Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διατροφή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διατροφή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Δια(σ)τροφικές συνήθειες

Η κρίση της πανδημίας οδήγησε τους Έλληνες σε αύξηση της μαγειρικής δραστηριότητας και συνεπώς στην αύξηση της κατανάλωσης τροφής. Η κουζίνα έγινε μια από τις ζώνες ασφαλείας και εκτόνωσης της συναισθηματικής πίεσης που ένιωθαν οι άνθρωποι εγκλωβισμένοι μέσα στα σπίτια τους. Τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης είχαν γεμίσει από αναρτήσεις με γεύματα, αλλά και αστείες αναφορές για τον κίνδυνο να βάλουμε τα κιλά της καραντίνας. 

Σε πολλές περιπτώσεις η καραντίνα λειτούργησε ευεργετικά στη σωστή διατροφή, ίσως επειδή μείωσε την κατανάλωση έτοιμου φαγητού και υποχρέωσε τους ανθρώπους να μαγειρεύουν μόνοι τους. Σε άλλες όμως αύξησε την κατανάλωση χαμηλής διατροφικής αξίας προϊόντων. Η διατροφή έπαιξε λοιπόν το δικό της ρόλο στην αποφόρτιση της συναισθηματικής πίεσης με πρωταγωνιστές, ότι ενοχοποιείται για τη λήψη βάρους, δηλαδή τα τρόφιμα που έχουν αντιστρεσογόνο δράση, όπως είναι τα γλυκά, αλλά και τροφές που ρυθμίζουν τη ψυχική διάθεση, όπως οι υδατάνθρακες και το λίπος. 

Σε πολλές περιπτώσεις στην ψυχοθεραπευτική εργασία έχω συναντήσει ανθρώπους που το φαγητό λειτουργεί καταλυτικά (ευεργετικά ή καταστροφικά) στην συναισθηματική ισορροπία του ψυχισμού τους, γεγονός που αποδεικνύει τη στενή σχέση της διατροφής με την ψυχική υγεία των ανθρώπων. 

Η τροφή αποτελεί ένα συμβολικό πεδίο στο οποίο συμπυκνώνονται στοιχεία της κουλτούρας ενός λαού, αλλά και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε ξεχωριστής κοινότητας, ομάδας, οικογένειας, προσωπικότητας. Σε ότι αφορά τη συλλογική μας διατροφική κουλτούρα η σύγχρονη ιστορία των Ελλήνων διατρέχεται από τρία διαδοχικά διατροφικά σύνδρομα, αλλά και τη σχετική βεβαιότητα πως ο τόπος μας παράγει πολλά και ποιοτικά αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα. Η φτώχεια της μεταπολεμικής γενιάς γέννησε το κατοχικό σύνδρομο το οποίο συμπυκνώνεται στη φράση «φάε όλο το φαΐ σου», ή «δεν πετάμε το φαγητό, είναι αμαρτία», ή το «όταν τρώμε δεν μιλάμε» που έδειχνε τη σοβαρότητα με την οποία έπρεπε να αντιμετωπίζουμε τη λήψη της τροφής. Η διατροφική στέρηση οδήγησε τη μεταπολεμική γενιά να γαλουχήσει στην υπερβολική κατανάλωση τροφής τις επόμενες γενιές, οι οποίες μεγάλωσαν με το σύνδρομο του καταναλωτή. Όσο περισσότερο τόσο καλύτερα ήταν το σύνθημα της περιόδου της ευημερίας. Είναι η περίοδος που αυξάνεται δραματικά το ποσοστό των παχύσαρκων και υπέρβαρων ατόμων στην Ελλάδα και ως πληθυσμός απομακρυνόμαστε από την περιβόητη μεσογειακή διατροφή. Παράλληλα αυξάνεται όλο και περισσότερο η ποσότητα της τροφής που περισσεύει και πετιέται στα σκουπίδια. 

Σε περιόδους κρίσεων, είτε προσωπικών είτε συλλογικών, το καταναλωτικό σύνδρομο, γεννά σε πολλές περιπτώσεις το σύνδρομο της διαφυγής. Κάποιος δηλαδή τρώει για να ξεχάσει, για να προσφέρει λιγάκι ευχαρίστηση στον εαυτό του και να απαλλαγεί από το στρες της καθημερινότητας. Το φαγητό μας συνδέει ασυνείδητα με την αρχέγονη ανάγκη για επιβίωση και παράλληλα με την ασφάλεια της μητρικής φροντίδας. Όταν όμως κάποιος τρώει για να καλύψει τα συναισθήματα του μπαίνει σε ένα φαύλο κύκλο εξάρτησης από το φαγητό σαν κι αυτόν που δημιουργούν όλες οι εξαρτήσεις. Χρειάζεται δηλαδή όλο και περισσότερο την τροφή για να νιώσει καλά, ωστόσο η υπερκατανάλωση οδηγεί σε προβλήματα που δημιουργούν δυσάρεστα συναισθήματα, τα οποία προσπαθεί να καλύψει τρώγοντας περισσότερο. Το άγχος τον κάνει να τρώει περισσότερο, αλλά η ενοχή ότι τρώει πολύ του δημιουργεί περισσότερο άγχος, που το ξανακαλύπτει με το φαγητό, κ.ο.κ.

Πολλοί άνθρωποι βασανίζονται μέσα σε αυτό το φαύλο κύκλο, είτε καταπραΰνοντας την οδύνη των συναισθημάτων τους με την ηδονή της κατανάλωσης φαγητού, είτε αντιστρόφως στερώντας τον εαυτό τους από την τροφή, με εξαντλητικές δίαιτες. Η διατροφή μετατρέπεται σε δια(σ)τροφή, εκτός δηλαδή από την βιολογική ανάγκη της επιβίωσης καλύπτει και την ψυχοκοινωνική του επιβίωση με λανθάνοντες τρόπους. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση, οι ενοχές και τα μπερδεμένα συναισθήματα εναλλάσσονται όπως και το μενού της εβδομάδας το οποίο είναι, επίσης, χαμηλό σε διατροφική αξία και μπερδεμένο. 

Στην μετα-πανδημική εποχή των συνεχιζόμενων κρίσεων η τροφή εξακολουθεί να συνδυάζεται άμεσα με την ξεκούραση και την ευχαρίστηση κατά μια έννοια επομένως με την ψυχοκοινωνική ευεξία των ανθρώπων. Το φαγητό προσπαθεί να γεμίσει το άγχος και την αγωνία μιας αγχωτικής καθημερινότητας κι ενός αβέβαιου μέλλοντος και όσο στρεσάρονται τόσο περισσότερο τρώνε. Αποκτούν έτσι μια εξαρτητική σχέση με το φαγητό σε αναπαραγωγή ενδεχομένως προγενέστερων εξαρτητικών σχέσεων με σημαντικούς ανθρώπους. Η προβληματική διατροφή ως η κορωνίδα των εξαρτήσεων παραμορφώνει τα σώματα των ανθρώπων τα οποία παίρνουν τη μορφή των σχέσεων τους. Τρώνε με άλλα λόγια με την ίδια ποιότητα που σχετίζονται με τους οικείους τους και εντάσσονται στο κοινωνικό τους περιβάλλον. 

Στην ιδανική περίπτωση, από την άλλη, η σωστή διατροφή δημιουργεί ένα υγιές σώμα και βοηθά στη συναισθηματική ισορροπία. Η ουσία της διατροφής συμπλέει με την ουσία της ζωής, πρέπει να είναι απολαυστική, να μην λειτουργεί ως υποκατάστατο, να την τρώμε να μη μας τρώει, να λειτουργεί ως σύμβολο υγείας κι όχι καταπίεσης, να μας εντάσσει κι όχι να μας χωρίζει. 

...Γράφω κάτω από μια μουριά στην αυλή, σε συνθήκες δροσιάς και σιγά σιγά συμμαζεύομαι μέσα να φτιάξουμε το μεσημεριανό μας φαγάκι, αφού γύρω στις 12:00 πιούμε κι ένα τσιπουράκι πάλι εδώ στην μουριά. Το φαγητό γύρω από ένα τραπέζι με αγαπημένους ανθρώπους θρέφει και το σώμα και την ψυχή

Καλή σας όρεξη (για φαγητό και για ζωή)



Τρίτη 12 Σεπτεμβρίου 2023

Ψυχοθεραπευτική προσέγγιση σε θέματα διατροφικών διαταραχών


Το σώμα παίρνει τη μορφή των σχέσεων μας

Όλοι οι άνθρωποι έχουμε συνδέσει την διατροφή με κάποιο υπαρξιακό διακύβευμα, όπως η επιβίωση, η αγάπη και το νοιάξιμο, το κύρος και η αυτοεκτίμηση, η ανακούφιση και η παρηγοριά, η υποχρέωση έναντι των άλλων, η αυτοφροντίδα, η συμμόρφωση κ.ο.κ., το οποίο διαμορφώνει παράλληλα κι ένα μοτίβο σχέσεων.
Όλες οι διατροφικές διαταραχές εδράζονται στις παραπάνω υπαρξιακές συνδέσεις και τα «μαθημένα» μοτίβα σχέσεων.

Όταν θέλουμε επομένως να αλλάξουμε διατροφικές συνήθειες, εκτός από την επιλογή μιας σωστής διατροφής χρειάζεται να αλλάξουμε και την ίδια την κουλτούρα της διατροφής, δηλαδή να μετασχηματίσουμε τα νοήματα με τα οποία έχουμε διασυνδεθεί μαζί της.

Σήμερα στην Ελλάδα (WHO European Regional Obesity Report 2022) σχεδόν οι έξι στους δέκα ενήλικες είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι και αντίστοιχα ένα στα τρία παιδιά αντιμετωπίζει ζητήματα αύξησης βάρους ή παχυσαρκίας. Η αύξηση βάρους πέρα από τα φυσιολογικά όρια επιβαρύνει τον οργανισμό και γίνεται η αιτία πολλών ασθενειών, αλλά και θανάτων. Καρδιοαγγειακά νοσήματα, καρκίνοι, διαβήτης τύπου 2, κ.α. ενοχοποιούν την αύξηση βάρους και την παχυσαρκία ως βασικές αιτίες εμφάνισής τους.

Τα ψυχοκοινωνικά και συναισθηματικά ζητήματα που προκύπτουν από την αύξηση του σωματικού βάρους και την παχυσαρκία παρουσιάζουν, επίσης, μια αντίστοιχη αυξητική τάση. Η αύξηση βάρους και η παχυσαρκία εμφανίζονται ως σύμπτωμα της ευρύτερης δυσφορίας που αισθάνονται οι άνθρωποι με τον εαυτό τους και τους άλλους.  Η συγκεκριμένη συμπτωματολογία δημιουργεί ένα εξαρτητικό υπόβαθρο όπου οι άνθρωποι βάζουν κιλά για να νιώσουν καλά και συγχρόνως αυτό τους προκαλεί έντονα δυσφορικά συναισθήματα, τα οποία με τη σειρά τους λειτουργούν αγχωτικά προς την κατεύθυνση ακόμη μεγαλύτερης λήψης τροφής. Η σύνδεση της τροφής με την ψυχοσύνθεση του ατόμου και τα ευρύτερα κοινωνικά νοήματα και μοτίβα επιβάλλουν μια ολιστική θέαση και στον τρόπο αντιμετώπισης της αύξησης βάρους και της παχυσαρκίας. Αυτό σημαίνει πως πέρα κι έξω από την βελτίωση της διατροφής σε ποσότητα και ποιότητα είναι σημαντική η συνειδητοποίηση των ψυχοκοινωνικών παραγόντων που ωθούν ένα άνθρωπο στην υπερφαγία. Για να χάσει κάποιος/α κιλά πρέπει πρώτα να κατανοήσει τις συνδέσεις της διατροφής του με την δι-αγωγή και την κουλτούρα του και να επιχειρήσει αντίστοιχες αλλαγές στον τρόπο που θρέφεται συμβολικά και κυριολεκτικά.  

Αντιλαμβανόμενοι την συνεισφορά της κουλτούρας, καθώς και των νοημάτων με τα οποία έχει συνδέσει ο καθένας την ύπαρξή του με τις διατροφικές συνήθειες και διαταραχές δημιουργούμε ένα διαφορετικό ψυχοθεραπευτικό μοντέλο ώστε να τις αντιμετωπίσουμε. Σε αυτή την περίπτωση αξιοποιούμε την αύξηση του σωματικού βάρους ως ένα σύμπτωμα που προσκαλεί τον άνθρωπο σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας, σαν ένα σινιάλο διαρκούς υπενθύμισης για άλλου είδους βάρη που κουβαλά κι ενδεχομένως για άλλου είδους συναισθηματικές ελλείψεις που καλύπτονται μέσα από την κατανάλωση τροφής. Το ζήτημα της αύξησης του σωματικού βάρους είναι ένα πολυδιάστατο και πολυσύνθετο κλινικό σύμπτωμα που απαιτεί νέες μεθόδους για να υποστηριχθεί το άτομο στην προσπάθειά του να απαλλαγεί από αυτά δίχως να αγνοήσει τα μηνύματα που κουβαλούν. Διότι σε αυτή την περίπτωση το πιθανότερο είναι να μπει σε ένα φαύλο κύκλο ενοχών/δίαιτας/ενοχών και να ξαναβάζει αυξανόμενα τα αρχικά κιλά.

«Διατροφικές επιλογές, διαταραχές στο περιβάλλον»

Στο ινστιτούτο συμβουλευτικής & ψυχοθεραπείας ΝΗΜΑ στόχος της μεθοδολογική μας προσέγγισης είναι να αποφορτίσει συναισθηματικά τα άτομα που θέλουν να χάσουν βάρος ή που βιώνουν μια διατροφική διαταραχή, φωτίζοντας τις κοινωνικό-ψυχικές πτυχές του κλινικού συμπτώματος και τοποθετώντας την διαχείρισή του στις  σχέσεις του ατόμου με το περιβάλλον του. Όσο το άτομο κατανοεί τους τρόπους που σχετίζεται με τους ανθρώπους που τον περιβάλλουν τόσο θα κατανοεί τους λόγους και τους τρόπους με τους οποίους τρέφεται. Εξάλλου ο καθένας επιλέγει -μεταξύ άλλων- να επικοινωνεί με το πλαίσιο που ανήκει, τις περισσότερες φορές ασυνείδητα, με τρόπους που σχετίζονται με την διατροφή του.

Η θεραπεία των διατροφικών «διαταραχών» μέσα από το πρίσμα της εξελικτικής συστημικής προσέγγισης προτείνει την αντικατάσταση της λέξης «διαταραχή» με την λέξη «επιλογή» και τοποθετεί το κλινικό σύμπτωμα μέσα στο κοινωνικό του πλαίσιο. Γι’ αυτό έχουμε αντιστρέψει τους όρους αναφερόμενοι στην έννοια της διατροφικής «επιλογής», ως μέρος μιας «διαταραχής» του κοινωνικού πλαισίου. Δηλαδή οι άνθρωποι επιλέγουν την διατροφή τους μέσα σε ένα διαταραγμένο κοινωνικό πλαίσιο κι επομένως οι διατροφικές συνήθειες αποκτούν ένα πολιτισμικό υπόβαθρο (Βάσω Τόλη & Αλεξάνδρα Γκέγκα, 2023) Εργασία των Βάσω Τόλη και Αλεξάνδρας Γκέγκα στο πλαίσιο της εξειδίκευσής τους στην εξελικτική συστημική προσέγγιση. Αν κοιτάξει κανείς φωτογραφίες που απεικονίζουν τους ανθρώπους στην δεκαετία του 1960 σπάνια θα αντικρύσει κάποιον υπέρβαρο. Αυτό συνδέεται άμεσα αφενός με τους διαθέσιμους διατροφικούς πόρους κι αφετέρου με την διαφορετική κουλτούρα που διέπνεε η λήψη τροφής τους ανθρώπους. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που δείχνει την μετάβαση προς μια διαφορετική διατροφική κουλτούρα είναι η βρώση γλυκών. Στις παραδοσιακές κοινωνίες η βρώση γλυκών συνδέονταν με ξεχωριστές στιγμές της ζωής των ανθρώπων, όπως ήταν οι γιορτές, οι τελετές, κλπ. Σήμερα η κατανάλωση γλυκών έχει αποσυνδεθεί από την γιορτή και τις διάφορες τελετουργίες και συνδέεται άμεσα με την ηδονή και την απόλαυση. Το νόημα της υπερκατανάλωσης γλυκών συνδέεται άμεσα με το νόημα της ηδονικής απόλαυσης που προσεγγίζουν οι σημερινοί άνθρωποι γενικότερα τη ζωή τους.

Η ψυχοθεραπεία προσεγγίζει το αυξημένο σωματικό βάρος ως σύμπτωμα μιας γενικότερης δυσφορίας και επικεντρώνεται στα προσωποποιημένα μηνύματα που στέλνει στον αποδέκτη του. Όλα αυτά τα νοήματα έρχονται σταδιακά στο ψυχοθεραπευτικό πεδίο και ανοίγουν τον δρόμο για προσωπικές κατανοήσεις και μετασχηματισμούς.

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

Το χαβιάρι δεν παχαίνει!

Η οικονομική κρίση οδήγησε τους Έλληνες τα τελευταία χρόνια σε περισσότερο κακές και φθηνές διατροφικές συνήθειες. Οι φθηνές αυτές διατροφικές επιλογές είναι κατά πλειοψηφία ανθυγιεινές, χαμηλής διατροφικής αξίας και υψηλές θερμιδικά, με αποτέλεσμα να αυξάνουν τον κίνδυνο της παχυσαρκίας.
Εξάλλου είναι γνωστό πως η παχυσαρκία στον δυτικό κόσμο εμφανίζεται κυρίως σε άτομα χαμηλής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης, στα στρώματα εκείνα του πληθυσμού που δεν μπορούν να καταναλώσουν τροφές υψηλής διατροφικής αξίας όπως ψάρι, κόκκινο κρέας, φρέσκα λαχανικά και φρούτα. Παρατηρούμε λοιπόν στα χρόνια της κρίσης να αναπτύσσεται το παραπάνω παράδοξο, ενώ δηλαδή μειώνεται το εισόδημα, αυξάνεται η κατανάλωση τροφής, κακής όμως ποιότητας, ούτως ώστε η παχυσαρκία να μην υποχωρεί, όπως θα περίμενε κάποιος. Παράλληλα το χαμηλό εισόδημα δεν επιτρέπει την άθληση σε κλειστούς χώρους (γυμναστήρια, κλπ.) οπότε έχει μειωθεί και το ποσοστό των ανθρώπων που γυμνάζονται. Το τρίγωνο των αιτιών συμπληρώνει η αύξηση του στρες που κάνει τους Έλληνες να τρώνε για να ξεσκάσουν ή για να διασκεδάσουν.
Η τροφή αποτελεί ένα συμβολικό πεδίο όπου εκεί συμπυκνώνονται στοιχεία της κουλτούρας μας ως λαός, αλλά και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του καθενός μας ως ξεχωριστές προσωπικότητες. Οι Έλληνες στην πιο πρόσφατη ιστορία τους έχουν περάσει από τρία διαφορετικά διατροφικά σύνδρομα. Το κατοχικό σύνδρομο που συμπυκνώνεται στη φράση «φάε όλο το φαΐ σου», ή «δεν πετάμε το φαγητό, είναι αμαρτία», ή το «όταν τρώμε δεν μιλάμε» που έδειχνε τη σοβαρότητα με την οποία έπρεπε να αντιμετωπίζουμε τη λήψη της τροφής. Η φτώχεια της μεταπολεμικής γενιάς γέννησε το κατοχικό σύνδρομο και αυτό με τη σειρά του έδωσε τη σκυτάλη στην υπερβολική κατανάλωση τροφής από τις επόμενες γενιές (ναι αυτών που μεγάλωσαν με τη μαμά να τους κυνηγάει από πίσω για να φάνε, αυτών που γεμίζανε ανεξέλεγκτα τα καρότσια των σούπερ μάρκετ με συσκευασμένες τροφές γεμάτες συντηρητικά και θερμίδες). Το κατοχικό σύνδρομο καταπίεσε τις επόμενες γενιές, οι οποίες μεγάλωσαν με το σύνδρομο του καταναλωτή. Όσο περισσότερο τόσο καλύτερα ήταν το σύνθημα της περιόδου της ευημερίας. Είναι η περίοδος που αυξάνεται δραματικά το ποσοστό των παχύσαρκων και υπέρβαρων ατόμων στην Ελλάδα και ως πληθυσμός απομακρυνόμαστε από τον περιβόητο μεσογειακό τρόπο διατροφής.
Σήμερα, ο Έλληνας ξεπερνώντας, λόγω της οικονομικής δυσπραγίας, το καταναλωτικό σύνδρομο, αναπτύσσει το σύνδρομο της διαφυγής. Τρώει για να ξεχάσει, για να προσφέρει λιγάκι ευχαρίστηση στον εαυτό του, να απαλλαγεί από το στρες της καθημερινότητας. Εξάλλου το λέει εμφατικά με τη φράση «ένα φαγητό μας έμεινε για να ευχαριστηθούμε, να το κόψουμε κι αυτό!». Όταν όμως κάποιος τρώει για να καλύψει τα συναισθήματα του μπαίνει σε ένα φαύλο κύκλο σαν κι αυτό που δημιουργούν όλες οι εξαρτήσεις. Χρειάζεται δηλαδή όλο και περισσότερο την τροφή για να νιώσει καλά, ωστόσο η υπερκατανάλωση οδηγεί σε προβλήματα που δημιουργούν δυσάρεστα συναισθήματα, τα οποία και προσπαθεί να καλύψει τρώγοντας περισσότερο, κ.ο.κ. Το άγχος τον κάνει να τρώει περισσότερο, αλλά η ενοχή ότι τρώει πολύ του δημιουργεί περισσότερο άγχος, που το ξανακαλύπτει με το φαγητό.
Πολλοί άνθρωποι βασανίζονται μέσα σε αυτό το φαύλο κύκλο, όπου την οδύνη των συναισθημάτων τους καταπραΰνουν με την ηδονή του φαγητού, όπου βασανίζονται είτε τρώγοντας, είτε κάνοντας δίαιτα, όπου η χαμηλή αυτοεκτίμηση, οι ενοχές και τα μπερδεμένα συναισθήματα εναλλάσσονται όπως και το μενού της εβδομάδας το οποίο είναι, επίσης, χαμηλό σε διατροφική αξία και μπερδεμένο.
Η διατροφή διαχρονικά εκτός από τη βιολογική ανάγκη της επιβίωσης καλύπτει και πολλές συναισθηματικές ανάγκες. Κατά καιρούς ακούμε φράσεις που δείχνουν την συναισθηματική και κοινωνική αξία της τροφής, όπως «ο έρωτας περνά από το στομάχι», «Από δω ως τα Γιάννενα για ένα καλό φαΐ», «Άμα βρεις φαΐ, φάε. Αν βρεις ξύλο φύγε», «Βράζει στο ζουμί του/της…», «Δεν έχει ψωμί αυτή η δουλειά», «Η πείνα κάστρα πολεμά και κάστρα καταπίνει», «Ο νηστικός καρβέλια ονειρεύεται», «Όποιος χορταίνει ύπνο, δε χορταίνει ψωμί», κ.α. Πάντα λοιπόν η διατροφή για τον άνθρωπο θα είναι σημαντική όχι μόνο για τη βιολογική, αλλά και την ψυχοκοινωνική του επιβίωση.
Στο σημερινό περιβάλλον της «κρίσης» η τροφή έχει συνδυαστεί άμεσα με την ξεκούραση και την ευχαρίστηση. Οι άνθρωποι τρώνε για παράδειγμα μπροστά στην τηλεόραση με το ένα χέρι στο κουτάλι και το άλλο στο τηλεκοντρόλ. Τρώνε όλο και περισσότερο μόνοι τους, όρθιοι ή γρήγορα και πρόχειρα, όπως μάλλον ζούνε και τη ζωή τους.
Το φαγητό προσπαθεί να γεμίσει τα κενά της ζωής των ανθρώπων και όσο αυτά μεγαλώνουν τόσο περισσότερο θέλουν να τρώνε. Αποκτούν έτσι μια εξαρτητική σχέση με το φαγητό σε αναπαραγωγή ενδεχομένως προγενέστερων εξαρτητικών σχέσεων με σημαντικούς ανθρώπους. Σε πολλές περιπτώσεις διατροφικών διαταραχών κρύβεται συχνά μια προβληματική σχέση του ατόμου με την μητέρα του. Άτομα που δεν έχουν λάβει, δηλαδή, όση φροντίδα, αποδοχή και αγάπη είχαν ανάγκη από τη μητέρα τους ενδέχεται να προσπαθήσουν να καλύψουν αυτό το κενό μέσα από το φαγητό, είτε να συνεχίσουν να πιστεύουν πως δεν έχουν δικαίωμα φροντίδας και να αναπτύξουν μια άρνηση για τη λήψη τροφής.
Στην ιδανική περίπτωση η σωστή διατροφή δημιουργεί ένα υγιές σώμα και βοηθά στη συναισθηματική μας ισορροπία. Μια ζωή την έχουμε και ας την ευχαριστηθούμε στην ουσία της. Το φαγητό και η διατροφή γενικότερα πρέπει να είναι απολαυστική χωρίς να λειτουργεί ως υποκατάστατο. Να τρώμε και να μη μας τρώει. Να λειτουργεί ως σύμβολο υγείας κι όχι καταπίεσης. Να μας κοινωνικοποιεί κι όχι να μας απομονώνει. Καλύτερα δηλαδή να μιλάς παρά να μασάς.
Αντί να χρησιμοποιείτε τον εαυτό σας ως κουβά που απλά πετάτε μέσα του ό,τι βρείτε, σεβαστείτε τον παρέχοντάς του κάθε φορά το καλύτερο που έχετε με βάση τις δυνατότητές σας. Καλύτερα λίγο, αλλά καλό!!!