περισσότερο είναι η εικόνα των ρακένδυτων Ελλήνων που φιλούν το χέρι του Κυβερνήτη, του μπάρμπα Γιάννη, προσδοκώντας από εκείνον τα πάντα. Αυτό για μένα είναι ραγιαδισμός, και, παρότι έχει τεράστια σημασία εάν ο ηγέτης είναι έντιμος και αγαπά τον τόπο, ή κοτζαμπάσης, ο ραγιαδισμός είναι ίδιος, προσκυνάει και το καλό και το κακό, και αφήνει την εξουσία στα χέρια τους, με την ίδια ευκολία.
Οι αγρότες έχουν φτιάξει ένα αρραγές μέτωπο αντίδρασης και παλεύουν για αιτήματα που ξεπερνούν τη δική τους επιβίωση. Αιτήματα που έχουν να κάνουν με τη γενικότερη ανάπτυξη αυτού του τόπου και κυρίως με τις θεσμικές αγκυλώσεις που συνεχίζουν να υπάρχουν από τότε που ιδρύθηκε το νεοελληνικό κράτος, όπως ο ραγιαδισμός, το πελατειακό κράτος, το κράτος λάφυρο των κομμάτων και των ελίτ.
Γνωρίζετε φαντάζομαι ότι ένας βουλευτής (κι αν είναι υπουργός ακόμη περισσότερο) έχει στο γραφείο του εξειδικευμένα πόστα για κάθε ρουσφέτι: θέλεις να σου μεταθέσουν το παιδί σου σε στρατόπεδο δίπλα από το σπίτι σου (να μην κουράζεται το καημένο) θα πας σε εκείνο το πόστο, θες να εργαστείς στα διόδια (ναι καλά ακούσατε, για να εργαστείς στο κουβούκλιο των διοδίων χρειάζεται βουλευτικό μέσο) ή σε κάποια άλλη επιχείρηση (διασυνδεδεμένη με την εξουσία) σε εκείνο το πόστο, είσαι από τους πιο εκλεκτούς που μπορεί και να σε «βάλουν» στο δημόσιο, με συμβάσεις, μη φανταστείτε κάτι καλύτερο, τότε μπορεί να σε δει και ο ίδιος ο βουλευτής. Θες να σπρώξεις ένα ζήτημα που αφορά το δημόσιο, στο άλλο πόστο, κ.ο.κ. Δηλαδή όλος ο μηχανισμός της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ενεργεί προς αυτές τις κατευθύνσεις κι όχι προς τη συλλογική ανάπτυξη αυτού του τόπου, για την οποία βεβαίως οι τοπικοί άρχοντες κόπτονται και κάνουν και επερωτήσεις στη βουλή (κάτι σαν το χέστηκε η φοράδα στ’ αλώνια).
Γνωρίζετε φαντάζομαι ότι ενώ ο γενικός πληθυσμός πληρώνει πολλούς φόρους, η οικονομική ελίτ απαλλάσσεται από αυτούς, καθώς το κεφάλαιο στην Ελλάδα, εκτός κάποιων φωτεινών περιπτώσεων σε μακρινές εποχές, δεν λειτουργεί πατριωτικά, δεν επανεπενδύει τα χρήματα στον τόπο, δεν λειτουργεί αλληλέγγυα.
Γνωρίζετε φαντάζομαι ότι η διαφθορά στην Ελλάδα καθορίζει την οικονομική λειτουργία του κράτους προς όφελος βεβαίως ολίγων ημετέρων, βλέπε κατασκευαστικές εταιρείες, εταιρείες φαντάσματα που μασουλούν επιδοτήσεις, κ.ο.κ..
Πόσο έτοιμη είναι η ελληνική κοινωνία να εγκαταλείψει τον ραγιαδισμό της και να μεταθέτει την εξουσία της στους λίγους; Πόσο είναι έτοιμη να εγκαταλείψει τους διχασμούς και τις διαιρέσεις και να μονιάσει, να δημιουργήσει ένα συμπαγές μέτωπο που θα επιτρέψει τη μετάβαση στην οργάνωση ενός διαφορετικού κράτους, μακριά από τη χειραγώγηση των κομμάτων. Μάλλον καθόλου έτοιμη, παρ’ όλο που η θετική στάση υπέρ των αγροτών δείχνει κάποια σημάδια κατανόησης, αλλά όχι συμμετοχής στον κοινό αγώνα.
Διαχρονικά υποστηρίζω ότι ένα από τα σημαντικότερα -συμβολικά και κυριολεκτικά- διακυβεύματα της μετάβασης αυτής είναι να ξεδοντιάσουμε το πελατειακό σύστημα. Κανείς μα κανείς να μην απευθύνεται στα βουλευτικά ή κομματικά γραφεία για κανένα προσωπικό λόγο. Μη δίνεται την εξουσία σ’ αυτούς που έπειτα κατηγορείται ότι δεν υπερασπίζονται τα συλλογικά (άρα και τα ατομικά) σας συμφέροντα.
Χρειάζεται φέτος να αποφασίσουμε εάν θα μας κάνει ποδαρικό ο ραγιαδισμός ή η αγωνιστική συσπείρωση για να αλλάξουμε όλα τα παραπάνω. Ο Κολοκοτρώνης είπε στον Καποδίστρια όταν αφιχθεί στην Ελλάδα «ήρθες σε ένα πολύ όμορφο τόπο, αλλά πατάς πάνω σε σκατά». Αυτή είναι η Ελλάδα μας, ένας όμορφος τόπος που επιτρέπουμε να κοπρίζουν οι επιτήδειοι. Προσωπικά είμαι σχετικά απαισιόδοξος για τη πιθανότητα να μονιάσουμε και να δούμε τους πραγματικούς «εχθρούς», ωστόσο φύσει αισιόδοξος ελπίζω ο ραγιαδισμός να μπει σε όλο και λιγότερα σπίτια φέτος και να κάνει ποδαρικό η αλήθεια και η αντίσταση.
ΥΓ: όπως δεν αφήνω την ευθύνη στην εξουσία της κυβέρνησης, έτσι δεν της αποδίδω κι όλη την ευθύνη. Η ευθύνη είναι μια συλλογική έννοια που ξεκινά από την κουλτούρα, την παιδεία, την απόφαση να φτιάξουμε ένα λειτουργικό κράτος, με μηχανισμούς λειτουργίας που δεν θα ελέγχονται από τα κόμματα, αλλά από την ίδια την κοινωνία. Η αλλαγή χρειάζεται να ξεκινήσει από τον καθένα ξεχωριστά…

Καιρός να φτιάξουμε νέο συκώτι

Έχω επανειλημμένα γράψει για τη ζωή των κτηνοτρόφων και την ιδιαίτερη σχέση τους με τα ζώα. Μου προκαλεί πάντα μια συγκίνηση η -κατά τ’ άλλα δύσκολη- ζωή τους. Η σύνδεση με τη φύση, τον κύκλο της παραγωγής και της ζωής, είναι ένας μεγάλος δάσκαλος που είχα την τιμή να μαθητεύσω στα μικρά μου χρόνια. Παράλληλα με τη «φύση και τα ζώα» οργανώνεται κι ο κοινωνικός βίος και ο ψυχισμός των ανθρώπων. Πάνε χέρι χέρι η φύση με την κοινωνία.
Τούτη την περίοδο οι κτηνοτρόφοι μας βιώνουν έναν άδικο αφανισμό. Έναν αφανισμό που δεν χωρά στο νου, δεν χωρά πουθενά. Έναν αφανισμό που δεν μπορεί να μεταβολιστεί σε κάτι, παρά αφήνει τους ανθρώπους μετέωρους, μέσα κι έξω, ψυχικά και κοινωνικά.
Πριν λίγο καιρό αυτοκτόνησε ένας άνθρωπος επειδή λίγες μέρες πριν του θανατώσανε το βιός του. Του θανατώσανε τον βίο του, τη ζωή του. Είναι πολύ εύκολο να ερμηνεύουμε τέτοια γεγονότα με ψυχολογικούς όρους και να επιρρίπτουμε την ευθύνη στην «ψυχική ευαλωτότητα» των ανθρώπων. Ωραίο άλλοθι για τις πολιτικές που σκοτώνουν.
Δεν μπορούμε να δούμε όμως αυτή την αυτοκτονία ως απόρροια ψυχικής ευαλωτότητας. Είναι μια πράξη απόγνωσης, μια πράξη που ερμηνεύεται με υπαρξιακούς κι όχι με ψυχολογικούς όρους.
Τα ζώα ήταν η ζωή του, αναφέρει συντετριμμένος ο αδελφός του. Και τη ζωή του του την πήρανε. Έφυγε από τον καημό του. Η ρίζα της λέξης καημός είναι το «καίω».
=Είναι μεγάλος ο γιαλός είναι μακρύ το κύμα είναι μεγάλος ο καημός κι είναι πικρό το κρίμα=
Αυτός ο άνθρωπος κάηκε μέσα στη φωτιά που άναψαν οι πολιτικές αποφάσεις. Σαν αυτές που επίσης, μόλις χθες, ψηφίστηκαν για τη λεγόμενη συμφωνία «Μερκοσούρ», παρά ίσως τις αντίθετες διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης. Θα κλάψουν κι άλλες μανούλες, αυτό διαμηνύει αυτή η απόφαση, αλλά ποιος νοιάζεται, οι άνθρωποι είναι αναλώσιμοι, σημασία έχει το κέρδος. Α, και το δίκιο του ισχυρού!!!
Η λαϊκή έκφραση του πόνου είναι παραπάνω από τις ψυχολογικές ερμηνείες. Τον άνθρωπο αυτόν τον έφαγε το άδικο, δεν είχε κατάθλιψη, ούτε ψυχολογικά προβλήματα. Τον έκαψε το αδιέξοδο αίσθημα ενός πόνου που δεν βρίσκει παρηγοριά, που δεν βρίσκει διέξοδο. Ενός πόνου που κατακλύζει όχι μόνο τον ψυχισμό, αλλά όλη την ύπαρξη και αποστερεί από τον άνθρωπο το νόημα. Αυτό το αίσθημα ανημποριάς που δημιουργεί η πλήρη σύνθλιψη και ταπείνωση που νιώθει ένας άνθρωπος όταν του αφαιρούν τη αξιοπρέπειά του.
Μπείτε στη θέση του…
Πως θα νιώθατε…
Τέτοιου είδους στεναχώριες χρειάζονται συλλογική νοηματοδότηση, δεν παλεύονται ατομικά. Απαιτούν συλλογική αφύπνιση και θεσμική δικαίωση. Μόνο η δύναμη των πολλών και η άρση της αδικίας μπορούν να λειτουργήσουν θεραπευτικά. Οι Έλληνες χρειάζεται να φτιάξουμε γερό συκώτι, το μόνο όργανο που μπορεί να αναγεννάτε. Όσο κι αν οι θεοί της εξουσίας το κατατρώνε, αυτό μπορεί να αναγεννηθεί, όχι μόνο τιμωρητικά, αλλά και αναγεννησιακά. Το «νέο συκώτι» της κοινωνίας μας σήμερα μπορεί να είναι η έκφραση κάθε μορφής αντίστασης σε ότι μας καταδυναστεύει. Αντίσταση στο κακό, πριν αυτό μας καταβάλλει.

Γαία πυρί μειχθήτω

Η ορθοδοξία δεν μας ενώνει
Το δίκιο δεν μας ενώνει
Ο πολιτισμός (κουλτούρα) δεν μας ενώνει
Η παιδεία δεν μας ενώνει
Η ιστορία δεν μας ενώνει
Η γλώσσα δεν μας ενώνει (😉
Η δημοκρατία δεν μας ενώνει
Η ηθική δεν μας ενώνει
Η αλήθεια δεν μας ενώνει
Ο πόνος δεν μας ενώνει
Παντού διχασμοί και διαιρέσεις.
Τι μας απομένει (ιστορικά αποδεδειγμένο) μήπως και ενωθούμε: ο κίνδυνος (οι βάρβαροι)
ΥΓ: Οι εθνικές ομάδες ποδοσφαίρου, μπάσκετ, πόλο, (ίσως) το καταφέρνουν για λίγο όμως, κι έπειτα από ένα μεγάλο θρίαμβο.
ΥΓ2: Υπάρχουν πολλές αιτίες, κοινωνικο-ιστορικές, που δεν μας το επιτρέπουν αυτό, όπως ο ραγιαδισμός και η εγκατάλειψη του κράτους στα κόμματα και στις αντιπατριωτικές ομάδες εξουσίας.
Άλλοι λόγοι είναι α) η ασυνέχεια της συλλογικής μας ταυτότητας. Το εθνικό «εμείς» δεν συγκροτήθηκε ποτέ ως μια σταθερή αφήγηση, παρά εναλλασσόταν ανάμεσα σε μια στείρα αρχαιολατρία, που δεν εξελίχθηκε δημιουργικά, μια αποσπασματική ορθόδοξη παράδοση, η οποία δεν κατάφερε να ενσαρκωθεί πολιτικά κι ένα δυτικό μιμητισμό που εισήλθε βίαια και δεν αφομοιώθηκε αρμονικά στη δική μας παράδοση.
β) έχουμε αναπτύξει διαγενεακά ένα μοτίβο επιβίωσης κι αντοχής κι όχι μια συλλογική προοπτική ανάπτυξης. Και μάλιστα ένα μοτίβο που αφορά μόνο τη «διάσωση» της οικογένειας και των δικών μας ανθρώπων κι όχι του συνόλου.
γ) η δαιμονοποίηση των κρατικών θεσμών, καθώς αυτοί βιώνονται όχι ως κοινό εργαλείο άσκησης εξουσίας, αλλά ως κάτι ξένο, εχθρικό, που πρέπει είτε να καταληφθεί είτε να αποφευχθεί. Και βέβαια, μοιραία, μια τέτοια εξουσία έχουμε πάντα.
δ) έχουμε αναπτύξει μια περίεργη ηθική που μας κατατάσσει στα θύματα της ιστορίας. Τα συλλογικά τραύματα (κατοχές, εμφύλιος, δικτατορία, κρίσεις) δεν μετασχηματίστηκαν σε γνώση, αλλά σε μια παθητική στάση «Δεν φταίμε εμείς, αλλά πάντα φταίει κάποιος άλλος».
Η θυματοποίηση μπορεί να μας ενοποιεί πρόσκαιρα, αλλά εμποδίζει στην ανάληψη της ευθύνης και μετατρέπει κάθε διαφωνία σε εχθρότητα.
ε) είμαστε γενναίοι όταν πρόκειται να διεκδικήσουμε την αναξαρτησία μας, δεν έχουμε μάθει όμως να χτίζουμε την ελευθερία μας. Η ελευθερία, και η δημοκρατία αντίστοιχα, δεν βιώθηκαν ως συμμετοχή σε ένα κοινό πλαίσιο, αλλά ως μια συνθήκη δυνητικής ασυδοσίας.
στ) διαφωνούμε άγαρμπα και εγωιστικά. Δεν μάθαμε να διαφωνούμε χωρίς να ακυρώνουμε τον άλλο, να συγκρουόμαστε χωρίς να διχαζόμαστε και να ακούμε με διάθεση συναίνεσης την διαφορετική άποψη. Γι’ αυτό και κάθε αντίθεση ή διαφορά μεταμορφώνεται σε ρήγμα ταυτότητας.
ζ) υπάρχει επίσης και ένα έλλειμμα κοινής στρατηγικής για το μέλλον. Δεν υπάρχει συλλογική εικόνα για το που πάμε. Χωρίς χάραξη ενός κοινού μέλλοντος όμως το παρόν γίνεται πεδίο σύγκρουσης. Και φυσικά στην αναμπουμπούλα το μέλλον το σχεδιάζουν οι λίγοι, όπως εκείνοι το επιθυμούν.

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι

Επιστρέφοντας από το Αργοστόλι, έπειτα από μια συγκινητική εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου μου, περάσαμε από την πόλη του Μεσολογγίου, μόνο και μόνο για να δούμε δύο πίνακες με θέμα την ηρωική έξοδο της 10ης Απριλίου του 1826. Ο πρώτος πίνακας είναι του Ντελακρουά, «η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου» και ο δεύτερος του Βρυζάκη, «η έξοδος του Μεσολογγίου».
Οι πίνακες μας μάγεψαν και μας δημιουργήσανε μια έντονη συγκίνηση. Καθώς περιδιάβαινα με το νου μου εκείνες τις συγκλονιστικές στιγμές της «εξόδου» έγραψα τις παρακάτω αράδες.
Διακόσια χρόνια έχουν περάσει από τη στιγμή που οι πολιορκημένοι του Μεσολογγίου ύψωσαν το ανάστημά τους απέναντι στην ιστορία και στον ίδιο το θάνατο. Η κραυγή «Ελευθερία ή θάνατος» δεν ήταν απλώς ένα σύνθημα, αλλά ένα ηχηρό σημάδι μιας βαθιάς υπαρξιακής στάσης. Ήταν η τελική υπέρβαση του ανθρώπου που υπερασπίζεται το νόημα της ζωής του, μαχόμενος με το θάνατο. Στην Έξοδο του Μεσολογγίου, οι άνθρωποι εξαντλημένοι από την πείνα και την απόγνωση, αλλά χορτασμένοι από αξιοπρέπεια, επέλεξαν να βαδίσουν προς το άγνωστο, μετατρέποντας το θάνατο σε πράξη ελευθερίας και την απώλεια σε μνήμη αθανασίας.
Η ημέρα που επιλέξανε την ηρωική έξοδο ήταν το βράδυ προς την Κυριακή των Βαΐων. Η θριαμβευτική είσοδος του Ιησού στα Ιεροσόλυμα και η νίκη της ζωής έναντι του θανάτου (με την ανάσταση του Λαζάρου), φώτιζε την έξοδο εκείνων των ανθρώπων προς τη δική τους «ανάσταση».
«Η τελευταία μας ώρα ήγγικεν», θα γράψει ο Ελβετός φιλέλληνας Ιωάννης Μάγερ, συνεχίζοντας πως «η ιστορία θέλει μας δικαιώσει και οι μεταγενέστεροι θέλουν ελεεινολογήσει την συμφοράν μας. Εγώ δε καυχώμαι, διότι εντός ολίγου το αίμα ενός Ελβετού, ενός απογόνου του Γουλιέλμου Τέλλου, μέλλει να συμμιχθή με τα αίματα των ηρώων της Ελλάδος…».
Στεκόμενος σήμερα, ως άνθρωπος μιας εποχής πιο «εύκολης» και ταυτόχρονα περισσότερο πολύπλοκης, δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ, τι είναι αυτό που γεννά θάρρος και κάνει τους ανθρώπους γενναίους; Ποια εσωτερική δύναμη μεταμορφώνει το φόβο σε πράξη;
Ζούμε σ’ ένα κόσμο όπου η ανθρώπινη συμπεριφορά αναλύεται, κατηγοριοποιείται, ερμηνεύεται και μπαίνει εύκολα στη φόρμα της ψυχολογικοποίησης. Πως να εξηγήσουμε όμως τέτοιες πράξεις μόνο με ψυχολογικές ερμηνείες. Δεν επαρκούν οι ψυχολογικοί όροι και τα ψυχολογικά σχήματα να χωρέσουν τη συλλογική αίσθηση μιας ηρωικής πράξης, καθόσον το ηρωικό ανάστημα δεν έρχεται απλώς ως αποτέλεσμα των συνθηκών, αλλά ως υπέρβαση των συνθηκών. Σαφώς τον ήρωα τον γεννά η εποχή, όμως δεν είναι μόνο ο καιρός, ούτε μόνο η ιστορική συγκυρία, ο γεννήτορας. Είναι κυρίως η αίσθηση του «μαζί», της κοινότητας, της πατρίδας, της οικογένειας, της ρίζας και της συνέχειας. Είναι η βαθιά ριζωμένη εμπειρία ότι η ζωή δεν εξαντλείται στο άτομο, αλλά εκτείνεται σε κάτι μεγαλύτερο, σε κάτι που αξίζει να διασωθεί ακόμη και με το ύστατο τίμημα.
Και πάνω απ’ όλα, είναι το νόημα. Το νόημα της ελευθερίας, το νόημα της αξιοπρέπειας, το νόημα της συμμετοχής σε κάτι που ξεπερνά το εφήμερο της ύπαρξης μας. Όταν ο άνθρωπος συνδέεται με αυτά τα νοήματα, ο φόβος του θανάτου υποχωρεί, όχι γιατί παύει να υπάρχει, αλλά γιατί παύει να βιώνεται ως ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Ο πραγματικός θάνατος είναι άλλος, είναι η απώλεια του νοήματος, η αποσύνδεση από το «εμείς», η μοναξιά ενός βίου χωρίς ρίζες και χωρίς προορισμό.
Σήμερα, οι δικές μας πολιορκίες δεν έχουν τείχη και κανόνια απέναντι, αλλά τη μορφή της αποξένωσης, της αβεβαιότητας και της απώλειας προσανατολισμού. Και οι δικές μας «έξοδοι» δεν είναι συνήθως θεαματικές, αλλά σιωπηλές και εσωστρεφείς. Η δική μας «έξοδος» είναι η διαρκής επιλογή να στεκόμαστε όρθιοι μέσα σε έναν κόσμο που μας θέλει παθητικούς και μόνους. Είναι η απόφαση να διατηρούμε την αξιοπρέπειά μας, να νοηματοδοτούμε τις ζωές μας και να συνδεόμαστε με τους άλλους ουσιαστικά.
Αν η σύγχρονη -αόρατη- μορφή πολιορκίας είναι η χειραγώγηση που καλλιεργεί το φόβο, η απομόνωση που παρουσιάζεται ως ασφάλεια, η «εύκολη» γνώση που αντικαθιστά τη βαθιά κατανόηση, και η σταδιακή εξοικείωση, έως απάθεια, με τον πόνο, τότε οι «έξοδοι» δεν μπορεί παρά να είναι βαθιά εσωτερικές και ταυτόχρονα βαθιά πολιτικές με την ευρεία έννοια του όρου. Η σύγχρονη έξοδος αφορά τον τρόπο που υπάρχουμε μέσα στον κόσμο και συνυπάρχουμε με τους άλλους.
Η μεγαλύτερη πράξη ελευθερίας σήμερα είναι να παραμένουμε ψυχικά κινητοποιημένοι. Να μη συνηθίσουμε και να μην ανεχόμαστε κανένα σύγχρονο «τέρας», από την απάθεια, τον ατομισμό, τον κυνισμό και την αποξένωση έως το φασισμό της ύπαρξης, δηλαδή την ομογενοποίηση, τη λατρεία της ισχύος και την αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων. Κι εν τέλει να μη γίνουμε αδιάφοροι, αλλά να κρατάμε ζωντανή την ικανότητά μας να σκεφτόμαστε, να αισθανόμαστε και να σχετιζόμαστε.
Υπό αυτή την έννοια οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι στο θυσιαστήριο του Μεσολογγίου ανασύρονται στην ιστορική μας μνήμη ως μια διαρκής υπενθύμιση της δυνατότητας του ανθρώπου να ζει ελεύθερος. Ως μια διαρκής υπενθύμιση ότι ακόμη και μέσα στους περιορισμούς και στις νέες «πολεμικές» συνθήκες που μας πολιορκούν, μπορούμε να παραμείνουμε ελεύθεροι, αν κρατήσουμε ζωντανό το νόημα. Διακόσια χρόνια μετά, το ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να γίνουμε ήρωες όπως εκείνοι, αλλά αν μπορούμε να ζήσουμε με σημαία την ίδια αλήθεια. Αν δηλαδή μπορούμε να επιλέξουμε, στις δικές μας κρίσιμες στιγμές, όχι απλώς την επιβίωση, αλλά την ουσία της ζωής.
Η ζωή δεν καταναλώνεται, βιώνεται.
Γιώργος Γιαννούσης, ψυχολόγος-ψυχοθεραπευτής-συγγραφέας

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2018

Αλληλεγγύη: το φώλι της ελπίδας


Την ίδια ώρα που θα έλεγε κανείς πως η ελληνική κοινωνία κοιμάται, δεν αντιδρά, δεν νοιάζεται, ξαφνικά μπροστά σε μια μεγάλη ανάγκη ενός μικρού παιδιού, κινητοποιείται μια ολόκληρη πόλη με αμεσότητα και ταχύτητα. Η ανθρωπιά, το νοιάξιμο κι ο σεβασμός ξεχειλίζουν από μια κοινωνία που δείχνει, γενικώς, αργά αντανακλαστικά και μοιάζει να είναι σε λήθαργο. Πως όμως εξηγείται αυτή η αντίφαση στις αντιδράσεις;
Είναι αλήθεια πως η ελληνική κοινωνία βρίθει αντιφάσεων και παλινδρομεί μεταξύ αλληλεγγύης και ατομικισμού. Όποια όμως πλευρά επιλέγει την υπηρετεί με πάθος.
Με αφορμή τη συγκεκριμένη πράξη αλληλεγγύης θυμήθηκα την αφήγηση ενός άντρα πριν από χρόνια στο γραφείο μου, ο οποίος μου περιέγραφε με πολλή συγκίνηση την αλληλεγγύη μεταξύ των κατοίκων του χωριού του. Πρόσφυγες όλοι τους από τη Μικρά Ασία είχαν βιώσει τον πόνο του ξεριζωμού και είχαν αντιληφθεί την αναγκαιότητα της αλληλεγγύης προκειμένου να τα καταφέρουν στον ξένο τόπο. «Αν κάποιος αρρώσταινε, τότε όλο το χωριό θα πήγαινε να κάνει το χωράφι του, να μαζέψει τη σοδιά του και να φροντίσει για όλες του τις ανάγκες», έλεγε με υπερηφάνεια για το νοιάξιμο που έδενε όλους τους κατοίκους του χωριού.
Η αφήγηση αυτή μας δείχνει πως η αλληλεγγύη είναι μια συνθήκη που κυρίως υπηρετεί την κοινωνική συνοχή και τη συλλογικότητα. Καθώς, όπως έλεγε ο Θουκυδίδης, η συλλογική ευτυχία είναι πάνω από το ατομικό καλό. Η συνθήκη του κοινού καλού επιτάσσει στις κοινωνίες να επιζητούν την επούλωση των πληγών που δημιουργούνται στο κοινωνικό σώμα, γιατί ένα σώμα μπορεί να αρρωστήσει ολόκληρο όταν νοσεί ένα μέρος του.
Αλληλεγγύη σημαίνει να δίνεις ένα χέρι βοηθείας σε όποιον το έχει ανάγκη, τόσο για την αποκατάσταση μιας επείγουσας κατάστασης, όσο και για την αίσθηση ασφάλειας που πηγάζει από τέτοιου είδους συμπεριφορές, την αίσθηση, με άλλα λόγια πως το άτομο δεν είναι μόνο του και απροστάτευτο, αλλά μέρος μιας υγιούς κοινωνίας που στο μέτρο του δυνατού θα σκύψει πάνω από οποιοδήποτε πρόβλημα. Μιας κοινωνίας όπου τα ανθρώπινα ιδεώδη είναι σε ετοιμότητα να υπερασπιστούν οποιονδήποτε το χρειάζεται. Όταν δε πρόκειται για παιδιά τότε, ειδικά για εμάς τους Έλληνες, το ενδιαφέρον θεριεύει και η κοινωνία μας γίνεται η συμβολική μητέρα που θα συντρέξει με όλες της τις δυνάμεις για να σώσει το παιδί που κινδυνεύει.    
Η αλληλεγγύη είναι επίσης μια λειτουργική συμπεριφορά αντιμετώπισης των ψυχολογικών επιπτώσεων μιας κρίσιμης κατάστασης. Οι άνθρωποι νιώθουν περισσότερο δυνατοί να παλέψουν τις εσωτερικές τους κρίσεις, τις δυσκολίες και τα άγχη, όταν περιβάλλονται από ανθρώπους που  τους νοιάζονται και τους συμπαραστέκονται. Μια λειτουργική οικογένεια, μια καλή παρέα φίλων, μια συλλογικότητα, μια ψυχοθεραπευτική ομάδα λειτουργούν ως οργανωμένα πλαίσια αλληλεγγύης. 
Από την άλλη, δυστυχώς οι Έλληνες δεν έχουν καθόλου εμπιστοσύνη στους επίσημους κρατικούς θεσμούς. Αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος αφύπνισης των άτυπων μορφών βοήθειας και αλληλεγγύης. Η πολιτεία στη χώρα μας αντιμετωπίζεται σχεδόν εχθρικά, ενώ εκ προοιμίου θεωρείται ως ανίκανη να μας προστατεύσει. Έτσι όμως, ένα μέλος της κοινωνίας μας, οι επίσημοι θεσμοί, μοιάζει να είναι ακρωτηριασμένο, με συνέπεια να διαμορφώνεται ένα είδος κοινωνικής αναπηρίας. Γεγονός είναι πως αυτός ο ακρωτηριασμός επηρεάζει γενικότερα το κοινωνικό γίγνεσθαι και μεταφέρει όλες τις παθογένειες του πολιτικού και κρατικού μηχανισμού σε αυτό. Ως εκ τούτου, τα πάθη, οι διχασμοί και το ατομικό συμφέρον κυριαρχούν σε πολλές πλευρές του δημόσιου και ιδιωτικού μας βίου.
Η ελληνική κοινωνία εναλλάσσεται λοιπόν μεταξύ αλληλεγγύης και βολέματος, γενικού καλού και ατομικού συμφέροντος, αναζητώντας μια νέα συλλογική ταυτότητα. Η οικονομική κρίση έφερε στο φως διάφορες ανασφάλειες και φόβους, μας έκανε να σκεφτόμαστε περισσότερο ρεαλιστικά και να εκτιμούμε τα απλά πράγματα στη ζωή, αλλά από την άλλη μας αναγκάζει να πράττουμε ατομικά, σχεδιάζοντας ο καθένας το ατομικό του πλάνο σωτηρίας. Σε μια κοινωνία, λοιπόν, που είναι διάτρητη και δεν έχει βρει ακόμη το συλλογικό της βήμα, ενέργειες όπως εκέινη των Λαρισαίων πολιτών προκειμένου να βοηθήσουν στην ανάρρωση ενός μικρού παιδιού, δίνουν μια νότα ελπίδας. Τέτοιου είδους κινήσεις διασώζουν την αξιοπρέπειά μας και δημιουργούν ένα θύλακα αντίστασης στη μιζέρια και τη ματαίωση της εποχής. Είναι, επίσης, μια πράξη που αναδεικνύει την τρωτότητά μας και την παραδοχή πως όλοι μπορεί να βρεθούμε στην ανάγκη να ζητήσουμε τη βοήθεια των άλλων.
Η αλληλεγγύη, εν κατακλείδι, είναι μια πράξη χειραφέτησης του ανθρώπου από τα δεσμά του, μια πράξη ελευθερίας και ταυτόχρονα κοινωνικής διασύνδεσης. Είναι μια κίνηση εξανθρωπισμού  που συνδέει τον άνθρωπο με ό,τι πιο αγνό έχει μέσα του, ενάντια στην κουλτούρα του ωχαδελφισμού και του βολέματος.
Ο καημός του ενός γίνεται ελαφρύτερο φορτίο όταν μοιράζεται κι η βοήθεια των πολλών αναδεικνύει μια βασική αρχή του ανθρώπου, να είναι χρήσιμος όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για το κοινωνικό σώμα του οποίου αποτελεί μέλος.