Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρίση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρίση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Ιουλίου 2024

Το ανάθεμα της πανδημίας

Η διαχείριση της πανδημικής κρίσης δημιούργησε την εξής δυσλειτουργική ψυχολογική άμυνα στην κοινωνία μας -αλλά και στον καθένα ξεχωριστά: μας εκπαίδευσε να διοχετεύουμε τις αιτίες των κρίσεων σε εξω-συστημικούς παράγοντες και να αποποιούμαστε κάθε ευθύνη, αλλά και κάθε δυνατότητα κριτικού αναστοχασμού σε ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Ανέδειξε δηλαδή με κρότο το παράδοξο της έννοιας της ατομικής ευθύνης.

Το κυριότερο όμως είναι πως η πανδημική κρίση έριξε το «ανάθεμα» των αιτιών στον κοινωνικό δεσμό και μας «δίδαξε» πως ο άλλος, ο κάθε άλλος, είναι μια ενδεχόμενη απειλή για την υγεία μας. Απομονωθήκαμε τόσο που δεν μας κάνει πλέον εντύπωση η διάλυση των δεσμών και η συνακόλουθη δίνη της μοναχικότητας.

Κατά το διαίρει και βασίλευε, η κοινωνία μας πορεύεται κατακερματισμένη σε μοναχικές οντότητες, δίχως συλλογικά οράματα, αλλά και δίχως συλλογικά όρια και ηθικές ταυτίσεις. Γίνεται επομένως ευάλωτη και κινδυνεύει, όπως κάθε σώμα που δεν έχει ισχυρές αντιστάσεις.
Αυτή η διάρρηξη του κοινωνικού ιστού επιχειρείται όμως ταυτόχρονα και μέσα από την ρήξη της εμπιστοσύνης που έχουν οι πολίτες στους θεσμούς που είναι ή θα έπρεπε να είναι οι κατεξοχήν συνδετικοί κρίκοι μιας κοινωνίας. Σήμερα κι εν μέσω πολλαπλών κρίσεων και κατά διαβολεμένης σύμπτωσης μιας αναπαραγωγής των ιστορικών συνθηκών του μεσοπολέμου, οι ψυχολογικές μας άμυνες καταρρέουν συμπαρασυρόμενες από την ηθική κατάρρευση των θεσμών και την ανάδειξη του διπολικού τους χαρακτήρα, δηλαδή, από την συνειδητή ακύρωση του σκοπού της ύπαρξής τους. Ή με άλλα λόγια την μετατροπή των θεσμών από προστάτες του κοινωνικού ιστού σε πολέμιους αυτού. Η αλληλουχία των συνεχόμενων κρίσεων ανέδειξε αυτή την σκοπιμότητα και την διάβρωση ορισμένων θεσμών, όπως αυτή του κράτους ως θεσμική οντότητα, το οποίο, αντί των συλλογικών, υπηρετεί τα ολιγαρχικά συμφέροντα επιδοτώντας την φτώχεια, αλλά και άλλων θεσμών, που ενώ υπάρχουν για να καλλιεργούν την δημοκρατία, την ισονομία, την πνευματική καλλιέργεια, κ.ο.κ., εργαλειοποιούνται προς όφελος όσων τους διοικούν. Όλοι αυτοί οι θεσμοί, εν τέλει, αποκτούν ένα συμπαγές πρόσωπο και διαμορφώνουν ένα κλειστό σύστημα (κύκλωμα) εξουσίας, το οποίο γεννά μια τερατόμορφη κοινωνία με αποκλεισμούς και διαιρέσεις.
Η αναγκαιότητα ανασυγκρότησης του κοινωνικού δεσμού εκ των έσω και η ενίσχυση των συλλογικών προτύπων, αξιών και αρχών είναι άμεση και επιτακτική και έχει να κάνει με την μορφή και την ποιότητα της δημοκρατίας σε κάθε κοινωνία. Μια «δημοκρατία» που ψάχνει να βρει στηρίγματα και διεξόδους να ανασάνει, όσο κι αν φαίνεται πλέον πως η νέα μορφή του καπιταλισμού, σε Δύση και Ανατολή, δεν την χωρά, αλλά τείνει προς ένα όλο και περισσότερο ολιγαρχικό σύστημα εξουσίας.
ΥΓ: Δεν συγκρίνω την μορφή και την ποιότητα της δημοκρατίας μας με όσα συμβαίνουν σε θεοκρατικά ή άλλα αυταρχικά καθεστώτα, όμως υπενθυμίζω πως οι κοινωνίες μας χειροτερεύουν επειδή έχουμε πάψει να τις ονειρευόμαστε καλύτερες.

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2022

Σημασία δεν έχει ποιος είσαι, αλλά τι και πόσο καταναλώνεις

    Για πολλές δεκαετίες αυτό ήταν το πρόσημο του ανθρώπου στη Δύση, ένα ατομοκεντρικό ον που εκτονώνει τα πάθη του μέσα από το «δικαίωμα» στην κατανάλωση. Το μοντέλο αυτό έφτασε στα όρια του στις μέρες μας, αφού προηγουμένως οδήγησε εκτός των άλλων και σε μια εκτεταμένη κλιματική κρίση, επιζήμια για το περιβάλλον και τον άνθρωπο. Το μοντέλο της άκρατης κατανάλωσης δεν είναι πλέον λειτουργικό κι εγκυμονεί κινδύνους σε όλα τα πεδία.

Βέβαια τα συστήματα εξουσίας έχουν κινητοποιηθεί και πασχίζουν με γνωστούς και νέους τρόπους να δημιουργήσουν νέες ισορροπίες και νέα διακυβεύματα. Στην προσπάθεια αυτή ένας παλιός τρόπος, ο φόβος, έρχεται με ένα νέο πρόσωπο να συνδράμει στη μετάλλαξη και αναπαραγωγή της υφιστάμενης κατανομής εξουσίας.

Χρειάζεται επομένως να δούμε με περισσότερο σκεπτικισμό την εξάπλωση του φόβου ως το νέο κοινωνικό μοντέλο διαχείρισης των κρίσεων και των ενδεχόμενων κοινωνικών εντάσεων, άρα και χειραγώγησης της μάζας, όπου ο οδηγός δεν είναι πλέον η εκτόνωση αλλά η συμμόρφωση.

Οι νέες συνθήκες απαιτούν συμμορφωμένους ανθρώπους, ίσως όχι όπως ο πρώιμος βιομηχανικός εργάτης, αλλά ένα μοντέλο αυτόκλητης συμμόρφωσης, η οποία επενδύεται ιδεολογικά ως το νέο αξίωμα των «υγιών» κοινωνιών. Η συμμόρφωση ως διαδικασία είναι ένα διακύβευμα που βεβαίως αναπτύσσεται ευκολότερα στο πρόσφορο έδαφος της κοινωνικής απομόνωσης.

Το ιδεολόγημα αυτό καλλιεργείται χρόνια τώρα, όμως η συγκυρία της πανδημικής κρίσης του covid-19 έρχεται να του δώσει μια νέα μεγάλη ώθηση. Τι ακριβώς επιχειρείται; Η ρήξη οποιαδήποτε μορφής ολιστικής θέασης των κοινωνιών. Η εξάρθρωση της ολότητας των κοινωνιών γίνεται το βασικό ιδεολόγημα, ένα ιδεολόγημα που δημιουργεί μια ψευδή συνείδηση στο κάθε ξεχωριστό της μέλος, το οποίο κατά συνέπεια απογυμνώνεται από τις κοινωνικές του αναφορές και μένει ακάλυπτος και μόνος έναντι μιας ατομικής ευθύνης που τον ενοχοποιεί ως τον μόνο υπεύθυνο και υπαίτιο.

Η κοινωνία με άλλα λόγια γίνεται αντιληπτή ως άθροισμα ατόμων και όχι ως ένα πλέγμα κοινωνικών σχέσεων και αντιστοίχως όλα τα επιμέρους συστήματα, όπως η οικογένεια, εκλαμβάνονται όχι μέσα από το πρίσμα της διασύνδεσης, αλλά νοούνται ως αυθύπαρκτες οντότητες που λειτουργούν ανεξάρτητα από τους κοινωνικο-πολιτισμικούς παράγοντες και το κυρίαρχο σύστημα αξιών.

Η αναζήτηση όμως της ταυτότητας, ατομικής ή συλλογικής, έξω από το κοινωνικό γίγνεσθαι και τη φυσική πραγματικότητα, ιδεολογικοποιεί το πρόβλημα και μετατρέπει την ανάλυση των δομικών κοινωνικών αιτιάσεων σε ψυχολογία των ατομικών διαφορών. Έτσι όμως αποσυνδέει την ατομική βιογραφία από τις συλλογικές της αναφορές και την αποστειρώνει από τις κοινωνικές μορφοποιήσεις που εγκολπώνονται μέσα της.

Το κυρίαρχο εργαλείο της παραπάνω αποδιάρθρωσης του κοινωνικού είναι η αίσθηση της διασύνδεσης που παρέχει η τεχνολογία. Οι άνθρωποι όλο και περισσότερο αισθάνονται διασυνδεδεμένοι δίχως να είναι όμως στην πραγματικότητα. Αυτή η εργαλειοποίηση του ανθρώπου επιχειρείται μέσα από τις μεγάλες δυνατότητες του διαδικτύου, μέσω του οποίου οι άνθρωποι δίχως να μετακινούνται θα εργάζονται, θα διασκεδάζουν και θα επικοινωνούν.

Γίνεται επομένως ευθέως κατανοητό πως το ανάθεμα που ρίχνει ο κίνδυνος της πανδημίας του covid-19 είναι στην έννοια του κοινωνικού δεσμού, η οποία ενοχοποιείται και προκρίνεται αντ’ αυτής η ασώματη επικοινωνία και κατά κάποιο τρόπο η ασυναισθηματική, διαλλειπτική και απόμακρη κοινωνικότητα του διαδικτύου, ακόμη και στο φυσικό περιβάλλον.

Αυτή η πράγματι ιδιότυπη μοναξιά του ανθρώπου, καθώς και ο ιδιόμορφος εγκλωβισμός στον απέραντο κόσμο του διαδικτύου δημιουργεί ένα νέο υπόδειγμα ανθρώπου, ενός ανθρώπου που δεν μεταβάλλεται απλώς η κουλτούρα του, αλλά μεταβαίνει σε ένα νέο ανθρωπολογικό είδος, τον μετ-άνθρωπο του διαδικτύου.

Θα ήθελα να περικλείσω όμως αυτή την αναφορά με κάτι αισιόδοξο, πως ο άνθρωπος δύναται υπό οποιεσδήποτε συνθήκες να νοηματοδοτεί τη ζωή του και να φύεται στις ρωγμές της ιστορίας με την ελπίδα να αναγεννηθεί σε κάτι νέο, δυνατό κι όμορφο.

Εδώ λοιπόν στις ρωγμές των κρίσεων και σε ό,τι μας κάνουν να νιώθουμε ας αισθανθούμε πως δεν είμαστε μόνοι, διότι τα συναισθήματά μας έχουν σφυρηλατηθεί στο αμόνι της συγκυρίας, έχουν τις ρίζες τους και αλληλεπιδρούν με το ευρύτερο κοινωνικο-ιστορικό γίγνεσθαι κι ως εκ τούτου μας συνεγείρουν σε μια σχεσιακή κατεύθυνση ως αναγκαία και ικανή παράμετρο της αυτοπραγμάτωσής μας.

Έχουμε λοιπόν ανθρωπολογικό χρέος να αντισταθούμε στη μοναξιά που μας επιβάλλεται και να ορίσουμε το νέο σχεσιακό περιβάλλον ενισχύοντας τον κοινωνικό δεσμό.
Η αντίσταση στον φόβο είναι η μέγιστη πολιτική πράξη των καιρών μας

 

Παρασκευή 2 Ιουνίου 2017

Κοινωνία του μίσους και της οργής

Η οικονομική κρίση έφερε πολλές –δυσάρεστες- αλλάγες στην ζωή μας. Οι κοινωνικές ανισότητες μεγάλωσαν και συνεχώς μεγαλώνουν και το όνειρο μιας πιο δίκαιης κοινωνίας απομακρύνεται όλο και περισσότερο. Κι όχι μόνο εδώ σε μας. Τα δεδομένα σε παγκόσμιο επίπεδο αποτελούν μια αδιάψευστη αλήθεια:  τεράστια συσώρευση του πλούτου στα χέρια λίγων ανθρώπων και παράλληλη αύξηση της ανέχειας, της πείνας και της εξαθλίωσης.

Μέσα σε αυτό το ζοφερό περιβάλλον, στην χρονική συγκυρία που ο καπιταλισμός τρώει τα παιδιά του, παρατηρούνται φαινόμενα, κυρίως στον εικονικό κόσμο του διαδικτύου, μιας κοινωνικής διαμαρτυρίας με την κωδική ονομασία το κίνημα του “ψόφα”. Παρατηρείται δηλαδή μια αύξηση του μίσους και της οργής που έχει όμως εικονικά χαρακτηριστικά. Αναπτύσσεται στον “προστατευμένο” κόσμο του διαδικτύου και σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί απειλή για το σύστημα. Τουλάχιστον έτσι όπως αναπτύσσεται άναρχα, διακεκομένα και άστοχα. Το άστοχα έχει να κάνει κυρίως με το γεγονός πως το μίσος και η οργή πληγώνει αυτόν που το εκπορεύει κι όχι τον υποτιθέμενο αποδέκτη. Ο καθένας που μπαίνει στην παγίδα της ρητορικής του μίσους, απλά δηλητηριάζει την ψυχή του και πλήττει τον χαρακτήρα του.

Αυτές οι άσφαιρες απόπειρες οργής δείχνουν ένα εσωτερικό διάλογο που δεν έγινε. Σαν τον θυμωμένο άνθρωπο που δηλώνει εξοργισμένος με τον γείτονά και φαντάζεται πως τον εκδικείται με ένα σωρό τρόπους στο μυαλό του. Μα ποτέ δεν έχει την δύναμη να πάει να λύσει τις διαφορές του. Το διαδίκτυο σου δίνει μια ψευδαίσθηση παντοδυναμίας –δυστυχώς-, ένα σκαμνί να ανέβεις μερικούς πόντους. Το ίδιο αυτό σκαμνί όμως γίνεται η βάση που κάποιος ισχυρός να τραβήξει όταν σου βάλουν την θηλειά στο λαιμό.

Προφανώς κάποιος μπορεί πει πως το φαινόμενο αυτό είναι το αίτιο της αύξησης των οικονομικών ανισοτήτων. Αν είναι έτσι τότε σίγουρα μπορούμε να πούμε πως ο τρόπος αυτός αντίδρασης είναι σαν να πολεμάς με ξίφος απέναντι σε κανόνια.
Το φαινόμενο έχει πολλές αναγνώσεις και διαστάσεις. Είναι σημάδι μιας κοινωνικής έντασης και μια προσπάθεια ατομικής διαχείρισης της. Σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί συλλογικό διακύβευμα και δεν οριοθετείτε με πολιτικούς και ιδεολογικούς όρους. Είναι μια απελπισμένη προσπάθεια σε συναισθηματικό επίπεδο να αντέξει ο άνθρωπος τα δεινά του, αλλά ταυτόχρονα και μια αυταπάτη μεγαλομανίας.

Συνήθως αυτός που αισθάνεται πως είναι σε μειονεκτική θέση, πως αδικείται (ο αδύναμος) υιοθετεί συμπεριφορές που ξε-φεύγουν από την κυρίαρχη ηθική και τους κυρίαρχους κανόνες συμπεριφοράς. Είναι ένα είδος κοινωνικής αντίδρασης που μοιάζει με την συμπεριφορά που έχουν τα αντιδραστικά παιδιά στην οικογένεια. Αυτές οι συμπεριφορές είναι μεν αναμενόμενες, αλλά εντελώς ανώριμες και στηρίζονται σε μια σχεδόν μεταφυσική αίσθηση αποκατάστασης της αδικίας (θεέ μου κάνε κάτι να ψοφίσει η κατσίκα του γείτονα).

Η ελληνική κοινωνία είναι αφενός ταξική, αφετέρου δεν οργανώθηκε με καπιταλιστικούς όρους ανάπτυξης (για να απολαύσει ενδεχομένως και τα καλά του καπιταλισμού). Είναι όμως ταυτόχρνα και αρκούντως διαιρεμένη. Οι διχασμοί της είναι πολλοί και παντού, απλωμένοι με έναν συστημικό τρόπο σε όλες τις εκφάνσεις τις κοινωνίας. Από το ίδιο το άτομο, την οικογένεια, τα επιμέρους συστήματα (σχολείο, κόμματα, συνδικαλιστικές οργανώσεις, κλπ, ακόμη και την εκκλησία).

Θα λέγαμε επομένως πως οι εκφάνσεις του μίσους είναι μια κοινωνική συμπεριφορά βαθιά διχασμένων ανθρώπων, άρα και ανθρώπων ακινητοποιημένων. Ακινητοποιημέων γιατί πάντα η επίκληση για αλλαγή και πρόοδο γίνεται με αναφορά τους άλλους.

Κάτι τέτοιο δεν γίνεται άραγε -σε ψυχολογικό επίπεδο- στα άτομα, στις οικογένειες, στις ομάδες; πόσοι και πόσοι άνθρωποι μπλοκαρισμένοι και αδρανείς ζηλεύουν την επιτυχία του διπλανού τους. Πόσα ζευγάρια ταμπουρώνονται ο καθένας στο δικό του δίκιο και στείνουν έναν ανελέειτο πόλεμο στα χαρακώματα της οικογένειας, με μόνιμα θύματα τον άμαχο πληθυσμό (τα παιδιά).

Από την εποχή «που λεφτά υπήρχαν» μεσολάβησαν πολλά. Ο πλούτος άλλαξε χέρια και ο οικονομικός χάρτης της Ελλάδας αλλάζει συνεχώς προς το χειρότερο (με την αποβιομηχανοποίηση και την μαζική μεταφορά των επιχειρήσεων σε χώρες των Βαλκανίων). Σταδιακά αλλάζει και ο κοινωνικός χάρτης (έχουμε νέο κύμα μεταναστών προς τις πλούσιες χώρες του βορά και αντίστοιχα προσφυγικά ρεύματα που εγκλωβίζονται στη χώρα. Αύξηση του ποσοστού των συνταξιούχων, μειώσεις των γεννήσεων και επομένως μεγάλο δημογραφικό πρόβλημα). Τίποτα δεν πάει καλά και δεν διαφαίνεται καμιά προοπτική ανάπτυξης. Ε, αυτό μας θυμώνει. Και ψάχνουμε να βρούμε τρόπους να αντιδράσουμε και να επιβιώσουμε. Πριν όμως σταθούμε να ρίξουμε τις ευθύνες στους άλλους και πριν ακόμη ορίσουμε τους εχθρούς μας (γιατί προφανώς σε μια ταξική κοινωνία υπάρχουν) ας αποδεχθούμε πως αυταπατηθήκαμε.

Αυταπάτες κοινωνικές, οικογενειακές, προσωπικές!

Τι μπορεί να γίνει;
Οι αυταπάτες χρειάζονται κάποιο φως για να τις φωτίσουν. Οι κοινωνικές αυταπάτες χρειάζονται ενδοσκόπηση, αλλά και εγρήγορση. Το ίδιο και οι άλλες. Από που θα ξεκινήσουμε; Μάλλον από το να φωτίσουμε τις προσωπικές μας, δημιουργώντας ένα πλαίσιο, μια δυναμική προς τα πάνω, στα άλλα συστήματα, την οικογένεια και την κοινωνία.
Η αυταπάτη της οργής όταν διαλυθεί θα μας δείξει την μεγάλη μας θλίψη!!!



Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

Μιλώ για την κρίση με το παιδί (με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου «μιλώ για την κρίση με το παιδί» του Ν. Σιδέρη)

Θα προσπαθήσω να μιλήσω για το βιβλίο ιχνηλατώντας την σκέψη του συγγραφέα, όπως αυτή αποτυπώνεται στο πολύ εύγλωττο και κατανοητό κείμενό του.
Το πώς μιλάμε για την κρίση στα παιδιά είναι ίδιο με το πώς τα μεγαλώνουμε για να ενταχθούν στον κόσμο των ενηλίκων. Η κρίση αλλάζει τα δεδομένα, χρειάζεται ερμηνεία, άλλες παραδοχές και ενδεχομένως άλλους υπαρξιακούς προσανατολισμούς. Ο συγγραφέας καταπιάνεται με την ερμηνεία της κρίσης και των συνεπειών της. Αναδεικνύει το μούδιασμα που έχουν οι άνθρωποι έναντι μιας κοινωνίας που καταρρέει μαζί με τους οικονομικούς δείκτες και επισημαίνει την αναγκαιότητα μιας συγκροτημένης και ορθολογικής αφήγησης για την κρίση. Ο ίδιος μας την δίνει με ένα ρεαλιστικό και συνάμα μυθιστορηματικό τρόπο.

Η γενεαλογία (ιστορία) της κρίσης
Η ιστορία της κρίσης έχει βαθιές τις ρίζες της στο παρελθόν, όταν από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 οι άνθρωποι σταδιακά χάσανε την δυνατότητα να χρησιμοποιούν τον λόγο, ένα βασικό εργαλείο, όχι μόνο επικοινωνίας, αλλά και συγκρότησης μιας συνεκτικής αφήγησης για τον εαυτό και τον κόσμο, άρα ένα βασικό εργαλείο συγκρότησης της προσωπικότητας. Οι λέξεις άρχισαν να χάνουν το νόημά τους και οι άνθρωποι άρχισαν να χάνουν το νοηματικό πλαίσιο και τον προσανατολισμό τους. Με αποτέλεσμα σταδιακά ο καταναλωτικός ναρκισσισμός να αλλοιώσει τη σχέση των ανθρώπων με τα πράγματα. Τα πράγματα γίνανε ιδέες, σύμβολα και καταναλωθήκαν με μανία, μέσα από ένα πρίσμα κατασκευής ψευδο-αναγκών και εικονικής πραγματικότητας. Έτσι, όπως αναφέρει ο συγγραφέας εκπίπτει το κριτήριο της πραγματικότητας, και οι άνθρωποι δεν μπορούν να μετουσιώσουν την εμπειρία σε γνώση: το πραγματικό και το εικονικό είναι σε πλήρη σύγχυση. Οι άνθρωποι της εποχής μας συνεχώς δεν πιστεύουν στα μάτια τους και διαρκώς πέφτουν από τα σύννεφα. Αυτή η περιχαρακωμένη έλλειψη νοήματος ανέδειξε κάποια τρωτά χαρακτηριστικά που μας καταδυναστεύουν (τους πολίτες και τους πολιτικούς). Η διαφθορά, η συνενοχή και η αναξιοκρατία κυριάρχησαν και διαμορφώσανε σταδιακά ένα νέο ήθος, έναν νέο έλληνα άνθρωπο με διάτρητο αξιακό σύστημα, βολεψάκια…
Και σαν να μην έφτανε αυτό τελευταία έχει στηθεί ένας μηχανισμός προπαγάνδας στα όρια του ψυχολογικού πολέμου με στόχο τα μυαλά των πολιτών και με σκοπό την πλήρη εμπλοκή της ικανότητάς τους να σκέφτονται. Με άξονα τις μνημονιακές πολιτικές στήθηκε ένας μηχανισμός ελέγχου της σκέψης και της συνείδησης που καθήλωσε τους έλληνες στους καναπέδες και στη δυστυχία τους. Ο συγγραφέας αναφέρει μια αγαπημένη μου έννοια, η οποία κρύβεται πίσω από τον έλεγχο που ασκείται: αναφέρει τον «διπλό δεσμό». Την έννοια αυτή πρωτοδιατύπωσε ο Bateson το 1965. Η υπόθεση του διπλού δεσμού ανιχνεύει την ύπαρξη –στις οικογένειες των σχιζοφρενών- παράδοξων, διφορούμενων και αντιφατικών μηνυμάτων (του τύπου κάτσε όρθιος). Στη σχιζοφρένεια κατά Bateson συμβαίνει ακριβώς αυτό που συμβαίνει σήμερα στην αναπαραγωγής της είδησης από τα κυρίαρχα ΜΜΕ: ορισμένα άτομα εμπλέκονται σε μια κατάσταση, όπου ο άλλος εκπέμπει δύο είδη μηνυμάτων τα οποία αντιφάσκουν μεταξύ τους και απλούστατα αδυνατούν να διακρίνουν τον τύπο του μηνύματος στον οποίο πρέπει να απαντήσουν.
Ζούμε μια σχιζοφρενική κατάσταση. Όταν για παράδειγμα τα στελέχη της τρικομματικής κυβέρνησης μιλούν για κάποιο ζήτημα, αναφέρονται απαξιωτικά στην ως τώρα κατάσταση –την οποία δημιούργησαν οι ίδιοι- και ταυτόχρονα παρουσιάζονται ως σωτήρες που θα σώσουν τον ελληνικό λαό από τα κακώς κείμενα. Να σε κάψω Γιάννη, να σ’ αλείψω λάδι δηλαδή!
Από την άλλη η αντιπολίτευση, που τόσα χρόνια κατήγγειλε το σάπιο σύστημα, μοιάζει τώρα –ή έτσι αναπαράγεται η είδηση- να υπερασπίζεται σημεία αυτού του συστήματος, στην προσπάθειά τους να το αλλάξουν και ταυτόχρονα να διατυπώσουν έναν αντιπολιτευτικό λόγο.
Έχουμε δηλαδή μια κυβέρνηση που είναι αντιπολίτευση στον εαυτό της…
…και μια αντιπολίτευση που παρουσιάζεται ως η συμπολίτευση του παρελθόντος.
Οι έλληνες, επομένως, ζουν μια σχιζοφρενική κατάσταση και κολυμπούν σε μια παραδοξότητα  (μαζί τα φάγαμε/ αλλά κάποιοι πεινάμε) που τους ακινητοποιεί. Καταρρέει το μέσα τους, αισθάνονται ανήμποροι και εκτός της συρρίκνωσης του εισοδήματος, οδηγούνται και σε συναισθηματικό μαρασμό (άγχος, πανικός, κατάθλιψη) που φτάνει ως την αυτοκτονία –μια πράξη που αποκτά πλέον ένα διαφορετικό πολιτικοκοινωνικό νόημα. Παράλληλα καταρρέει και η εσωτερική δομή των υποσυστημάτων της κοινωνίας. Καταρρέει το κοινωνικό κράτος και η έννοια του κοινωνικού δεσμού με την ταυτόχρονη ενεργοποίηση του κοινωνικού αυτοματισμού (η μια κοινωνική ομάδα εναντίον της άλλης), αύξηση της εγκληματικότητας και του ρατσισμού. Οι έλληνες όμως οδηγούνται και σε εκρήξεις, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Τα συμπτώματα της δυσφορίας εξωτερικεύονται και γίνονται θυμός και οργή.
Και φυσικά όλη αυτή η κατάσταση οδήγησε και σε μια πιο λειτουργική παραδοξότητα, στην ανάδειξη δηλαδή συμπεριφορών και θεσμών που πριν χρόνια μας φαινόταν παράδοξες, ενώ σήμερα αποτελούν αναγκαιότητα, όπως είναι οι διάφορες μορφές συλλογικότητας και αλληλεγγύης που αναπτύσσονται.
Το νέο αναμετράται με το παλιό: το παλιό το ξέρουμε, το νέο το φοβόμαστε, ενώ παράλληλα θα πρέπει να βρούμε δημιουργικούς τρόπους για να το διεκδικήσουμε. Γιατί μην το ξεχνάμε το νέο το διεκδικούν πολλοί –προς τα πού θα πάει η ελληνική κοινωνία είναι το διακύβευμα της εποχής και φυσικά με ποιον τρόπο.

Τα παραπάνω συνιστούν ένα σκηνικό κρίσης, δηλαδή μετάβασης, και υφαίνουν έναν καμβά με κλωστές την απόγνωση, την οργή, τον φόβο, την αγωνία και όλα αυτά την παράλυση, το μούδιασμα.
Οι ενήλικες λοιπόν έχουν πολύ μεγάλο φορτίο να διαχειριστούν και δεν ξέρουν τον δρόμο. Ο συγγραφέας υποδεικνύει έναν, ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία αυτών που μας οδήγησαν εδώ: Πρώτο προτείνει μια θεραπεία αλήθειας. Να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Να στρέψουμε το δάκτυλο στον εαυτό μας και μέσα από τις προσωπικές μας συνειδητοποιήσεις να στραφούμε προς τα έξω. Και δεύτερον, ζώντας συνειδητά (ομολογουμένως), να ξαναανταμωθούμε με τους ανθρώπους, να νιώσουμε την αναγκαιότητα της συνύπαρξης.
Αυτό είναι το χρέος μας έναντι της επόμενης γενιάς, έναντι των παιδιών μας.

Πως μιλώ λοιπόν για την κρίση με το παιδί
Είμαστε η πρώτη γενιά –εδώ και πολλές δεκαετίες- που τα παιδιά μας κινδυνεύουν να ζήσουν χειρότερα από μας. Που είτε οι γονείς, είτε η χώρα μας γενικότερα, δεν επαρκούν να θρέψουν τα παιδιά τους. Που το παιδί από επίκεντρο της καταναλωτικής οικογένειας χάνει σταδιακά τα υλικά αγαθά και τα προνόμια που είχε.
Ως εκ τούτου το πως μιλώ για την κρίση με το παιδί έχει κυρίως να κάνει και με τι σκοπό μιλώ για την κρίση στο παιδί. Σκοπός δεν μπορεί να είναι παρά η διαπαιδαγώγηση του παιδιού σε ένα νέο πλαίσιο αρχών και αξιών, έξω και μακριά από αυτό που ύφαινε η οικογένεια για τα εγωπαθή και ναρκισσιστικά παιδιά της. Στόχος της κουβέντας για την κρίση είναι να μάθουμε στο παιδί πως η ζωή έχει κανόνες, τους οποίους   χρειάζεται να βλέπει με ρεαλισμό, ακόμη κι αν είναι να τους αλλάξει, γιατί πρώτα πρέπει να τους υιοθετήσει, να τους κατανοήσει και έπειτα μέσα από την αμφισβήτηση να τους ανατρέψει. Ο ρεαλισμός, η ικανότητα να στέκεσαι όρθιος και η εμπιστοσύνη στον εαυτό, είναι πίσω από τις λέξεις και τις ερμηνείες της κρίσης.
Τα παιδιά βλέπουν και διαισθάνονται την κρίση με διαφορετικό τρόπο από ότι οι ενήλικες. Είτε επειδή η εμπειρία μετουσιώνεται σε γνώση με ένα πιο ασυνείδητο τρόπο, είτε επειδή οι μεγάλοι τα προστατεύουμε, όσο μπορούμε. Έτσι το πότε θα επιλέξουμε να μιλήσουμε στο παιδί εξαρτάται καταρχήν από το πόσο έχει πληγεί από την κρίση η καθημερινότητά τους, τόσο σε επίπεδο υλικών αγαθών όσο και σε επίπεδο συναισθηματικού φορτίου (εντάσεις, αυξημένο άγχος κλπ). Στο μεγαλύτερο παιδί θα μιλήσουμε και γιατί εκείνο θα μας ρωτήσει: τα ερεθίσματα πολλά, είτε τα δέχεται μέσα στο σπίτι, είτε στο κοινωνικό του περιβάλλον. Αλλά θα μιλήσουμε και πριν του επιτρέψουμε να αναλάβει ρόλους «σωτήρα» που αναλαμβάνουν τα παιδιά όταν νιώσουν πως κινδυνεύει η συνοχή της οικογένειας. Έτσι στο σωστό χρόνο, με βάση τα παραπάνω θα μιλήσουμε στο παιδί για τις συνέπειες της κρίσης, όταν το παιδί χρειάζεται, περιμένει ή ζητά και μπορεί να ακούσει τα λόγια των μεγάλων, έτσι ώστε να μπορεί να αξιοποιήσει τη νέα γνώση.
Στο σωστό χρόνο λοιπόν και στη σωστή δόση το παιδί μπορεί να γίνει συμμέτοχο  στο νέο γίγνεσθαι της οικογένειας, να νιώσει ότι ανήκει και να νιώσει πως οι νέες συνθήκες αντί να διαλύσουν, μπορεί να ενισχύσουν αυτό το αίσθημα του ανήκειν.

Τι λέμε όμως στα παιδιά για την κρίση
Καταρχάς, το παιδί χρειάζεται με διαφορετικά λόγια ανάλογα με την ηλικία του, να κατανοεί το συστημικό του περιβάλλον, τον κόσμο γύρω του και κυρίως χρειάζεται να του μάθουμε πως η ζωή δεν είναι εύκολη, οι αδικίες και οι ανισότητες καραδοκούν.
Παράλληλα να μάθει, σύμφωνα με την κουλτούρα, τις αρχές και αξίες της οικογένειας, να επιβιώνει και να δημιουργεί μέσα σε αυτό το περιβάλλον. Αφού πρώτα, όπως εξήγησα αρχικά το έχει απαντήσει ο γονιός για τον εαυτό του.
Η υπέρβαση της αντιξοότητας και η μετάλλαξή της σε κάτι δημιουργικό είναι ένα σπουδαίο μάθημα ζωής. Ευτυχώς εμείς οι έλληνες το βιώνουμε στο πολιτισμικό μας DNA. Πολλές φορές στην ιστορία μας χρειάστηκε να αντιμετωπίσουμε μια βάρβαρη αντιξοότητα και ως εθνικό υποκείμενο να οδηγηθούμε σε αναθεωρήσεις της συλλογικής μας ύπαρξης. Τα κλειδιά (τα ελληνικά κλειδιά) της υπέρβασης που οδηγεί σε νέα ταυτοποιητικά μονοπάτια σύμφωνα με τον συγγραφέα είναι τρία:
α) Η ανθρώπινη σχέση,
β) Η υπαρξιακή αίσθηση του χρόνου και
γ) Η επινοητικότητα των Ελλήνων.

Έξω από τις ιστορικές μας καταβολές σημαντικό είναι, τέλος, να σταθούμε κριτικά έναντι του εαυτού μας και να προσπαθήσουμε να ξαναορίσουμε τα δεδομένα της ύπαρξής μας – το σκοπό της ζωής μας, με άλλα λόγια.
Και αυτή η αναθεώρηση να είστε σίγουροι πως θα φέρει ανατροπές στους επιμέρους στόχους της ζωής μας, αλλά και στις αξίες, τους ρόλους με βάση τους οποίους θα επιδιώξουμε να υπηρετήσουμε αυτούς τους στόχους. Και βέβαια θα επιφέρει αλλαγές στους κώδικες συμπεριφοράς μας και τις καθημερινές μας συνήθειες.
Αυτή η προσωπική υπέρβαση και αναπλαισίωση του τρόπου ζωής μας, απαιτεί νέες αφηγήσεις για τον εαυτό και τον κόσμο. Και μια που λέω για αφηγήσεις, τελειώνω, υπενθυμίζοντας την προτροπή του συγγραφέα να μιλάτε στα παιδιά για την κρίση μέσα από αφηγήσεις και ιστορίες. Γιατί όσα επιχειρήματα και να τους αραδιάσετε αυτό που θα ακούσουν είναι ο λόγος που θα βρει απήχηση στον κόσμο της φαντασίας τους. Γι’ αυτό μια ιστορία, ένα βιβλίο, μια ταινία, μια θεατρική παράσταση, μπορούν να μιλήσουν απευθείας στην καρδιά ενός παιδιού και να το βοηθήσουν να κατανοήσει αυτό που περνούν.
Αυτή η συγκυρία, η οικονομική κρίση που ζούμε, αλλάζει συθέμελα τον σκοπό ύπαρξης της οικογένειας. Η βιολογική και η ψυχοκοινωνική επιβίωση των μελών της, μας αναγκάζει να αναθεωρήσουμε τον παιδοκεντρικό της χαρακτήρα, όπου οι γονείς θυσιάζονται για τα παιδιά τους. Και να οδηγηθούμε σε ένα νέο διακύβευμα που δεν γνωρίζουμε ακόμη πιο είναι, κινείτε όμως σίγουρα στον άξονα, οι γονείς έχουν καθήκον να αναθρέψουν τα παιδιά τους και να τα αφήσουν να φύγουν και τα παιδιά να αναθραφούν και να νιώσουν έτοιμα να αυτονομηθούν (δηλαδή, να νιώθουν επαρκή και γεμάτα αγάπη). Εξάλλου οι νέοι μας δείχνουν με πολύ εύσχημους τρόπους πως το σημαντικότερο για αυτούς δεδομένο είναι η ΣΧΕΣΗ και με βάση αυτή την αξία θα κινηθούν στη ζωή τους. Ίσως τελικά η νέοι οριοθετούν σταδιακά τις νέες προτεραιότητες, τα νέα προτάγματα και τα νέα νοήματα με άξονα την ανθρώπινη σχέση –κι όχι το κυνήγι του χρήματος ή της επαγγελματικής καταξίωσης.

Μιλάμε στα παιδιά για την κρίση σημαίνει λοιπόν πως κι εμείς κατανοούμε την κρίση την επανατοποθετούμε στη συνείδησή μας με έναν πιο λειτουργικό τρόπο και ταυτόχρονα την κοινωνούμε στα παιδιά. Επανατοποθετώντας έτσι τη σχέση μας μαζί τους, βάζοντας ταυτόχρονα τα θεμέλια για μια νέα μορφή γονεϊκότητας και συνεπώς μια νέα μορφή κοινωνική συγκρότησης πιο αλληλέγγυας.