Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διαζύγιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διαζύγιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Νέες μορφές γάμου και διαζύγια - Τι συμβαίνει στην Ελλάδα και στη Λάρισα

Οι άνθρωποι εξακολουθούν να παντρεύονται και να αναζητούν την συντροφικότητα, σε όλες της τις σημερινές μορφές, όχι απλώς ως έναν κοινωνικό θεσμό, αλλά ως ένα είδος επένδυσης των υπαρξιακών τους αγωνιών. Πίσω, δηλαδή, από την επιλογή ενός γάμου δεν βρίσκονται μόνο οι κοινωνικές συμβάσεις, αλλά και κάποιες βαθύτερες ψυχολογικές ανάγκες, όπως η επιθυμία για συναισθηματική σύνδεση, η ανάγκη για σταθερότητα και ασφάλεια, η κοινωνική αναγνώριση της σχέσης (η οποία επαυξάνει τη δέσμευση), και τέλος η προοπτική δημιουργίας οικογένειας.

Ωστόσο, αν ο γάμος μέχρι το πρόσφατο παρελθόν στηριζόταν περισσότερο στη δομή  και ήταν απόρροια κυρίως των κοινωνικών επιρροών, σήμερα ο πυρήνας των σχέσεων μεταφέρεται στην ποιότητα των σχέσεων, και στην ικανοποίηση των συναισθηματικών αναγκών. Οι σύγχρονες σχέσεις, με άλλα λόγια, δεν αρκούνται στη συμβίωση αυτή καθ’ αυτή, αλλά διεκδικούν περισσότερο την κατανόηση, την προσωπική ανάπτυξη, την ισότητα και τη συναισθηματική πληρότητα μέσα στη σχέση. Ο γάμος μετατοπίζεται από μια «σύμβαση σταθερότητας και αποκατάστασης» σε ένα δυναμικό πεδίο συνάντησης δύο υποκειμένων που ζητούν να εξελιχθούν μαζί.

Αυτή η μετατόπιση υπήρξε επαναστατική, καθώς αύξησε το αίσθημα ελευθερίας μέσα στη συντροφικότητα. Από την άλλη υπήρξε ο πυροκροτητής μιας κρίσης, καθώς σε περιπτώσεις που η σχέση αδυνατεί να λειτουργήσει ως χώρος αναγνώρισης, ψυχικής επεξεργασίας και αλλαγής κι όταν οι ανάγκες μένουν ανείπωτες ή ανικανοποίητες, τότε η φθορά στη σχέση δεν αντιμετωπίζεται πάντα ως ένα «φυσιολογικό» γεγονός που απορροφάτε από τις κοινωνικές συμβάσεις, αλλά σαν μια διαδικασία ψυχικής κινητοποίησης που ωθεί τους συντρόφους σε αλλαγές, είτε προς την ωρίμανση της σχέσης, είτε προς τον χωρισμό, με το δεύτερο να συμβαίνει πλέον με μεγάλη συχνότητα.

Οι ρωγμές στο γάμο

Οι βασικές αιτίες που οδηγούν στο διαζύγιο -από τη δυσλειτουργική επικοινωνία, τη  συναισθηματική αποστασιοποίηση, τις συγκρούσεις, τη σύγκρουση των επιθυμιών, έως και την εισχώρηση τρίτων προσώπων- δεν είναι παρά εκφράσεις μιας βαθύτερης αποσύνδεσης, που πηγάζει από την αδυναμία των δύο συντρόφων να συναντηθούν πραγματικά.

Η φθορά της σχέσης δεν ανακύπτει αιφνιδίως και δεν αφορά συγκεκριμένα γεγονότα, αντιθέτως, συγκροτείται μέσα από τη πολύ-επίπεδη αδυναμία σύνθεσης δύο διαφορετικών κόσμων, οι οποίοι περιστοιχίζουν τις προσωπικότητες των δύο συντρόφων. Η αδυναμία αυτή δημιουργεί σταδιακά ένα τεράστιο όγκο μικρών ματαιώσεων, δυσλειτουργιών και αποτυχιών στην καθημερινή επικοινωνία και την ποιότητα της συναισθηματικής εγγύτητας. Λόγια που δεν ειπώθηκαν, συναισθήματα που δεν αναγνωρίστηκαν, συγκρούσεις που αποφεύχθηκαν ή εκτονώθηκαν άδικα και άστοχα, συνιστούν το πλέγμα μιας προαναγγελθείσας ρήξης στο συνεχές του γάμου.

Το σύγχρονο κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από μια δυναμική και συνεχώς αυξανόμενη αστάθεια, η οποία επιβάλλει στα άτομα μια διαρκή προσαρμογή. Ως συνέπεια αυτής της διαρκούς πίεσης οι άνθρωποι μεταφέρουν μέσα στη σχέση τους αυξημένα επίπεδα άγχους, φόβου και ανασφάλειας. Οι πιέσεις των ανθρώπων από εξωγενείς παράγοντες έχουν αυξηθεί σε ανελέητο βαθμό. Η οικονομική ανασφάλεια, οι συλλογικές καταρρεύσεις των αξιών, η αδυναμία των θεσμών να λειτουργήσουν υποστηρικτικά, η έλλειψη συλλογικοτήτων, κι ένα σωρό άλλοι ψυχοπιεστικοί  παράγοντες, αυξάνουν το άγχος σε μη διαχειρίσιμα επίπεδα. Όταν αυτά τα συναισθήματα δεν βρίσκουν χώρο επεξεργασίας ούτε στους κόλπους της μικρής κοιτίδας του γάμου, τότε μετασχηματίζονται σε θυμό, παρορμητικότητα, ματαίωση, θλίψη και απόσυρση. Έτσι, η εξωσυζυγική σχέση, το συναισθηματικό μούδιασμα ή οι εκρήξεις θυμού δεν αποτελούν την αιτία, αλλά το σύμπτωμα μιας σχέσης που δεν κατάφερε να λειτουργήσει ως «ψυχικός χώρος ασφάλειας και ανάπτυξης» για κανέναν από τους δύο συντρόφους. Ιδιαίτερα σε ανθρώπους που δεν έχουν έρθει σε επαφή με τον εσωτερικό τους κόσμο, μέσα από μια διαδικασία όπως η ψυχοθεραπεία, οι αντιδράσεις αυτές εμφανίζονται με μεγαλύτερη ένταση, καθώς απουσιάζει η δυνατότητα αυτοπαρατήρησης και μετασχηματισμού των συμπεριφορών.

Μετασχηματισμοί του θεσμού: Το Σύμφωνο Συμβίωσης

Ο γάμος, ως θεσμός, βέβαια δεν καταρρέει, παραμένει ενεργός και μετασχηματίζεται σε νέες μορφές. Η πρώτη εμφατική μεταβολή ήταν η καθιέρωση του πολιτικού γάμου και πρόσφατα η δυνατότητα συν-υπογραφής ενός συμφώνου συμβίωσης, όπου αμφότερες αποτελούν δύο από τις πιο χαρακτηριστικές εκφράσεις αυτής της μεταβολής.

Τα στοιχεία από τα ληξιαρχεία σε 11 μεγάλες ελληνικές πόλεις καταγράφουν μια εντυπωσιακή αύξηση: από το 2016 έως το 2025, τα σύμφωνα συμβίωσης αυξήθηκαν στα Χανιά κατά 1500%, στη Ρόδο κατά 686,36%, ενώ Πάτρα, Βόλος, Καβάλα και Λάρισα παρουσιάζουν αυξήσεις άνω του 600%. Στα Ιωάννινα η αύξηση φτάνει το 565,22%, στη Χαλκίδα το 510% και στο Ηράκλειο το 417,65%.

Σε επίπεδο συνολικών ποσοστών, το 2016 τα σύμφωνα συμβίωσης αντιστοιχούσαν μόλις στο 7,1%, με τους θρησκευτικούς γάμους στο 44,5% και τους πολιτικούς στο 48,4%. Το 2024, η εικόνα αλλάζει αισθητά: οι θρησκευτικοί γάμοι μειώνονται στο 38,5%, οι πολιτικοί στο 33,2%, ενώ τα σύμφωνα συμβίωσης εκτοξεύονται στο 28,3%.

Η μεταβολή αυτή δεν κινείται αποκλειστικά σε κοινωνικές ή νομικές νόρμες, αλλά συνιστά και μια υπαρξιακή μετατόπιση. Οι άνθρωποι φαίνεται να αναζητούν νέες μορφές δέσμευσης που να συνδυάζουν την εγγύτητα με την ελευθερία και τη σύνδεση χωρίς την αίσθηση εγκλωβισμού. Ο κίνδυνος βέβαια είναι ο γάμος και η συμβίωση να χάσουν την ιερότητα, όχι μόνο με την θρησκευτική έννοια, αλλά με την έννοια της βαθιάς ανθρώπινης ανάγκης.

Η αύξηση των διαζυγίων: μια άλλη ανάγνωση

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ[1], το 2024 καταγράφηκαν 42,4 διαζύγια ανά 100 γάμους, με αυξητική τάση. Οι γυναίκες ηλικίας 40–44 και οι άνδρες 45–49 εμφανίζουν τα υψηλότερα ποσοστά, ενώ ακολουθούν οι ηλικιακές ομάδες 45–49 και 30–34 για τις γυναίκες και 40–44 και 50–54 για τους άνδρες.

Περισσότερο από το 65% των διαζυγίων αφορά ζευγάρια με πάνω από 10 χρόνια γάμου, ενώ σχεδόν ένα στα τρία διαζύγια συμβαίνει μεταξύ 10 και 19 ετών γάμου.

Η γεωγραφική κατανομή δείχνει επίσης σημαντικές αυξήσεις μεταξύ 2016 και 2025: στο Ηράκλειο πάνω από 14%, στην Πάτρα 29%, στον Βόλο 49%, στα Χανιά 59%, στη Χαλκίδα 60%, στη Λάρισα 62%, στη Ρόδο 122% και στα Ιωάννινα 136%.

Το 2025, τα διαζύγια αντιστοιχούσαν στο 22,18% των συνολικών γάμων και συμφώνων συμβίωσης στην Αθήνα, σχεδόν 28% σε Χανιά και Πάτρα, περίπου 31% σε Ηράκλειο, Λάρισα, Βόλο και Καβάλα, 33% σε Θεσσαλονίκη και Χαλκίδα, 36% στη Ρόδο και έως 40% στα Ιωάννινα.

Το συγκεκριμένο εύρημα δεν εξηγείται από έναν μόνο παράγοντα, αλλά από τη συνάντηση κοινωνικών, πολιτισμικών και ψυχολογικών διεργασιών. Αν το δούμε μέσα από το ψυχοθεραπευτικό πρίσμα αφορά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο οι σχέσεις αντέχουν ή δεν αντέχουν μέσα σε διαφορετικά κοινωνικά περιβάλλοντα.

Το πρώτο στοιχείο διαφοροποίησης που δικαιολογεί τα λιγότερα διαζύγια στην Αθήνα,  έρχεται από την ανωνυμία της πρωτεύουσας έναντι της μεγαλύτερης «έκθεσης» των ανθρώπινων σχέσεων στην περιφέρεια. Στην Αθήνα η μεγάλη κλίμακα της πόλης προσφέρει ένα είδος ανωνυμίας. Ένα ζευγάρι μπορεί να παραμένει μαζί, ακόμη και όταν βιώνει μια κρίση, χωρίς να αισθάνεται το ίδιο έντονη την κοινωνική πίεση να «εξηγήσει» ή να εκτεθεί. Στις μικρότερες πόλεις, αντίθετα, η σχέση είναι πιο ορατή. Η οικογένεια, το δίκτυο των κοινωνικών σχέσεων, ακόμα και η τοπική κοινότητα λειτουργούν ως «μάρτυρες» της σχέσης. Όταν η φθορά γίνει εμφανής, αυξάνεται αντιστοίχως η πίεση κι όχι πάντα προς την κατεύθυνση να διατηρηθεί ο γάμος, όπως συνέβαινε παλαιότερα, αλλά συχνά να αποκατασταθεί η ισορροπία με μια πιο «ξεκάθαρη» λύση, όπως το διαζύγιο.

Το δεύτερο στοιχείο ξεκινά από τις μεταβαλλόμενες αξίες που συναντούμε στην περιφέρεια. Οι επαρχιακές πόλεις βρίσκονται τα τελευταία χρόνια σε μια έντονη μεταβατική φάση από τα παραδοσιακά σε περισσότερο ατομικοκεντρικά πρότυπα σχέσεων, με συνέπεια μια άλλη μετατόπιση, από την αντοχή της δυσφορίας στο γάμο στη μεγαλύτερη διεκδίκηση μιας ποιοτικής σχέσης. Οι άνθρωποι δεν αντέχουν πλέον ό,τι άντεχαν παλιά, αλλά δεν έχουν ακόμη αναπτύξει νέους τρόπους να επεξεργάζονται τις συγκρούσεις και τις αποστάσεις, με συνέπεια η ρήξη και το διαζύγιο να έρχονται πιο εύκολα.

Θα μπορούσα να προσθέσω ως ένα επιπλέον στοιχείο και την καθυστέρηση στην ανάπτυξη μιας ψυχοθεραπευτικής κουλτούρας. Στα μεγάλα αστικά κέντρα (όπως η Αθήνα), η ψυχοθεραπεία και η συμβουλευτική ζεύγους είναι πιο διαδεδομένες. Αυτό σημαίνει ότι κάποια ζευγάρια δουλεύουν τις κρίσεις πριν φτάσουν στο διαζύγιο και ότι υπάρχει μεγαλύτερη εξοικείωση με την έννοια της συναισθηματικής επεξεργασίας των κρίσεων. Αντιθέτως στις περιφερειακές πόλεις κι ακόμη χειρότερα σε μικρότερους οικισμούς, όπου αυτή η κουλτούρα αναπτύσσεται πιο αργά, οι συγκρούσεις συχνά παραμένουν καλυμμένες, μέχρι τουλάχιστον να πάρουν  εκρηκτικές διαστάσεις.

Παράλληλα μοιάζει και άλλοι πόροι που συνεισφέρανε στη διατήρηση του δεσμού, όπως η εκκλησία, οι γηραιότεροι ή ο ευρύτερος κύκλος των γνωστών να μην μπορούν να βοηθήσουν στη συγκράτηση του συντροφικού πλέγματος.

Φυσικά μεγάλο ρόλο παίζει κι ο ίδιος ο θεσμός της οικογένειας. Στις μικρότερες πόλεις, η εκτεταμένη οικογένεια έχει πιο ενεργό ρόλο, μπορεί επομένως τόσο να στηρίζει ένα ζευγάρι, όσο και να παρεμβαίνει ή να εντείνει τις συγκρούσεις. Σε κάποιες περιπτώσεις η εμπλοκή αυτή δυσκολεύει την αυτονομία του ζευγαριού και οδηγεί σε μεγαλύτερη συσσώρευση της έντασης.

Δεν θα μπορούσαμε να αφήσουμε απ’ έξω τους οικονομικούς και επαγγελματικούς παράγοντες. Στις επαρχιακές πόλεις υπάρχουν λιγότερες επαγγελματικές επιλογές, μεγαλύτερη οικονομική πίεση ή εξάρτηση και γενικότερα οι άνθρωποι έχουν λιγότερες κοινωνικές, επαγγελματικές, προσωπικές διεξόδους. Οι λιγότερες επιλογές μπορεί να εντείνουν τη σύγκρουση μέσα στη σχέση, καθώς μειώνουν τη διάχυση σε άλλους τομείς και πεδία της ζωής.

Η Ρόδος και τα Ιωάννινα έχουν τη μεγαλύτερη αύξηση στα διαζύγια από κάθε άλλη περιοχή της Ελλάδας. Για τη Ρόδο μπορούμε πιο εύκολα να φανταστούμε ότι η εντυπωσιακά μεγάλη αύξηση έχει να κάνει με την διαβρωτική επίδραση του τουρισμού. Τι συμβαίνει όμως στα  Ιωάννινα, πώς εξηγείται η τεράστια άνοδος στο ποσοστό των διαζυγίων; Χωρίς να υπάρχει μία μοναδική αιτία, τα Ιωάννινα συνδυάζουν κάποια χαρακτηριστικά που ίσως συνηγορούν στην κατανόηση αυτή, όπως η έντονη κοινωνική συνοχή, άρα και η κοινωνική έκθεση, με την ταυτόχρονη συνύπαρξη ισχυρών παραδοσιακών στοιχείων που όμως μετασχηματίζονται ραγδαία με την παρουσία νεότερων πληθυσμών (π.χ. φοιτητές και νέοι εργαζόμενοι στο πεδίο της πληροφορικής), οι οποίοι εισάγουν διαφορετικά πρότυπα σχέσεων. Αυτή η συνύπαρξη δημιουργεί ένα «πεδίο έντασης» ανάμεσα στο «παλιό» και το «νέο», όπου οι σχέσεις δοκιμάζονται και αναζητούν νέες μορφές συντροφικότητας.

Η περίπτωση της Λάρισας είναι, επίσης, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, γιατί δεν ανήκει ούτε πλήρως στο «παραδοσιακό» μοντέλο της επαρχίας, ούτε όμως και στο πλήρως αστικοποιημένο πρότυπο της Αθήνας. Βρίσκεται σε ένα ενδιάμεσο, μεταβατικό πεδίο  και αυτό ακριβώς αντανακλάται και στις συντροφικές σχέσεις. Η Λάρισα είναι μια πόλη σε μετάβαση από τη σταθερότητα των κοινωνικών νορμών στη ρευστότητα της μετανεωτερικότητας. Υπήρξε για χρόνια μια πόλη με έντονα στοιχεία κοινωνικής συνοχής και σχετικά σταθερές οικογενειακές δομές. Σήμερα όμως εμφανίζει χαρακτηριστικά ταχείας αστικοποίησης με μεγαλύτερη κινητικότητα του πληθυσμού, μεγάλες αλλαγές στον τρόπο ζωής και ενίσχυση της ατομικής ταυτότητας έναντι της συλλογικής. Αυτό δημιουργεί ένα εσωτερικό «ρήγμα», όπου οι άνθρωποι ενώ κουβαλούν ακόμα την προσδοκία της διάρκειας του γάμου, βιώνουν παράλληλα την πραγματικότητα της ρευστότητας των προτύπων.

Από την άλλη υπάρχει βεβαίως και η πίεση της «κλειστής κοινωνίας». Σε αντίθεση με την ανωνυμία της Αθήνας, στη Λάρισα η κοινωνική ζωή παραμένει σχετικά «ορατή». Οι άνθρωποι και οι σχέσεις τους είναι γνωστές, οι οικογένειες καταγωγής συχνά διατηρούν ένα πιο ενεργό ρόλο και το κοινωνικό πρόσωπο εξακολουθεί να έχει μεγάλη σημασία. Αυτό μπορεί να λειτουργήσει διττά, είτε προς το να συγκρατεί ένα ζευγάρι μέσα στη σχέση, είτε, όταν η φθορά γίνει έντονη, να το οδηγεί πιο εύκολα στο διαζύγιο.

Επιπλέον στη Λάρισα, ως περιφερειακό αστικό κέντρο, αναπτύσσονται ιδιαίτερες πιέσεις από λιγότερες αλλά πιο απαιτητικές επαγγελματικές ευκαιρίες, από μια έντονη καθημερινότητα, δίχως όμως τις πολλαπλές «διεξόδους» μιας μητρόπολης, όπως η Αθήνα, και τέλος από τη συνύπαρξη ενός αγροτικού, εμπορικού και αστικού τρόπου ζωής. Αυτές οι συνθήκες συχνά μεταφέρονται μέσα στη σχέση με αγχώδη τρόπο και κουράζουν τους ανθρώπους, δίχως πάντα να υπάρχει, είτε στις παρέες, είτε στις οικογένειες, ο ψυχικός χώρος για επεξεργασία.

Ταυτόχρονα σε πόλεις όπως η Λάρισα, παρατηρείται συχνά ένα ενδιαφέρον φαινόμενο, όπου οι άνθρωποι είναι πιο κοντά μεταξύ τους κοινωνικά, αλλά όχι απαραίτητα πιο ανοιχτοί συναισθηματικά. Δηλαδή ενώ υπάρχει η καθημερινή επαφή μπορεί να απουσιάζει ένα είδος βαθύτερης επικοινωνίας. Με άλλα λόγια οι άνθρωποι είναι κοινωνικά ανοιχτοί και συναισθηματικά περισσότερο επιφυλακτικοί.

Όπως δείχνουν και τα στοιχεία που παραθέτω (αύξηση διαζυγίων και σημαντική άνοδος των συμφώνων συμβίωσης), η Λάρισα δεν εγκαταλείπει το θεσμό του γάμου, αλλά επαναδιαπραγματεύεται τη μορφή και τα νοήματά του. Και οι νεότερες γενιές διεκδικούν μεγαλύτερη ισότητα, δεν αντέχουν εύκολα τις συναισθηματικές ματαιώσεις και αποχωρούν το ίδιο εύκολα όταν η σχέση νιώθουν ότι δεν εξελίσσεται ή ότι δεν παίρνουν αυτό που έχουν ανάγκη.

Μέσα από μια ψυχοθεραπευτική ματιά θα πρόσθετα ότι η Λάρισα θα μπορούσε να ιδωθεί ως ένα «εργαστήριο σχέσεων», ως ένα περιβάλλον όπου το παλιό μοντέλο (αντοχή, προσαρμογή, σιωπή) συνυπάρχει με το νέο (έκφραση, ανάγκη νοηματοδότησης, προσωπική ανάπτυξη) και επιχειρείται η ανασύνθεση ενός νέου μοντέλου συνύπαρξης. Αυτή η συνύπαρξη δεν είναι πάντα αρμονική, συχνά παράγει ένταση και αυτή η ένταση βρίσκει διέξοδο είτε στην εκδήλωση μιας κρίσης μέσα στη σχέση, είτε σε λύση της.

Συνοψίζοντας θα έλεγα ότι η αυξητική τάση των διαζυγίων στη Λάρισα δεν σημαίνει απαραίτητα αποδυνάμωση του θεσμού, αλλά κάτι πιο σύνθετο. Καταρχάς δείχνει ότι ο γάμος παύει να είναι ένας χώρος απλής συνύπαρξης και γίνεται ένα απαιτητικό πεδίο ψυχικής επεξεργασίας και κινητοποίησης. Και όταν αυτή η συνάντηση δεν επιτυγχάνεται, οι άνθρωποι, περισσότερο από παλιά, επιλέγουν να μην παραμείνουν στη σχέση.

Κάνοντας μια βαθύτερη ανάγνωση ίσως τελικά το ερώτημα δεν είναι μόνο σε ποιες περιοχές αυξάνονται τα διαζύγια, αλλά πού και πώς αλλάζει η σημασία της συντροφικότητας. Στην Αθήνα, η κρίση μπορεί να διαρκεί περισσότερο μέσα στη σχέση. Στην περιφέρεια η κρίση φαίνεται να οδηγεί πιο γρήγορα σε αποφάσεις, όχι απαραίτητα επειδή οι σχέσεις είναι πιο αδύναμες, αλλά επειδή αλλάζει το όριο ανοχής και αντοχής. Οι άνθρωποι δηλαδή αποχωρούν όταν η σχέση παύει να λειτουργεί ως χώρος νοήματος και όχι απλώς συμβίωσης.

Τέλος αναφορικά με τα διαζύγια, αξιοσημείωτο είναι ότι το 82,4% εξ’ αυτών, το 2024, ήταν συναινετικά. Αυτό το στοιχείο, πέρα από τη νομική του διάσταση, υποδηλώνει μια σημαντική μετατόπιση: οι άνθρωποι δεν παραμένουν πλέον σε μια σχέση μόνο και μόνο για να τη διατηρήσουν. Αντίθετα, επιλέγουν να αποχωρήσουν όταν η σχέση παύει να είναι βιώσιμη και αναζητούν το μικρότερο δυνατό (συναισθηματικό και οικονομικό) κόστος για να το πράξουν.

Οι παραπάνω μεταβολές δεν περιορίζονται μόνο στη σύναψη ή τη λύση του γάμου, αλλά επεκτείνονται και στη γονεϊκότητα. Ο νέος νόμος για το Οικογενειακό Δίκαιο εισάγει τη συνεπιμέλεια, είτε ως κοινή λήψη αποφάσεων είτε ως χρονικό καταμερισμό της φροντίδας των παιδιών. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί μια μετατόπιση από το μοντέλο της αποκλειστικής φροντίδας προς μια πιο συμμετοχική και ισότιμη γονεϊκή σχέση, ακόμη και μετά τον χωρισμό.

Επίλογος

Το 2024 τα διαζύγια σκαρφάλωσαν στο ύψος των γάμων, αυτό όμως δεν αποθάρρυνε τους ανθρώπους, οι συνεχίζουν να παντρεύονται και να ονειρεύονται μια όμορφη οικογένεια. Η εξέλιξη αυτή δεν είναι παράδοξη, όσο κι αν μοιάζει ως τέτοια. Κυρίως θα έλεγα ότι αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο, το γεγονός ότι οι άνθρωποι αναζητούν νέα νοήματα και νέες μορφές συνύπαρξης. Αναδεικνύει, επίσης, τη σημασία του γάμου όχι μόνο ως θεσμό, αλλά κι ως επιθυμία, η οποία ενσαρκώνεται ως ουσιαστική σύνδεση με διάρκεια και περιεχόμενο. Σήμερα, ο γάμος βασίζεται όλο και περισσότερο στην προσωπική επιλογή, στη συναισθηματική εγγύτητα και στην ισότητα. Αυτό τον καθιστά πιο ελεύθερο, αλλά και πιο απαιτητικό. Δεν αρκεί πλέον απλά να παντρευτεί κάποιος/α, χρειάζεται ο γάμος του να νοηματοδοτείται διαρκώς και να ικανοποιεί την ανάγκη τόσο του ανήκειν όσο και της ελευθερίας.

Αυτός είναι ο βασικότερος λόγος, εξάλλου, που ο γάμος αντέχει στο χρόνο, γιατί εμπεριέχει κάτι που υπερβαίνει τη λειτουργικότητα -από τις τελετουργίες, τα πολιτισμικά πρότυπα, έως τους μύθους και την ιστορία- εμπεριέχει μια βαθιά προσδοκία ότι μέσα από τη συνάντηση με τον άλλον μπορεί να αποκατασταθεί κάτι από τη χαμένη ενότητα του εαυτού. Ότι ο γάμος και η συντροφικότητα μπορούν να λειτουργήσουν συν-εξελικτικά.

Υστερόγραφο

Ο συνολικός πληθυσμός της Ελλάδας σύμφωνα με την απογραφή του 2021 καταγράφεται στους 10482487 ανθρώπους, ενώ βαίνει μειούμενος. Το ίδιο απογοητευτικός είναι και ο αριθμός των γεννήσεων, ο οποίος κινείται κάτω από τις 70000 το 2025, με το φυσικό ισοζύγιο γεννήσεων-θανάτων να είναι αρνητικό, καθώς οι θάνατοι είναι σχεδόν διπλάσιοι. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Eurostat ο πληθυσμός της χώρας αναμένεται να μειωθεί δραματικά έως και 14% έως το 2050 και να φτάσει στα 7,3 εκατομμύρια κατοίκους έως το 2100, εάν φυσικά δεν αλλάξει κάτι στο ρου των πραγμάτων.

Η δυσμενής αυτή αποτύπωση συνδέεται με όλες τις παραπάνω εξελίξεις στο ζήτημα του γάμου και της οικογένειας, ενώ φυσικά έχει κι άλλες πολιτισμικές, κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις. Το τραγικό είναι ότι η χώρα που κουβαλάμε μέσα μας, εξακολουθεί να μας πληγώνει με την έλλειψη πολιτικών που θα αναδιαρθρώσουν τις κοινωνικές δομές και θα δημιουργήσουν ένα πλέγμα που θα προστατεύει τους πολίτες και θα δίνει το έναυσμα στους νέους να παραμένουν στην Ελλάδα και να ονειρεύονται ένα καλύτερο μέλλον, μέσα στο οποίο θα είναι και η δημιουργία της προσωπικής τους οικογένειας.

[1] Η Ελλάς με αριθμούς: https://www.statistics.gr/greece-in-figures

Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2017

«Όταν δεν ξέρεις πού πηγαίνεις, κοίτα από πού έρχεσαι!»

«Πάντα έλεγα πως δεν θα επιτρέψω τα παιδιά μου να μεγαλώσουν σε ένα κλίμα έντασης και καβγάδων. Θα τους προσφέρω μια άλλη πραγματικότητα διαφορετική από αυτή που έζησα εγώ όταν ήμουν παιδί. Τότε που οι γονείς μου μάλωναν διαρκώς και ξεσπούσαν σε εμάς. Τότε που έβλεπα τη μαμά μου να διεκδικεί τα αυτονόητα, να κλαίει, να φωνάζει και το μπαμπά μου συνέχεια να απομακρύνεται. Ώσπου ο μπαμπάς έφυγε από το σπίτι. Το διαζύγιο μας τρόμαξε και μας έδεσε με ένα περίεργο τρόπο. Εμείς που μείναμε πίσω πρέπει να είμαστε ενωμένοι, αλλιώς θα χαθούμε, ήταν το ασυνείδητο μήνυμα που πήραμε. Έκτοτε λειτουργούμε σαν μια μονάδα, που δεν αφήνει χώρο για προσωπικές ανάσες». Αυτά ήταν από τα πρώτα λόγια της Ειρήνης όταν με επισκέφτηκε στο γραφείο. Και συνέχισε λέγοντας «Τώρα καταξιωμένη πια στη δουλειά μου, ευτυχισμένη μαμά δύο παιδιών, έρχομαι αντιμέτωπη μπροστά στο αναπάντεχο. Αισθάνομαι ξένη μέσα στη σχέση με τον άντρα μου. Το μόνο που μας συνδέει πλέον είναι οι καβγάδες. Ανελέητοι καβγάδες με ασήμαντες αφορμές. Με πολύ σημαντικές όμως αιτίες. Εκείνος με κατηγορεί πως τον παραμελώ, πως δεν έχω μυαλό παρά μόνο για τα παιδιά και τη δουλειά μου. Και σαν να μην έφτανε αυτό, το λίγο υστέρημα του χρόνου και της ενέργειας, με κατηγορεί πως το ξοδεύω στη μητέρα μου. Και τι να κάνω δηλαδή; Να την αφήσω αβοήθητη, μόνη είναι στον κόσμο. Την παράτησε ο πατέρας μου, δεν θα την παρατήσω κι εγώ. Από την άλλη εγώ νιώθω πως είναι απόμακρος, δεν με νοιάζεται, δεν κατανοεί τις δυσκολίες και τα ζόρια μου κι όσο πάει απομακρύνεται. Κι όσο απομακρύνεται τόσο δυναμώνουν οι καβγάδες».

Αυτοί οι δύο άνθρωποι όταν παντρεύτηκαν ονειρευόταν μια άλλη ζωή από αυτή που έζησαν ως παιδιά. Ως ένα σημείο της κοινής τους πορείας το πέτυχαν. Τι στράβωσε όμως; Τι δεν κάνανε καλά; Και τι επίδραση θα έχει αυτό στα δικά τους παιδιά;

Με αυτά τα πιεστικά ερωτήματα να τη βασανίζουν ήρθε η Ειρήνη, ζητώντας άμεσες απαντήσεις. Ερωτήματα όμως που δεν μπορούσαν να βρουν εύκολες και γρήγορες απαντήσεις. Που για να απαντηθούν χρειαζόταν να κάνει μια βουτιά μέσα της και μέσα στους κόλπους της πατρικής της οικογένειας, εκεί που μεγάλωσε και ανέπτυξε την δική της ταυτότητα.  Εκεί θα έκανε τις πρώτες κατανοήσεις για να ανακαλύψει το δικό της μερίδιο ευθύνης για την εξέλιξη της συντροφικής της σχέσης. Εκεί θα μπορούσε να δει τι συνέβη και αναπαρήγαγε το μοντέλο της σχέσης που είχαν οι δικοί της γονείς, ενώ πάντα ήθελε να ξεφύγει από αυτό. Σε αυτή τη διαδρομή θα καταλάβαινε πως δεν μπορείς να ξεφύγεις εύκολα από αυτό που φοβάσαι.

Όταν παντρεύτηκε με τον Κώστα σκέφτηκε πως αυτός ο άντρας θα είναι για πάντα μαζί της, δίπλα της σε όλα τα σπουδαία και καθημερινά τους γεγονότα. Γι’ αυτό τον παντρεύτηκε εξάλλου, επειδή αναζητούσε έναν άντρα που δεν θα είναι όπως ο πατέρας της, «λιποτάκτης», και ο Κώστας τότε τα υποσχόταν όλα αυτά μόνο με το βλέμμα του. Ήταν για εκείνον η μοναδική, η σπουδαία γυναίκα, που με τη σειρά της υποσχόταν πως θα τον φροντίζει για πάντα. Αυτό βλέπεις είχε ανάγκη εκείνος, μια μόνιμη αγκαλιά να τον φροντίζει άνευ όρων.

Η Ειρήνη τρόμαξε όταν συνειδητοποίησε πως μέσα από ασυνείδητες διεργασίες έφτασε στο σημείο οι σχέσεις στη δική της οικογένεια να μην έχουν και πολλές διαφορές από αυτές της πατρικής της οικογένειας. Αυτός ο τρόμος την οδήγησε σε εσωτερικές αναζητήσεις, κάνοντας συνδέσεις με την ιστορία των οικογενειακών της σχέσεων.

Μέσα από την ιστορία της Ειρήνης (στην οποία για ευνόητους λόγους το όνομα δεν είναι το πραγματικό) μπορούμε να κατανοήσουμε πόσο σημαντικό είναι να γνωρίζει κανείς σε βάθος την οικογενειακή του ιστορία και να συνειδητοποιεί τα μοτίβα των σχέσεων μέσα στα οποία μεγάλωσε και τα οποία καθορίσανε την προσωπικότητά του. Γιατί αυτή η γνώση μπορεί να οδηγήσει σε μια βαθύτερη γνώση του εαυτού και να φωτίσει διαφορετικά την καθημερινότητα και τα προβλήματα της.

Ο Ελύτης υποστήριζε πως δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από την πατρική μας οικογένεια ούτε κατά μια κρεατοελιά. Υποστήριζε δηλαδή με το δικό του ποιητικό τρόπο πως τα μέλη της οικογένειας βρίσκονται σε τόσο στενή σχέση αλληλεξάρτησης, που μοιάζει αδύνατο κάποιος να  αποφύγει τις επιρροές της, εκτός αν ο άνθρωπος κάνει μια ενσυνείδητη προσπάθεια για να αλλάξει. Γεννιόμαστε και μεγαλώνουμε μέσα σε μια οικογένεια, αυτή είναι το πρώτο και το πιο καθοριστικό σύστημα στο οποίο ανήκουμε, αυτή μας καθορίζει. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του Καζαντζάκη στην ασκητική που έγραφε «δεν μιλάς εσύ, η ράτσα σου μιλάει». Σαν να μας έλεγε δηλαδή πως το σενάριο της ζωής μας έχει γραφτεί γενιές πίσω από εμάς. Πως ότι κουβαλάει διαχρονικά η κάθε οικογένεια αποτελεί το χάρτη πάνω στον οποίο θα χαραχθεί η προσωπική μας διαδρομή.

Η κατανόηση επομένως των λειτουργιών της πατρικής οικογένειας και η συνειδητοποίηση των επιρροών που κουβαλάμε από αυτή είναι η πρώτη απαραίτητη γνώση για να χαράξουμε μια αυτόνομη πορεία στη ζωή.

Γιατί «Όταν δεν ξέρεις πού πηγαίνεις, κοίτα από πού έρχεσαι!»



Παρασκευή 26 Μαΐου 2017

Παίρνω το καπελάκι μου και φεύγω! Το διαζύγιο στα σύγχρονα ζευγάρια

Το ποσοστό των διαζυγίων στην Ελλάδα κυμαίνεται τα τελευταία χρόνια μεταξύ 30% και 35%, σαφώς αυξημένο σχετικά με παλιότερες μετρήσεις. Αφορά κυρίως ζευγάρια που έχουν ζήσει μαζί τουλάχιστον 10 χρόνια, έχουν παιδιά και οι έξι στους δέκα χωρίζουν συναινετικά.
Η περίοδος του διαζυγίου αποτελεί μια σημαντική, επώδυνη και κομβική στιγμή στη ζωή της οικογένειας και σηματοδοτεί μια απώλεια. Ως απώλεια, έστω κι αναγκαία, βιώνεται τις περισσότερες φορές ως ένα στρεσσογόνο γεγονός. Η κρισιμότητα της φάσης έχει οδηγήσει τα τελευταία χρόνια πολλά ζευγάρια σε αναζήτηση βοήθειας. Η εμπειρία μου με αυτά τα ζευγάρια λέει πως σημείο αιχμής και βασική αιτία του διαζυγίου είναι η ανωριμότητα των συζύγων, η αδυναμία τους να δεσμευτούν σε στέρεες σχέσεις και η διαρκής αναζήτηση του εφήμερου και του εύκολου. Είναι οι σχέσεις των χαμένων προσδοκιών και των ανεπίλυτων συγκρούσεων. Των μπερδεμένων ρόλων και των ανείπωτων συναισθημάτων.

Μέσα σε μια τέτοια σχέση ακόμη και η απόφαση να χωρίσουν είναι το ίδιο βασανιστική και μπορεί να αναβάλλεται για χρόνια. Φοβούνται να φύγουν, αλλά και δεν θέλουν να μείνουν στην σχέση, νιώθουν ασφυκτικά, αλλά και ενοχικά, είναι σίγουροι, αλλά σκέφτονται πως μπορεί να κάνουν και λάθος. Κάποτε με ρώτησε μια θεραπευόμενη πότε σταματούν δύο άνθρωποι να θέλουν να είναι μαζί. Ήταν σε μια φάση που όλες οι παραπάνω αντιφάσεις στροβιλιζόταν στο κεφάλι της, κι ενώ είχε αποφασίσει μέσα της να χωρίσει, κάτι την σταμάταγε. “Όταν σταματάνε να ονειρεύονται μαζί”, της απάντησα.

Συνήθως οι άνθρωποι χωρίζουν επειδή θεωρούν ο ένας δεδομένο τον άλλο και δεν έχουν καταφέρει μέσα στην σχέση να ανατροφοδοτήσουν τα προσωπικά τους νοήματα. Είναι οι συμβατικές και εξαρτημένες σχέσεις που στηρίζουν όλοι τους την ύπαρξη, στην ύπαρξη του άλλου. Είναι τα ζευγάρια που φοβούνται τις αλλαγές ή τις επικεντρώνουν στο πρόσωπο του άλλου. Έχουν δηλαδή πάντα μια κρυφή ή φανερή προσδοκία να αλλάξει ο άλλος/η στην κατεύθυνση του ιδεατού συντρόφου. Δεν είσαι όπως παλιά, διαμαρτυρόταν ο Σταύρος στην γυναίκα του. Θέλω την Δήμητρα που γνώρισα. Έτσι, κάθε απόπειρα της Δήμητρας να αλλάξει λειτουργούσε απειλητικά για τον Σταύρο. Εκείνη όμως πνιγόταν, ήθελε να αναπνεύσει καθαρό αέρα. Είχε συνειδητοποιήσει πολλά τον τελευταίο καιρό μέσα από τις συνεδρίες. Είδε τον εαυτό της στον καθρέπτη κι ένιωσε μια επιθυμία να πετάξει από πάνω της τον φόβο και να ορίσει τα προσωπικά της όρια και τις προσωπικές της συντεταγμένες. Δεν άντεχε άλλο ο Σταύρος να της ορίζει την ζωή, να ζηλεύει, να της κλέβει όλο το οξυγόνο. Δεν άντεχε να ζει για τους άλλους και μέσα από τους άλλους. Ήθελε να γίνει πρωταγωνίστρια στη ζωή της.

Λογικό είναι λοιπόν σε αυτή την φάση να κατηγορεί ο ένας τον άλλο για την κακή κατάσταση της σχέσης. Ο θυμός περισεύει και δύσκολα αναρωτιέται κανείς ποια είναι η δική του συμμετοχή στον καβγά και τι θα μπορούσε να αλλάξει για να βγει από το αδιέξοδο. Ο άντρας κατηγορεί την γυναίκα πως δεν τον φροντίζει και η γυναίκα τον άντρα πως δεν την καταλαβαίνει. Διασταυρώνουν συνεχόμενα πυρά ανεκπλήρωτων επιθυμιών, προσδοκώντας έστω και την ύστατη στιγμή να άλλαξει ο άλλος και να ανταποκριθεί στις ανάγκες του. Δεν ακούει όμως ο ένας τον άλλο, παρά εκγκλωβισμένοι ο καθένας στα δικά του μάχονται για το δίκιο τους, όπως το εγκλωβισμένο ψάρι στα δίχτυα. Είναι ακριβώς η φάση που το ζευγάρι χρειάζεται μια απόσταση (γιαυτό μπαίνει επιτακτικά και το ζήτημα του διαζυγίου). Που ο καθένας πρέπει να δει τον εαυτό του έξω από την σχέση. Να ορίσει αυτόνομα τις ανάγκες και τα προβλήματα του και να αναζητήσει λύσεις. Τα προβλήματα στη σχέση στην ουσία σε καλούν σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας και προσωπικής υπέρβασης. Εδώ ακριβώς περιπλέκονται να πράγματα. Είναι δύσκολες οι προσωπικές αλλαγές και πολύ εύκολο να φταίνε οι άλλοι.

Με διαφορετικό τρόπο αντιδρούν μπροστά στο ενδεχόμενο του διαζυγίου οι άντρες από τις γυναίκες. Οι άντρες παραλύουν. Συμπεριφέρονται ανώριμα ή προσπαθούν επιφανειακά να δείξουν πως είναι πρόθυμοι να αλλάξουν. Ο άντρας φοβάται περισσότερο το διαζύγιο ως ένα κοινωνικό πλήγμα στην αξιοσύνη του, το θεωρεί δηλαδή ως προσωπική αποτυχία και πλήττεται το κοινωνικό του κύρος. Αισθάνεται ταυτόχρονα πολύ ευάλλωτος συναισθηματικά και δεν θέλει να χάσει την συν-τροφό του, ειδικά όταν αυτή έχει πάρει τον ρόλο της μαμάς του. Ο άντρας μέσα του πονά, φοβάται, είναι μπερδεμένος, θυμωμένος και σε αδιέξοδο. Δεν είναι αυτός που συνήθως θέλει να φύγει από τον γάμο, αλλά δεν ξέρει και τι να κάνει για να τον κρατήσει. Θυμάμαι τον Αντρέα, που ενώ η γυναίκα του τον είχε απατήσει, ψάχνοντας έναν έμμεσο τρόπο να χωρίσει από αυτόν, ήρθε στο γραφείο μου με το αίτημα να τον βοηθήσω να κατανοήσει πως φτάσανε σε αυτό το σημείο με την γυναίκα του, να δει τι λάθη έκανε για να “σώσει τον γάμο του”. Τελικά τα κατάφερε.

Από την άλλη οι γυναίκες κοινωνικά θεωρούν το διαζύγιο σαν μια κατάκτηση στην πορεία της γυναικείας χειραφέτησης. Το διαζύγιο τους δίνει την δυνατότητα να φύγουν από μια τελειωμένη και νεκρή σχέση. Νιώθουν πως τους απελευθερώνει. Αλλά δεν είναι και σίγουρες. Επειδή παραδοσιακά είναι εκείνες που στηρίζουν τον γάμο ακόμη κι αν θέλουν να χωρίσουν κουβαλούν μέσα τους την ενοχή.

Η εμπειρία έχει δείξει πως οι γυναίκες στέκονται πιο ώριμα και αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη συνέπεια και υπευθυνότητα το ζήτημα του διαζυγίου, αλλά κι εκείνες νιώθουν ανασφάλεια, άγχος, θυμό και φόβο. Η Ελένη αποφάσισε να χωρίσει από τον άντρα της όταν ο γιός της ήταν 5 ετών. Παρότι φοβόταν για τις αντιδράσεις του άντρα της και τις συνέπειες που θα είχε στο γιό της, πήρε την μεγάλη απόφαση. Οι ανησυχίες της δυστυχώς επαληθεύτηκαν: ο άντρας της αρχικά δεν ήθελε να φύγει από το σπίτι, μιλούσε αρνητικά στο παιδί για την μαμά του και όταν τελικά έφυγε η συμπεριφορά του έγινε ακόμη χειρότερη. Η Ελένη έπρεπε να ακροβατεί μεταξύ της υπεράσπισης των συναισθημάτων της και της προσπάθειας να διατηρεί ένα καλό κλίμα. Να μην κατηγορεί τον πρώην άντρα της στο γιό της, να ανέχεται τις δικές του κατηγορίες και συκοφαντίες και παράλληλα να ανησυχεί για τα πρακτικά και οικονομικά ζητήματα της μονογονεϊκής της οικογένειας. Σημαντικό παράγοντα για να τα καταφέρει, πέραν της ψυχοθεραπείας, αποτέλεσε και η πατρική της οικογένεια, από την οποία είχε την αποδοχή και υποστήριξη που είχε ανάγκη για να σταθεί δυνατή.

Η απόφαση να χωρίσει το ζευγάρι δημιουργεί πολύ άγχος και φέρνει τους ανθρώπους μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις για προσωπικές αλλαγές και επανακαθορισμό των στόχων. Πολλές φορές το διαζύγιο είναι πιο δύσκολο στην διαχείρισή του από την ίδια την σχέση επειδή αναδεικνύει τα πολλά και σοβαρά προβλήματά της. Είναι όμως και μια ευκαιρία οι σύζυγοι να πάρουν μια απόσταση από την σχέση και να επιχειρήσουν να κατανοήσουν τον εαυτό τους. Να αξιοποιήσουν τον χωρισμό προς όφελος της προσωπικής τους ωρίμανσης.
Σε επόμενο άρθρο μου θα μιλήσω για το πως βλέπουν τα παιδιά το διαζύγιο και πως πρέπει να το διαχειριστούν οι γονείς με το μικρότερο δυνατό κόστος.


Γιώργος Γιαννούσης
Ψυχοθεραπευτής, οικογενειακός θεραπευτής
Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας