Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Η αρπαγή της Περσεφόνης – Η επιστροφή


Οι μύθοι, όπως και τα παραμύθια, δεν μιλούν μόνο μέσα από τους συμβολισμούς τους. Πριν επιχειρήσουμε να αποκρυπτογραφήσουμε τα βαθύτερα νοήματά τους, χρειάζεται να ακούσουμε αυτή καθ’ αυτή την ιστορία που αφηγούνται. Στον πυρήνα του μύθου της Περσεφόνης, καθώς διατρέχουμε την κυριολεξία του μύθου, βρίσκεται ένα βίαιο γεγονός, η αρπαγή της νεαρής Κόρης, η οποία οδηγείται σε έναν γάμο που δεν επέλεξε. 

Στον «ομηρικό Ύμνο στη Δήμητρα» η διατύπωση είναι σαφής, ο Άδης αρπάζει την Περσεφόνη «ἀέκουσαν», παρά τη θέλησή της, ενώ εκείνη κλαίει και καλεί σε βοήθεια τον πατέρα της. Ο Δίας, όμως, έχει ήδη συναινέσει στην παραχώρησή της στον αδελφό του, χωρίς να ρωτήσει ούτε την ίδια ούτε τη μητέρα της. Ο Άδης ασκεί την άμεση βία, αλλά ο Δίας δημιουργεί το πλαίσιο που τη νομιμοποιεί (Ομηρικός Ύμνος στη Δήμητρα). 

Η ιστορία μπορεί, επομένως, να διαβαστεί ως μια πρώιμη αφήγηση πατριαρχικής βίας. Η γυναίκα δεν αντιμετωπίζεται ως αυθύπαρκτο υποκείμενο, αλλά ως πρόσωπο για το οποίο αποφασίζουν άλλοι. Η επιθυμία του άνδρα, η εξουσία του πατέρα και η ανάγκη διατήρησης της θεϊκής τάξης υπερισχύουν της δικής της φωνής.

Η πατριαρχική εξουσία δεν εκφράζεται μόνο με την πράξη του Άδη, αλλά κυρίως με τον τρόπο που η αρπαγή μετατρέπεται στη συνέχεια σε γάμο και η βία σε  κανονικότητα. Αυτός είναι ένας μηχανισμός που συναντάμε συχνά και στην δημιουργία των ψυχικών τραυμάτων. Για παράδειγμα στις περιπτώσεις της γυναικείας κακοποίησης η βία δεν συντηρείται μόνο από εκείνον που την ασκεί, αλλά και από ένα ολόκληρο σχεσιακό σύστημα που την αποκρύπτει, την εξηγεί ή την υποβαθμίζει. η οικογένεια μπορεί να γνωρίζει και να σιωπά, η κοινότητα μπορεί να προτρέπει τη γυναίκα να κάνει υπομονή. Οι άνθρωποι γύρω από την κακοποιημένη γυναίκα μπορεί να ενδιαφέρονται περισσότερο για τη διατήρηση της συνοχής της οικογένειας παρά για την προστασία της. Κάπως έτσι, το θύμα καλείται όχι μόνο να αντέξει τη βία, αλλά και να συμμετάσχει στη συγκάλυψή της. Να συνεχίσει τη ζωή του σαν να μη συνέβη τίποτε, ώστε να μην αναστατωθεί περισσότερο το σύστημα. 


Στον μύθο της Περσεφόνης, απέναντι σε αυτή την τάξη πραγμάτων ορθώνεται η Δήμητρα, η οποία αναζητά την κόρη της, θρηνεί και τελικά σταματά την καρποφορία της γης. Η αντίδρασή της είναι μια τραγική έκφραση του μητρικού πόνου και συνάμα μια πράξη αντίστασης. Η Δήμητρα αρνείται να συνεχίσει να τροφοδοτεί έναν κόσμο που της πήρε μακριά την κόρη της. Αποσύρει τη γονιμότητά της και αναγκάζει τους θεούς να διαπραγματευτούν μαζί της. Η οδύνη της επιχειρεί να βάλει ένα όριο στην πατριαρχική εξουσία και αυθαιρεσία. 

Στην διαδικασία της ψυχοθεραπείας, η στιγμή κατά την οποία ένας άνθρωπος παύει να υπηρετεί ένα σύστημα που τον καταπιέζει είναι μια καθοριστική καμπή για την προσωπική του ανάπτυξη. Το «όχι» μπορεί αρχικά να εμφανιστεί ως θυμός, αποστασιοποίηση, σιωπή ή ακόμη και ως ψυχοσωματικό σύμπτωμα. Πίσω του όμως μπορεί να κρύβεται μια βαθιά προσπάθεια αυτοπροστασίας και μια αδιόρατη φωνή που προσπαθεί να φωνάξει «δεν μπορώ πλέον να συνεχίσω να συντηρώ μια σχέση που με ακυρώνει». 

Η Δήμητρα διαθέτει τεράστια δύναμη, αλλά δεν κατέχει την εξουσία. Μπορεί να σταματήσει τη λειτουργία της φύσης, όχι όμως και να επιβάλει πλήρως τη θέλησή της στον Δία. Η επιστροφή της Περσεφόνης δεν είναι επομένως ολοκληρωτική, αποτελεί προϊόν ενός άδικου συμβιβασμού. Η κόρη θα μοιράζει πλέον τον χρόνο της ανάμεσα στον επάνω και στον κάτω κόσμο. 


Πριν αφήσει την Περσεφόνη να φύγει, ο Άδης την αναγκάζει να γευτεί ένα σπόρο ροδιού. Έτσι εξασφαλίζει ότι θα επιστρέφει περιοδικά κοντά του. Το ρόδι συμβολίζει τη γονιμότητα, τη σεξουαλικότητα, το αίμα και τη συμβολική ενότητα της ζωής με τον  θάνατο. Ψυχοθεραπευτικά, όμως, μπορεί να συμβολίσει και κάτι ακόμη, τον τρόπο με τον οποίο η βία εγκαθίσταται μέσα στον άνθρωπο. Το ψυχικό τραύμα, κατ’ αυτή την έννοια, δεν είναι μόνο ένα γεγονός του παρελθόντος. Το τραύμα εγγράφεται στο σώμα, στη μνήμη και στις σχέσεις. Αναβιώνει μέσα σε φόβους, επαναλήψεις, επιλογές συντρόφων, ενοχές ή μια διαρκή αίσθηση κινδύνου. Αυτή η επιστροφή δεν σημαίνει ότι το θύμα επιθυμεί τη βία, ούτε ότι ευθύνεται για την επανάληψή της. Σημαίνει ότι η τραυματική εμπειρία δεν έχει ακόμη μεταβολιστεί και εξακολουθεί να αναβιώνεται μέσα στην αφήγηση της ζωής του, αναζητώντας τη λύτρωση. 


Σε αυτό ακριβώς το σημείο εστιάζει η παράσταση «Η Αρπαγή της Περσεφόνης – Η επιστροφή», που παρουσιάστηκε στο Α΄ Αρχαίο Θέατρο Λάρισας. Η παράσταση δεν επικεντρώνεται τόσο στην πράξη της αρπαγής όσο στις συνέπειές της, στο τραύμα, στη βίαιη ενηλικίωση και στην επιστροφή σε έναν κόσμο που θέλει να συνεχίσει να λειτουργεί με τους ίδιους όρους. Το ερώτημα που θέτει η παράσταση δεν είναι μόνο εάν επιστρέφει η Περσεφόνη, αλλά ποιες είναι οι συνέπειες της βίαιης μεταμόρφωσής της από κόρη σε γυναίκα. 

Η Δήμητρα περιμένει να ξαναβρεί την κόρη που έχασε, όμως εκείνη που αναδύεται από τον Κάτω Κόσμο είναι ένας άλλος άνθρωπος. Έχει συναντήσει το φόβο, την απώλεια, τη σεξουαλικότητα, τον θάνατο και την εξουσία. Η προηγούμενη αθωότητά της δεν μπορεί να αποκατασταθεί. 

Αυτό αποτελεί μια βασική αλήθεια της ψυχοθεραπείας, δηλαδή θεραπεία δεν σημαίνει επιστροφή στην κατάσταση πριν από το τραύμα, κανείς δεν επιστρέφει ακριβώς εκεί που βρισκόταν. Η θεραπεία (επούλωση του ψυχικούς τραύματος) είναι η δημιουργία μιας νέας σύνθεσης, μέσα στην οποία το τραυματικό βίωμα δεν λησμονείται, παύει όμως να καθορίζει ολοκληρωτικά την ταυτότητα και το μέλλον του ανθρώπου. 

Η μεταμόρφωση της Περσεφόνης δηλαδή δεν δικαιώνει την αρπαγή της. Ο άνθρωπος μπορεί να αναπτυχθεί μέσα από ένα τραύμα, χωρίς να οφείλει ευγνωμοσύνη σε εκείνον που το προκάλεσε. Η δύναμη που αποκτά ανήκει στον ίδιο και στην προσπάθειά του να επιβιώσει. 


Ένα σύγχρονο ερώτημα που αναδύεται για τον μύθο είναι ποιος έχει δικαίωμα να αφηγηθεί την ιστορία της Περσεφόνης. Ο Άδης τη βλέπει ως σύζυγο, ο Δίας ως κόρη που μπορεί να παραχωρήσει και η Δήμητρα ως το παιδί που πρέπει να επιστρέψει κοντά της. Καθένας την τοποθετεί μέσα στη δική του επιθυμία. 

Η χειραφέτηση αρχίζει όταν η Περσεφόνη παύει να αποτελεί το αντικείμενο των αφηγήσεων των άλλων και γίνεται το υποκείμενο της δικής της ιστορίας. Όταν μπορεί να αναγνωρίσει τι της συνέβη, τι έχασε, τι άλλαξε μέσα της και ποια επιθυμεί πλέον να είναι. Η πραγματική επιστροφή, επομένως, δεν είναι απλώς η έξοδος από τον Άδη ούτε η επανένωση με τη μητέρα, είναι η επιστροφή στον εαυτό. 

Η Περσεφόνη επιστρέφει στη ζωή έχοντας μέσα της τη μνήμη του Κάτω Κόσμου. Η αναγέννηση επομένως έχει τη μνήμη του χειμώνα. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος μπορεί να ανθίσει χωρίς να αρνηθεί το σκοτάδι που γνώρισε και χωρίς να επιτρέπει πλέον στους άλλους να αποφασίζουν για τη ζωή του. 

Η συγκεκριμένη παράσταση διακίνησε πολλά από τα παραπάνω μηνύματα και έβαλε τον μύθο μέσα στην σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα προσπαθώντας να μιλήσει για την βία έναντι των γυναικών σε όλο τον κόσμο, μέσα από την ίδια την δυναμική του μύθου, αλλά και από εμβόλιμες αναφορές σε πραγματικά γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας. Ωστόσο κατά την άποψή μου ούτε οι ίδιοι οι ηθοποιοί πίστεψαν στο εγχείρημά τους και δεν αποδώσανε το εύρος των παραπάνω μηνυμάτων, με την τραγικότητα που κουβαλάει η δυναμική του αρχαίου μύθου. Ήταν μια ευρηματική παράσταση που δεν είχε όμως ψυχή, πάθος και την απαιτούμενη σύνδεση με τα βαθιά νοήματα που περιβάλλουν τον μύθο, τους συμβολισμούς του, αλλά και τις αναγνώσεις του. 

Πέμπτη 18 Απριλίου 2024

Γυναίκα SOS

 

Το πιο τραγικό κι αδιανόητο στην τελευταία υπόθεση γυναικοκτονίας είναι η αίσθηση του αβοήθητου που βιώνει μια γυναίκα η οποία δολοφονείται στο κατώφλι ενός θεσμού που υπάρχει για να μας προστατεύει. Το αίμα της Κυριακής, έξω από το αστυνομικό τμήμα, μας σοκάρει διότι φωτογραφίζει τον τρόμο που νιώθει μια γυναίκα όταν στερείται το δικαίωμα της ασφάλειας και της ελευθερίας.

Οι γυναίκες που υφίστανται την κακοποίηση μοιάζουν να μην έχουν δικαίωμα να νιώσουν υποκείμενα των επιθυμιών τους, αλλά μόνο την υποχρέωση να είναι αντικείμενα στο βλέμμα, στα χέρια και στην εξουσία των άλλων. Η αδιανόητη δήλωση ενός πρώην αξιωματούχου της ΕΛΑΣ πως το έγκλημα συντελέστηκε εξαιτίας της υπερέκθεσης της Κυριακής στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, λέγοντας χαρακτηριστικά πως «έδειχνε ευτυχισμένη κι έτσι προκαλούσε τον θύτη» το αποδεικνύει περίτρανα. Οι γυναίκες έπειτα από ένα χωρισμό δεν πρέπει να δείχνουν ευτυχισμένες γιατί προκαλούν, κι αυτή η λέξη «προκαλεί» είναι ένα βάρβαρο στερεότυπο που δυστυχώς κυριαρχεί ακόμη στο πλαίσιο της πατριαρχικής αντίληψης για τον ρόλο των φύλων.

Σε αυτόν τον τόπο πολλά ακόμη χρειάζεται να γίνουν, να παρθούν και άλλα μέτρα προστασίας, όπως περισσότεροι ξενώνες και δημιουργία ενός ενιαίου σχεδίου αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής βίας, συνεχής ευαισθητοποίηση και εκπαίδευση των κρατικών λειτουργών και συντονισμός όλων των εμπλεκόμενων φορέων, άμεση και διαρκής ψυχολογική, νομική και οικονομική υποστήριξη στα θύματα, κ.ο.κ.  Και βεβαίως άμεσα να αποκτήσει νομική μορφή ο όρος γυναικοκτονία, ώστε να βοηθήσει στην μεγαλύτερη ορατότητα του προβλήματος.

 

Το κυριότερο όμως είναι να ξανα-εκπαιδευτούμε ως κοινωνία στην ενσυναίσθηση. Εάν δεν υπάρχει μέσα μας ενσωματωμένο ένα ισχυρό ηθικό πλέγμα που να βάζει τον άνθρωπο πάνω απ’ όλα τότε όλα τα κατά καιρούς μέτρα  θα παραμένουν απλές γραφειοκρατικές ανακοινώσεις, και το μόνο ζωντανό θα είναι το αίμα των αδικοχαμένων γυναικών.

Οι άνθρωποι χρειάζεται να δείξουμε συμπόνοια στους άλλους, όχι για κανένα άλλο λόγο, παρά γιατί θα τη χρειαστούμε κι εμείς. Να νοιάζεται για τον καθένα που βρίσκεται στο πεδίο της ευθύνης του σαν να είναι το παιδί του ή ένας πολύ δικός του άνθρωπος. Να πάρει η αστυνόμος την Κυριακή από το χέρι και να την προστατεύσει σαν να είναι η αδελφή της κι όχι μια απλή πολίτης που  καταγγέλλει κάτι.

 

Από κει και πέρα ναι προφανώς το ζήτημα δεν λύνεται μόνο με τα μέτρα ή με τη δική μας διαθεσιμότητα. Το πρόβλημα έχει λάβει τρομακτικές καταστάσεις και θα επιδεινώνεται ακολουθώντας τις μεγάλες δομικές ελλείψεις και ανεπάρκειες της κοινωνίας μας. Είναι ένα δομικό πρόβλημα οι γυναικοκτονίες, όπως το ίδιο είναι και κάθε μορφή βίας που συνταράσσει τις συνειδήσεις μας.

Ξεκινώντας από τη δομική ανάλυση και ερμηνεία των γυναικοκτονιών είναι σημαντικό να δούμε εκτενέστερα κι όλα τα επιμέρους στοιχεία, όπως οι οικογενειακές συνθήκες και τα κοινωνικοδημογραφικά χαρακτηριστικά και εν συνεχεία το ψυχολογικό προφίλ όσων εγκληματούν κι κυρίως εάν πίσω από τις γυναικοκτονίες κρύβεται μια ψυχοπαθολογική προσωπικότητα. Η εμπειρία από τις δημοσιευμένες και καταγεγραμμένες γυναικοκτονίες αποτυπώνει πως δεν υπάρχει στις περισσότερες περιπτώσεις κάποια διαγνωσμένη ψυχοπαθολογία και πως το μόνο «άρρωστο» είναι οι πεποιθήσεις γύρω από την κουλτούρα του φύλου. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο άντρας αισθάνεται πως έχει κυριαρχικά δικαιώματα πάνω στη γυναίκα του, αναπτύσσει έντονα ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά ανωτερότητας και γίνεται απολύτως κτητικός. Ωστόσο σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση εκείνος που θα διαγνώσει την ύπαρξη ψυχοπαθολογίας ή όχι είναι ο εκάστοτε ειδικός που θα αναλάβει αυτό το έργο, διότι προφανώς δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την πιθανότητα κάποιων ευρημάτων. Το ζήτημα ωστόσο είναι να μην συνδέσουμε τον θύτη μιας γυναικοκτονίας με την ψυχική ασθένεια και κυρίως την ψυχική ασθένεια με το έγκλημα, διότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει, δεδομένο πως οι ψυχικά ασθενείς φτάνουν στο έγκλημα σε ένα πολύ μικρό ποσοστό.

Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2021

Διεθνής Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών


Ο σεβασμός, η ισοτιμία και η αλληλεγγύη των δύο φύλων θα κάνει τον κόσμο μας καλύτερο


Eίν’ ακριβός ο αέρας που φτύνεις,

ακριβό το ποτό και το πίνεις.

Τρύπιες τσέπες και μακό φανελάκι,

είν’ ο κόσμος μπουκιά και φαρμάκι,

είν’ ο κόσμος δροσιά κι αεράκι.

Λύσσα ο έρωτας, χάδι ο έρωτας,

κόκκινα μάτια μου μη με ρωτάς.

Στα 17 σου πηδάς το καλάμι,

στα 19 σου κανείς δε σε πιάνει.

Τρεκλίζεις στο δρόμο, μεθάς με τον πόνο·

σε λίγα χρονάκια δεν ξέρεις πού πας.

Ενήλικο μούτρο ανοίγεις γραφείο.

Tα πεντοχίλιαρα μυρίζουν αιδοίο.

Γλυκά νανουρίζεις το ρήγμα π’ ανοίγει,

το ξέρεις καλά η ζωή σου έχει φύγει·

συμβόλαιο στο πάθος που λήγει.

Θηλιά ο έρωτας, ανάγκη ο έρωτας,

καμμένα μάτια μου μη με ρωτάς.

Τρεκλίζεις στο δρόμο, μεθάς με τον πόνο·

φοβάσαι και ξέρεις πού πας.

Όλοι οι καριόληδες μια εταιρία.

Σάπια ηλικία και αδυναμία.

Γελάει ο χρόνος και λάμπει ανθισμένος

στο δρόμο σκοτώνει κι είναι κερδισμένος.

Σπάει το νήμα κι αναρωτιέσαι:

τόσα χρονάκια γιατί να τραβιέσαι;

Στάχτη ο έρωτας, μνήμη ο έρωτας,

γέρικα μάτια μου μη με κοιτάς.

Τρεκλίζεις στο δρόμο, μεθάς με τον πόνο·

σε λίγα χρονάκια το ξέρεις γερνάς.

Καληνύχτα μαλάκα η ζωή έχει πλάκα,

έχει γούστο και φλόγα

είναι κάτι σαν ρόδα:

σε πατάει και σε παίρνει,

μόνο ίχνη σου σέρνει.

Στιχουργός: Σωκράτης Μάλαμας 

Με φόντο την υγειονομική κρίση της πανδημίας του covid-19, ο οποίος έχει αναμοχλεύσει μύχιες αγωνίες και υπαρξιακά ζητήματα, έχουν αρχίσει να σπάνε διάφορα αποστήματα που είχαν δημιουργηθεί στο υπόστρωμα της κοινωνίας μας, αλλά ήταν κατά κάποιο τρόπο συγκεκαλυμένες. 

Ένα από αυτά τα φαινόμενα που αποκτούν δυστυχώς πανδημικό χαρακτήρα είναι η άσκηση βίας και η σεξουαλική κακοποίηση παιδιών, ο βιασμός εις βάρος γυναικών σε χώρους του αθλητισμού, του θεάτρου, τα ενδοοικογενειακά φαινόμενα βίας και κακοποίησης, κ.α. Φαινόμενα που εκφράζουν την κοινωνική παθογένεια της πατριαρχικής λογικής που διέπει εν πολλοίς την ελληνική κοινωνία, καθώς και της αρρωστημένης λογικής ορισμένων ανθρώπων που κατέχουν «θέσεις» εξουσίας. Η πατριαρχία σε πολλές περιπτώσεις διαμορφώνει, υποσυνείδητα ή και συνειδητά το περίγραμμα των κοινωνικών σχέσεων και διαμορφώνει την κουλτούρα των φύλων και ειδικότερα τον τρόπο που κατανοείτε και χτίζετε η αρρενωπότητα. Μην ξεχνάμε πως στις πατριαρχικές δομές υπάρχει μια κανονικοποίηση της βίας (Η βία και η εξουσία του Πατέρα, του Κράτους, των Θεσμών, κ.ο.κ.), ώστε αυτή να θεωρείται εργαλείο κοινωνικής συμμόρφωσης. Αυτή η μορφή βίας γεννιέται μέσα στα πλαίσια των σχέσεων εξουσίας όπου αυτός που την κατέχει δύναται να την ασκεί κατά το δοκούν. 

Αυτή η διάχυση της κουλτούρας του ισχυρού με τρομάζει και κυρίως η γιγάντωση της συναισθηματικής ανοσίας όσων την κουβαλούν έναντι του τρόμου και της απόγνωσης των θυμάτων τους. Σαν αυτό που τους θρέφει να είναι μόνο ο φόβος των θυμάτων. Στο πλαίσιο αυτής της εξουσιαστικής κατανομής ισχύος, αναδύεται και μια μορφή  αρρωστημένης σεξουαλικότητας, η οποία έχει χτιστεί πάνω στην κουλτούρα της πατριαρχίας και της αρρενωπότητας ως το κυρίαρχο στοιχείο της φύσης των πραγμάτων. Μιας εξουσιαστικής αρρενωπότητας που υφαίνει προσωπικότητες άκαμπτες, μα κατά βάση εύθραυστες, αλλά παράλληλα και εν δυνάμει επικίνδυνες. 

Ο βαθμός της επικινδυνότητας βέβαια δεν μας επιτρέπει αυτόματα να περιγράψουμε ένα συγκεκριμένο προφίλ που χαρακτηρίζει τους θύτες, μπορούμε όμως να μιλήσουμε για μια ανακυκλωμένη και ανατροφοδοτούμενη λειτουργία της βίας. Δηλαδή πολλές φορές ένας βίαιος άντρας έχει κακοποιηθεί ο ίδιος στην παιδική του ηλικία -και γνωρίζουμε πως η κακοποίηση σε αυτή την τρυφερή ηλικία σακατεύει τον ψυχισμό. Ανήμπορο το παιδί – θύμα κακοποίησης για να επιβιώσει ενδέχεται να ταυτιστεί με την εξουσία του θύτη και να επιχειρήσει να «εξιλεωθεί» διαπράττοντας το ίδιο σε άλλους. Η παιδική κακοποίηση δεν αναφέρεται μονάχα στην σεξουαλική, αλλά και σε περιπτώσεις πρώιμης εγκατάλειψης, αδιαφορίας ή και συναισθηματικής ψυχρότητας. Η βία και η επιθετικότητα γίνεται για τους ανθρώπους αυτούς ο συνδετικός κρίκος του κατακερματισμένου ψυχισμού τους και η μόνη στιγμιαία αίσθηση ανακούφισης του τραύματος – και λέω στιγμιαίας διότι και αυτή η συμπεριφορά τους στην ουσία δεν επουλώνει το τραύμα, παρά το κάνει πιο βαθύ. Ο τραυματισμένος ψυχισμός εμποδίζει την ωρίμανση του ανθρώπου, στην ουσία δεν του επιτρέπει την αναγνώριση και εξοικείωση των εσωτερικών του πλευρών, με αποτέλεσμα ένας άντρας για παράδειγμα να ακυρώνει τη θηλυκή του πλευρά, ως αποτέλεσμα της κακής σχέσης με τη μητέρα του και να γίνεται ως εκ τούτου κακοποιητικός με τις γυναίκες. Όπως επίσης να γίνεται εκδικητικός με τα παιδιά του, επειδή και εκείνος ως παιδί υπέστη αντίστοιχες κακοποιητικές συμπεριφορές. Φανταστείτε τώρα λοιπόν σε έναν τέτοιο άνθρωπο να δώσεις μια θέση εξουσίας, η οποία από μόνη της έχει αφροδισιακές ιδιότητες. Και η διέγερση που προκαλεί σε αυτούς τους τύπους δημιουργεί αυταρχικές συμπεριφορές ναρκισσιστικού τύπου, γ…. και δέρνω δηλαδή. Η εξουσία δημιουργεί ένα μαζοχιστικό σύμπλεγμα όπου κάποιος αντλεί ευχαρίστηση μόνο από τον σωματικό ή ψυχικό πόνο που επιβάλλει στους άλλους ή καμιά φορά και στον εαυτό του. 

Από την άλλη τι ακριβώς συμβαίνει στο θύμα; εκεί κυριαρχεί ο φόβος και η ντροπή. Η ντροπή γίνεται εύκολα ενοχή μέσω της χειραγώγησης (του θύτη προς το θύμα, αλλά και της χειραγώγησης που νιώθει το θύμα από τις κοινωνικές προσλαμβάνουσες). Το θύμα νιώθει πως η εξομολόγηση του ένοχου μυστικού θα συμπαρασύρει ολόκληρο το οικοδόμημα των ενδοοικογενειακών, συγγενικών ή άλλων σχέσεων. Επίσης, νιώθει ανήμπορο μπροστά στη δύναμη της εξουσίας που έχει ο θύτης (διαφορά ηλικίας, στάτους, ισχύος οικονομικής, κοινωνικής, κλπ.). Και σε πολλές περιπτώσεις η κακοποίηση μιας εξομολόγησης είναι μεγαλύτερη κι από την κακοποιητική πράξη. 

Στο θύμα επομένως συνδυαστικά, η κακοποιητική πράξη, ο φόβος, η ντροπή και η ενοχή δημιουργούν ένα συμπαγές τραύμα, πιο μεγάλο από την αρχική τραυματική πράξη. Αυτό το διευρυμένο τραύμα φυλακίζει τον ψυχισμό -ειδικά ενός παιδιού και δεν του επιτρέπει την υγιή ωρίμανση. Το τραύμα δημιουργεί μια ρήξη στο βιογραφικό συνεχές των ανθρώπων, συνήθως κάποιος δεν ανασύρει εύκολα μνήμες που έχει πριν το κακοποιητικό γεγονός, (αφαιρεί έτσι ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού του) ενώ το τραύμα σχεδόν κατακλύζει τη ζωή του. Γίνεται πιο μεγάλο από τον ίδιο και ο εαυτός ταυτίζεται με το συμβάν. Το θύμα νιώθει μιαρό και ανεπαρκή. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι ο τραυματισμένος ψυχισμός να αναβιώνει -άθελά του- τις τραυματικές συνθήκες και να ζει μέσα σε μια συνθήκη διαρκών τραυματισμών. Ώσπου βέβαια εσωτερικεύει αυτή τη συμπεριφορά και γεννά -ο πληγωμένος ψυχισμός- τα δικά του τραύματα. Σε μια προσπάθεια επαναβίωσης του αρχικού τραύματος, άρα και της δικαίωσής του. 

Θα αναφερθώ σε ένα παράδειγμα από την κλινική μου εμπειρία: μια γυναίκα έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά δύο φορές πριν την εφηβεία της. Δεν μπορεί να ανασύρει ακριβώς τα γεγονότα, τα έχει απωθήσει, θυμάται όμως ακόμη, ως πιο τραυματικό, το γεγονός πως «υποχρεούται» να κρατήσει το στόμα της κλειστό, τη πρώτη φορά επειδή ο θύτης την απείλησε πως θα τη σκοτώσει και τη δεύτερη πως θα πληρώσει πολύ ακριβά αν μιλήσει…

Οι δύο παραπάνω φράσεις υφαίνουν ένα τραυματικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο θα χτιστεί η μετέπειτα προσωπικότητα αυτής της γυναίκας, η οποία πέρα από το τραύμα της κακοποίησης και της αδικίας, θα υφάνει ένα φοβικό εαυτό (πάντα θα έχει την αίσθηση πως θα της κάνουν κακό) και πάντα θα πληρώνει για τις αμαρτίες των άλλων (θα γίνει δηλαδή αποδιοπομπαίος τράγος ή κάτι ανάλογο). 

Το θύμα της κακοποίησης καλείται να ζήσει μια ζωή υπό την καθοδήγηση της ενοχής, «φταίω για ότι μου συνέβη, φταίω που δεν μίλησα», κλπ. Η ενοχή καθίσταται μια διαρκής ανοιχτή πληγή, ένα νέο τραύμα που κάνει τον άνθρωπο να υποφέρει. Ένα παιδί επομένως που θα κακοποιηθεί θα καλλιεργήσει ως ενήλικας μια στάση υποταγής έναντι των άλλων, τους οποίους είτε θα τους εξιδανικεύει, είτε θα τους φοβάται προκειμένου να διατηρήσει την αγάπη τους. Και το παράδοξο είναι πως έτσι μόνο νιώθει ότι μπορεί να έχει ένα βασικό έλεγχο του εαυτού του. Το τραύμα δημιουργεί δηλαδή συμμορφωμένους ανθρώπους, φοβικούς, είναι σαν να τους κλέβει την ψυχή τους…

Η συγκεκριμένη γυναίκα μου εμπιστεύτηκε ένα όνειρο: Μπήκε σε ένα ασανσέρ το οποίο ανέβαινε με ταχύτητα προς τα πάνω, ώσπου διαπέρασε με ορμή την οροφή του κτιρίου και συνέχιζε ολοταχώς προς τον ουρανό. Είδε ένα όνειρο που εξέφραζε την απωθημένη επιθυμία της να σπάσει τη σιωπή και να πετάξει προς τα όνειρά της. Σήμερα που συζητάμε είναι σε μια τέτοια φάση ζωής, έγινε ξανά κυνηγός ονείρων και ίσως με τη στάση της να βοηθήσει και άλλους συνανθρώπους μας να διεκδικήσουν το ίδιο για τους εαυτούς τους. Το σπάσιμο της σιωπής της βοηθά όλους εμάς να σπάσουμε το κύκλωμα της πατριαρχίας.

Τι μέλει γενέσθαι λοιπόν με τις καταγγελίες των θυμάτων; Η εξομολόγηση ανακουφίζει τις ψυχές των θυμάτων, αλλά μπορεί να γίνει τραυματική αν δεν αλλάξει το σκηνικό και δεν έχουν την υποστήριξη του περιβάλλοντός τους και της κοινωνίας στο σύνολό της. Το τέλος της πατριαρχίας θα έρθει μέσα από μια διαφορετική παιδεία η οποία δεν θα είναι τιμωριτική, αλλά θα τείνει προς την πνευματικότητα, αλλά κι από έναν άμεσο κοινωνικό έλεγχο, μια μορφή άμεσης δημοκρατίας, όπου σε μικρή κλίμακα τέτοιου είδους φαινόμενα θα αποκλείονται μέσα από τους ισχυρούς ηθικούς κοινωνικούς φραγμούς. Διότι όταν σπάει ένα απόστημα αρχίζει μεν η ίαση, όμως σε αυτή την φάση το σώμα (και σε παραλληλισμό ο ψυχισμός) επειδή είναι εκτεθειμένο και ευάλωτο,  χρειάζεται περισσή φροντίδα και προστασία.

Η μόνη διέξοδος επομένως είναι η ενίσχυση των θεσμών με κυρίαρχο αυτόν της ίδιας της κοινωνίας. Η κοινωνία χρειάζεται να ασκεί κοινωνικό έλεγχο έναντι φαινομένων που διαταράσσουν τον κοινωνικό της δεσμό. Για όλους εμάς, που αποτελούμε μέλη του κοινωνικού σώματος, το σπάσιμο του αποστήματος με την απόπειρα δεκάδων γυναικών να μιλήσουν για την προσωπική τους κακοποίηση, αποτελεί μια μορφή δικαίωσης, μια αίσθηση ανατροπής, πως η τάξη μπορεί να αποκατασταθεί. Η γενναιότητα με την οποία στέκονται οι άνθρωποι έναντι των τραυμάτων τους είναι ένας καλός οδηγός για όλους εμάς προκειμένου να πορευτούμε το δρόμο της ισονομίας, της ισότητας και της αλληλεγγύης των δύο φύλων. Στον δρόμο αυτό πρέπει όλοι να κάνουμε κουπί, όλοι να δούμε μέσα μας και να επαναπροσδιορίσουμε τα σημαντικά ζητήματα, να θέσουμε εκ νέου το ηθικό και το αξιακό μας πλαίσιο. Οι άνθρωποι που μιλούν εκθέτουν το έκζεμα σε κοινή θέα, αλλά μόνο η κοινωνία και οι θεσμοί της μπορούν να ανατρέψουν τα κακώς κείμενα και να οραματιστούν τα νέα ιδανικά τους.





Σάββατο 14 Απριλίου 2018

Εφηβική παραβατικότητα


Η παραβατικότητα των νέων ίσως να μην είναι ένα φαινόμενο καθημερινό, όταν ωστόσο συμβαίνει, συνήθως παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις ένας μικρός αριθμός εφήβων εμπλέκεται σε κλοπές, απειλές, ξυλοδαρμούς. Οι ίδιοι εντάσσονται σε ομάδες με αποκλίνουσα συμπεριφορά που σε αρκετές περιπτώσεις οδηγεί ακόμη και σε αξιόποινες πράξεις. Εκφοβισμοί συνομηλίκων, μικροκλοπές τηλεφώνων, χρημάτων, απρόσκοπτες επιθέσεις ρατσιστικού, φυλετικού ή άλλου χαρακτήρα συνθέτουν ένα καμβά ανάρμοστης συμπεριφοράς, βίας και ανομίας. Αυτό που χαρακτηρίζει αυτές τις ομάδες είναι μια ιδιάζουσα υποκουλτούρα, η οποία μεταφράζεται σε προβληματικές σχέσεις του έφηβου με το σχολείο και την οικογένειά του, την οριακή διακινδύνευση και τη χαμηλή κοινωνικότητα. Σε ψυχολογικό επίπεδο, οι συμπεριφορές αυτών των εφήβων εντάσσονται σε μια κατηγορία διαταραχών της διαγωγής με κύρια γνωρίσματα την επιθετική και δυσλειτουργική συμπεριφορά, η οποία όμως υπερβαίνει τη συνήθη επιθετικότητα ενός εφήβου. Ειδικότερα, διαφέρουν από τα δύσκολα ή τα άτακτα παιδιά ως προς την έκταση αλλά και την ένταση των αντιδραστικών συμπεριφορών. Κυρίως δε, διαφέρουν στο επίπεδο και την ένταση του θυμού, ο οποίος άλλωστε είναι αυτός που κρύβεται πίσω από τη συμπεριφορά τους. Ασφαλώς, τα παιδιά αυτά δε θα μπορούσαν παρά να είναι θυμωμένα, βιώνοντας στην οικογένειά τους από μικρή ηλικία μια μόνιμη απειλή της ταυτότητάς τους, καθώς και συναισθήματα απόρριψης, υποτίμησης και απογοήτευσης, τα οποία στη συνέχεια, εξαιτίας των πράξεων τους, τα βιώνουν και στον κοινωνικό τους περίγυρο. Περαιτέρω, γίνεται φανερό ότι οι πράξεις βίας αποκτούν μια αξία συμβολική και εμπεριέχουν νοήματα αυτοπροσδιορισμού. Με δύο λόγια δηλαδή, οι πράξεις βίας είναι συγχρόνως και πράξεις συμβολικές που σημασιοδοτούν και νοηματοδοτούν την ύπαρξη και δημιουργούν εικόνες του εαυτού, μέσω των οποίων ο νέος κατανοεί τη θέση του μέσα στον κόσμο και ορίζει τις σχέσεις του με άλλα άτομα, ομάδες και θεσμούς.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ανάρμοστη συμπεριφορά δεν εκλαμβάνεται, ως προσβολή ενός ηθικού κανόνα, αλλά ως απόκλιση από ένα κοινό πρότυπο κοινωνικής και προσωπικής ανάπτυξης. Συνεπώς, η βία των νέων δεν εκφράζει μόνο μια αντίθεση προς την κοινωνία και τους θεσμούς, αλλά εξηγείται και με όρους κοινωνικής δυσλειτουργίας και ψυχικής ανωριμότητας. Ταυτόχρονα, ερμηνεύεται ως σύμπτωμα ενός βαθύτερου προβλήματος, το οποίο αφορά τη διαταραγμένη σχέση του έφηβου με την οικογένεια  και την κοινωνία.
Ως εκ τούτου, οι έφηβοι με βίαιη συμπεριφορά απασχολούν όλο και συχνότερα το σχολείο, την οικογένεια, αλλά και τις αστυνομικές και δικαστικές υπηρεσίες. Κυρίως, βέβαια, τα παραπάνω αντιμετωπίζονται σαν ένα φαινόμενο «ενοχλητικό». Η έμφαση δίνεται, συνήθως, στην επίπτωση της συμπεριφοράς των παιδιών αυτών στους άλλους, παραβλέποντας αυτά που νιώθει το ίδιο το παιδί-θύτης. Η αντίληψη αυτή δυστυχώς ισχυροποιεί την βίαιη αντίδραση, της δίνει υπόσταση και επειδή την κατατάσσει στις επικίνδυνες συμπεριφορές της δίνει και ισχύ. Αντιθέτως, οι βίαιοι έφηβοι διακατέχονται κυρίως από ένα αίσθημα ψυχικής οδύνης απέναντι στο οποίο «θωρακίζονται» με τη βίαιη συμπεριφορά τους, αναπτύσσοντας μια αμυντική λειτουργία κρατώντας ερμητικά κλεισμένη μέσα τους την οδύνη.
Οι νέοι αυτοί, λοιπόν, καλά κάνουν και δεν καταπίνουν τον θυμό τους, γιατί αυτός κρύβει μια διαμαρτυρία και εκφράζει μια δυσλειτουργική κατάσταση (οικογενειακή ή/και κοινωνική). Το προβληματικό είναι, πως αντί να αποκτήσουν δεξιότητες κοινωνικές και συναισθηματικές για να τον καταπραΰνουν, τον αναμοχλεύουν με αυτοκαταστροφικές και καταστροφικές συνέπειες.
Πέρα από τον έντονο θυμό, οι βίαιοι έφηβοι χαρακτηρίζονται κι από μια δυσκολία ελέγχου της παρόρμησης, δεν μπορούν, δηλαδή, να αντιληφθούν την έννοια των ορίων. Επιπλέον, απουσιάζει από αυτούς η ενσυναίσθηση, η ικανότητα να αντιλαμβάνονται τα συναισθήματα που δημιουργούν οι βίαιες πράξεις τους στους άλλους. Αυτοί, επομένως, που τρομοκρατούν και αναστατώνουν την κοινωνία μας ανήκουν σε μια κατηγορία ευάλωτων  και διαταραγμένων παιδιών που χρειάζονται επανακοινωνικοποίηση.
Τι συμβαίνει όμως και μια τόσο μικρή ομάδα εφήβων καταφέρνει να εξουσιάζει το δημόσιο χώρο και κάνει όλους τους υπόλοιπους να σιωπούν, να φοβούνται ή να υιοθετούν επίσης επιθετικές συμπεριφορές για να αμυνθούν; Πως μια μικρή μερίδα εφήβων που όπως εξήγησα παραπάνω είναι ευάλωτοι και όχι δυνατοί καταφέρνουν να συσπειρωθούν και όλοι οι υπόλοιποι συρρικνώνονται σε ατομικές προσπάθειες προστασίας; Είναι αυτοί δυνατοί ή οι κοινωνίες μας αποδυναμωμένες και κατακερματισμένες;
Κατά την άποψή μου, τα φαινόμενα αυτά είναι μια διαρκής υπενθύμιση πως οι κοινωνίες μας έχουν ανάγκη από επαγρύπνηση και ενεργή συμμετοχή. Το ζητούμενο είναι οι τοπικές κοινωνίες να δρουν και να αντιδρούν συλλογικά και με αυξημένη αίσθηση της συνευθύνης. Δε χρειάζεται, με λίγα λόγια, να δρούμε μόνο όταν μας αφορά κάτι προσωπικά, αλλά προτάσσοντας το κοινωνικό συμφέρον, ως μέσο προστασίας και του ατομικού συμφέροντος.
Η μόνη αποτελεσματική επιλογή σε αυτή την διαδικασία δεν είναι, επομένως, η ενεργοποίηση των κατασταλτικών μηχανισμών, η αντεκδίκηση και οι επιθέσεις ως τακτική άμυνας, αλλά η διαρκής επιμονή μας στην διατήρηση των δικών μας αξιών. Δεν απαντάμε στη βία με βία, γιατί ο θυμός θεριεύει με το θυμό. Επίσης, τα φαινόμενα αυτά δεν χρειάζεται να τα αντιμετωπίζουμε εν θερμώ, αλλά με σύνεση και αναστοχασμό, ως ένα εφαλτήριο που θα το αξιοποιήσουμε για να ενδυναμώσουμε τα θετικά αντανακλαστικά της κοινωνίας. Η θετική μας αντίδραση στέλνει ένα ισχυρό μήνυμα στα βίαια παιδιά, ενώ παράλληλα τους καθρεφτίζει τις ελλείψεις τους. Στόχος δεν είναι να πολεμήσουμε τη βία αλλά να την αχρηστεύσουμε, να την αποδυναμώσουμε ενισχύοντας τους κοινωνικούς δεσμούς στη γειτονιά, στο σχολείο, στην συνοικία, στο δήμο. Να αναπτύξουμε νέα δίκτυα συλλογικότητας αφενός ως ασπίδα προστασίας και αφετέρου ως κοιτίδες δημιουργικότητας.  Γιατί όταν το καλό συσπειρωθεί πάντα κερδίζει!!!



Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

Βίαιη κατά…στολή

Βίαιη κατά…στολή 
Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη!!!   ή Υπουργείο Κρατικής (πρώην Δημόσιας) Τάξης

Είμαστε τον τελευταίο καιρό μάρτυρες μιας πολιτικής του νόμου και της τάξης που επιχειρεί η κυβέρνηση προκειμένου να καταστείλει τους κοινωνικούς αγώνες και να καθυποτάξει τις συνειδήσεις των πολιτών. Κύριο εργαλείο τους παραμένει το σάπιο κατεστημένο των ΜΜΕ με τα ανδρείκελα (και καλά αμειβόμενους) δημοσιογραφίσκους. Αριστερό τους χέρι οι δυνάμεις καταστολής που από αρωγούς και φύλακες του πολίτη μετατρέπονται σε εργαλεία εξυπηρέτησης των συμφερόντων της κρατικής (κι όχι της δημόσιας) εξουσίας.

Σε αυτή την επιχείρηση είναι άραγε άμοιροι ευθυνών οι ένστολοι;
ΟΧΙ δεν είναι!

Έχουν γίνει το μακρύ χέρι της κυβέρνησης και το απρόσωπο σύμβολο της κρατικής βίας. Έχουν αποϊδεολογικοποιήσει τον έλεγχο και την συμμόρφωση ή καλύτερα την έχουν επενδύσει με ακραία φασιστικά ιδεολογήματα. Και σε αυτή τη συνθήκη δεν είναι μόνο υπεύθυνοι όσοι «υπηρετούν» στα ΜΑΤ, αλλά και όλοι οι υπόλοιποι ένστολοι αστυνομικοί που παρακολουθούν την μετατροπή τους σε ανθρωπίδια που γλύφουν το κόκκαλο της εξουσίας (διότι με τους μισθούς που παίρνουν αυτό μόνο καταφέρνουν). Που είναι λοιπόν οι συνδικαλιστές της αστυνομίας; Τι θέση παίρνουν οι φυσικοί προϊστάμενοι και οι απλοί αστυνομικοί για την όλο και διογκωμένη αστυνομοκρατία του πολίτη;

Οι υπηρετούντες στα σώματα ασφαλείας –και πρέπει να το ξέρουν αυτό- όσο συμμετέχουν ή ανέχονται τη βίαιη καταστολή και την άσκηση πολιτικής μέσα από τη βία, αποτελούν ένα εν δυνάμει φασιστικό μόρφωμα που σε «δύσκολες» μελλοντικές περιόδους για την «τάξη και το νόμο» της κυβερνητικής εξουσίας, θα αποτελέσουν την αιχμή του δόρατος της απέλπιδος προσπάθειας να μην απολέσει την εξουσία το κυβερνητικό κατεστημένο.

Αν αυτό τον ρόλο επιφυλάσσουν ή ονειρεύονται για τους εαυτούς τους και για το λειτούργημα της αστυνόμευσης, τότε πρέπει να ξέρουν πως στα μάτια μας δεν είναι τα απλά παιδιά του λαού που προσπαθούν για το πενιχρό μεροκάματο, αλλά τα κατώτερα όργανα μιας απεχθούς πολιτικής και κοινωνικής τάξης.

Πολίτες/Αστυνομικοί αντισταθείτε!!!

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

Το παράδοξο της ενδοοικογενειακής βίας




Στο συγκεκριμένο κείμενο θα δώσω περισσότερο ένα κοινωνιολογικό προσανατολισμό, εξετάζοντας κάποιες σημαντικές κοινωνικές παραμέτρους της ενδοοικογενειακής βίας. Κάποιες παραμέτρους που καταδεικνύουν την παράδοξη λογική που διατρέχει τα φαινόμενα βίας μέσα στην οικογένεια.
                                                                   
Στέκομαι στην αρχή του κειμένου στις έννοιες που μας προβληματίζουν – βία και οικογένεια. Η οικογένεια είναι ένα ιστορικό φαινόμενο και αντιμετωπίζετε ως ένα συνολικό κοινωνικό φαινόμενο. Επομένως, θεωρητικά, δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για την οικογένεια γενικά, αλλά μόνο για τύπους οικογένειας τόσο πολυάριθμους όσες είναι οι περιοχές, οι κοινωνικές τάξεις και οι υπο-ομάδες στην καθολική κοινωνία. Στις μέρες μας, στον δυτικό κόσμο, η οικογένεια έχει γίνει σύμβολο της ιδιωτικής ζωής και συνιστά σε ψυχολογικό επίπεδο το βασικό κύτταρο της κοινωνίας. Στην αρχαιότητα η Εστία ήταν μια από τις πιο αξιόλογες, σεβαστές και σεμνές μορφές του αρχαίου ελληνικού Δωδεκάθεου. Κόρη του Κρόνου και της Ρέας, αδερφή της Ήρας, της Δήμητρας, του Ποσειδώνα, του Δία και του Πλούτωνα, προστάτιδα της οικογενειακής ζωής, αρμονίας και ευτυχίας, προσωποποίηση της εντιμότητας και της σταθερότητας στο συζυγικό και οικογενειακό βίο. Ως πρωτότοκη κόρη του εξουσιαστή και κυρίαρχου των πάντων, η Εστία είχε από την αρχή τεθεί επικεφαλής όλων των μεγάλων θεοτήτων. Η εύνοια και οι διαστάσεις της, οι δικαιοδοσίες και οι αρμοδιότητές της πολύ γρήγορα επεκτάθηκαν, με αποτέλεσμα σταδιακά ως θεά να αντιπροσωπεύει όχι μόνο το κέντρο του σπιτιού, αλλά και της γης, και ολόκληρου του σύμπαντος.
Η βία είναι ένα, επίσης, σύνθετο φαινόμενο, μια διυπόστατη πράξη: είναι θα λέγαμε

1.                          1. ένα "φυσικό φαινόμενο" (βία – βίος – επιβίωση)
Η επιθετικότητα θεωρείται ως εγγενής αντίδραση. Όσοι υποστηρίζουν αυτή την άποψη λένε ότι ο άνθρωπος, όπως όλα τα ζωικά είδη, είναι «προικισμένος» με επιθετικό ένστικτο που στοχεύει στην προστασία και την ασφάλεια του. Ο Freud από την πλευρά του, προσπαθώντας να ερμηνεύσει την μανία αλληλοεξόντωσης που έδειξαν οι άνθρωποι κατά το α΄ παγκόσμιο πόλεμο, τροποποίησε την αρχική του θεωρία και υποστήριξε ότι εκτός τη libido, την ορμή της ηδονής, οι πράξεις του ανθρώπου κατευθύνονται και από την ορμή για τη ζωή και για τη διαιώνιση του είδους και στον αντίποδα της υπάρχει η ορμή που μας σπρώχνει προς το θάνατο και την καταστροφή, όχι μόνο των άλλων, αλλά και τη δική μας. Με άλλα λόγια υπάρχουν δύο αντίρροπες δυνάμεις που διαπερνούν το σύστημα άνθρωπος: η επιβίωση και η αναπαραγωγή. Η βία κινείται στη σφαίρα της επιβίωσης. Το sex στη σφαίρα της αναπαραγωγής (της εξέλιξης). Αυτή η αέναη διαδικασία του ανθρώπου μεταξύ επιβίωσης και αναπαραγωγής αποκρυσταλλώνεται στις δύο αυτές έννοιες, στην κάθε μια από τις οποίες εμπεριέχεται και η άλλη. Δηλαδή η βία έχει κάνει ηδονιστικό και το sex κάτι βίαιο.
2. ένα κοινωνικό κατασκεύασμα, ένα πολιτισμικό μόρφωμα, ένα προϊόν πολιτισμικής διαφοράς (η βίαιη πράξη, δηλαδή, ορίζεται κοινωνικά με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κουλτούρας της κάθε κοινωνίας ή της ίδιας κοινωνίας σε διαφορετικές εποχές. Μπορούμε να δούμε ένα απλό παράδειγμα: πως εκλαμβανόταν το χαστούκι ως μέσο πειθαρχίας στην ελληνική οικογένεια της δεκαετίας του ΄60 και πως εκλαμβάνεται σήμερα.

Για τους αρχαίους έλληνες η  βία ήταν θεότητα που προσωποποιούσε την υπέρτατη ισχύ. Αναφέρεται ως κόρη του Τιτάνα Πάλλαντου και της Ωκεανίδας Στυγός και, αδελφή του Κράτους, του ζήλου και της Νίκης, οι οποίοι βοήθησαν τον Δία στον αγώνα του εναντίον των Τιτάνων.  Επίσης, η βία ταυτιζόταν με την Ανάγκη και συγγένευε με την Πειθώ.
Η βία, λοιπόν, έχει πολλά πρόσωπα … και πολλές αναγνώσεις. Το πως θα ερμηνεύσεις τη βία εξαρτάται, δηλαδή, από το πλαίσιο στο οποίο συναντιέται και από το πρόσωπο που την πραγματοποιεί.
Σύμφωνα με τις σημερινές διαδεδομένες αντιλήψεις, τα φαινόμενα της ενδοοικογενειακής βίας νοούνται, κυρίως, ως ανακλαστική συμπεριφορά, δηλαδή, ως μηχανική απάντηση σε μια ψυχοκοινωνική δυσλειτουργία. Κατά την δική μου άποψη χρειάζεται να αντιμετωπιστούν ως μια μορφή κοινωνικής δράσης, ως πρακτική η οποία στην ιστορική της πορεία έχει επενδυθεί με νοήματα και σημασίες που παραπέμπουν σε ευρύτερα ιστορικά και συλλογικά μορφώματα και αφορούν συγκεκριμένες αντιλήψεις του κοινωνικού υποκειμένου και του ρόλου του μέσα στον κόσμο. Από τη σκοπιά αυτή, η βία δεν ανταποκρίνεται σε μια ζωτική ανάγκη των μελών της οικογένειας αλλά κυρίως σε μια κοινωνική ανάγκη-ανάγκη αυτοπροσδιορισμού, διάκρισης και διαφοράς, επιβεβαίωσης και επιβολής μιας ιδιαίτερης μορφής υποκειμενικότητας. Με δύο λόγια, οι πράξεις βίας είναι συγχρόνως και πράξεις συμβολικές που σημασιοδοτούν και νοηματοδοτούν την ύπαρξη, δημιουργούν εικόνες του εαυτού, μέσων των οποίων ο άνθρωπος κατανοεί τη θέση του μέσα στην οικογένεια και ορίζει τις σχέσεις του με τους υπόλοιπους.
Η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι μια νέα μορφή βίας που ξαφνικά έλαβε διαστάσεις επιδημίας και ενεργοποίησε την κοινωνική αντίδραση. Είναι ένα φαινόμενο που έχει τις ρίζες του βαθιά στους αιώνες, από την εποχή εκείνη όπου ήταν απολύτως «φυσικό» και αναγκαίο ο άνδρας του σπιτιού, σύζυγος ή πατέρας, να χρησιμοποιεί τα πιο αποτελεσματικά μέσα – ακόμη και τον άγριο ξυλοδαρμό – προκειμένου να «συμμορφώσει» τη γυναίκα και τα παιδιά του και να αποκαταστήσει την τάξη στην οικογένεια. Αυτή η νομιμοποιημένη χρήση βίας από την πλευρά του άνδρα έφτασε –περισσότερο από προηγούμενα έτη- τις τελευταίες τρεις δεκαετίες να αμφισβητηθεί. Βέβαια, το ενδιαφέρον για την ενδοοικογενειακή βία δεν θα είχε λάβει τόσο σημαντικές διαστάσεις τη δεδομένη χρονική στιγμή, αν δεν είχε συνδυαστεί με τα γυναικεία κοινωνικά κινήματα, τα οποία παρείχαν το κατάλληλο επιστημονικό προσωπικό και την ευαισθητοποίηση στην οργάνωση όλων εκείνων των πληροφοριών που αφορούσαν τη θυματοποίηση στην ιδιωτική σφαίρα της οικογένειας. Καθοριστικό ήταν και ο ρόλος των κοινωνικών επιστημόνων που συστηματοποιούν και εντατικοποιούν τις έρευνές τους πάνω στο θέμα, διαφωτίζοντας το κοινό πάνω σε θέματα που αφορούν τις οικογενειακές σχέσεις.
Το κοινωνικό αυτό φαινόμενο έχει ιατρικές, νομικές και κοινωνιολογικές προεκτάσεις και απαιτεί τη συνεργασία όλων των κοινωνικών και επαγγελματικών  φορέων που έρχονται σε επαφή με τους δράστες και τα θύματα κακοποίησης, αλλά και την ευαισθητοποίηση του κοινού σε θέματα ενδοοικογενειακής βίας γενικότερα.  Σε ένα ακόμη βαθύτερο επίπεδο απαιτούνται ρήξεις στον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας, στο νομικό και εκπαιδευτικό σύστημα, στις αξίες και τα πρότυπα που καλλιεργούνται και προβάλλονται μέσα από την εκπαίδευση, τα ΜΜΕ, καθώς και σε θέματα που αφορούν στα στερεότυπα των δύο φύλων και στον τρόπο με τον οποίο επιδρούν πάνω στην οργάνωση και τη λειτουργία της οικογένειας και κατ’ επέκταση των ευρύτερων κοινωνικών ομάδων.
Η μελέτη του φαινομένου και η επίσημη καταγραφή του μας φέρνει, δυστυχώς, αντιμέτωπους με μια θλιβερή πραγματικότητα. Υποστηρίζεται ότι υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες ένα άτομο να σκοτωθεί, να κακοποιηθεί, να τραυματισθεί μέσα στο ίδιο του το σπίτι, από κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας, παρά οπουδήποτε αλλού και από κάποιον άγνωστο. Μεταξύ αυτών η κακοποίηση της γυναίκας από το σύζυγο/σύντροφό της, καταλαμβάνει υψηλή θέση στον πίνακα των στατιστικών στοιχείων που αφορούν την καταγραφή των υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας.
Εδώ υπεισέρχονται τα παράδοξα αυτού του φαινομένου:
1)      Από την ίδια την έννοια «ενδοοικογενειακή βία, ξεπηδά το πρώτο παράδοξο: η στερεοτυπική αντίληψη για την οικογένεια διατρέχεται από ένα θετικό κλίμα αγάπης και συμπόρευσης. Η πραγματική εικόνα αμαυρώνεται από ποικίλες δυσλειτουργίες που φτάνουν ως τα φαινόμενα βίας στους κόλπους της. Όταν αναφερόμαστε στο θεσμό της οικογένειας  και τη σημασία του ρόλου της στην κοινωνία μας, έχουμε σχεδόν πάντα την αντίληψη ότι μιλάμε για ένα περιβάλλον όπου επικρατεί η αγάπη η τρυφερότητα και όχι για μια από τις βιαιότερες ομάδες. Τυπικά η οικογενειακή ζωή μοιάζει να είναι συνώνυμο μιας ατμόσφαιρας φιλικής προς τα μέλη της οικογένειας, ένας χώρος όπου το άτομο καταφεύγει για να μειώσει το άγχος που του προκαλούν οι εξωτερικοί κοινωνικοί παράγοντες, για να βρει ασφάλεια, αποδοχή και αγάπη.
Η οικογένεια πρέπει να εκφράζει ένα αξιόπιστο σημείο προσανατολισμού σε έναν κόσμο εχθρικό, ένα χώρο αλληλεγγύης σε μια κοινωνία ανταγωνισμού. Οι προσδοκίες αυτές μένουν ως διαλογισμός και ως παράσταση φαντασίας. Η πραγματοποίηση αυτού του ιδεώδους δεν είναι δυνατή σε μια κοινωνία με ανταγωνιστικό προσανατολισμό.
Στις κοινωνικές αντιλήψεις ο γάμος ενσαρκώνει πάνω από όλα μια κοινωνία αγάπης. Οι συγκρούσεις και οι βιαιότητες μοιάζουν κατά συνέπεια σαν δυσκολονόητες εκτροχιάσεις μεμονωμένων ατόμων. Στον τρόπο αυτό θεώρησης θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς ότι η χρήση βίας από μέρους του συζύγου σε διάφορες εποχές και πολιτισμούς αποτελούσε ένα αποδεκτό κομμάτι της συζυγικής ζωής.
Η ιστορία της σχέσης των δύο φύλων είναι μια ιστορίας βίας. Η επιθυμία μας να εξιδανικεύσουμε την οικογενειακή ζωή είναι ως ένα βαθμό υπεύθυνη για την τάση που υπάρχει είτε να εθελοτυφλούμε, είτε να δικαιολογούμε και να αποδεχόμαστε αυτή τη μορφή βίας ως απαραίτητη και αναγκαία στην προσπάθεια οικοδόμησης των οικογενειακών σχέσεων (συνύπαρξη με το σύντροφο, ανατροφή των παιδιών κ.α.). Εντούτοις, η ενδοοικογενειακή βία είναι μια θλιβερή πραγματικότητα, ενώ οι περισσότερες επίσημες συζητήσεις για τη βία καταλήγουν να αποκλείουν από τις αναλύσεις τους τη βία στο σπίτι. Με αυτό τον τρόπο, μια από τις συχνότερες μορφές βίας, αυτή που συγκεντρώνει την υψηλότερη κοινωνική ανοχή, αυτή για την οποία γίνεται λιγότερο λόγος και έχει μειωμένες πιθανότητες να ενεργοποιήσει την κοινωνική αντίδραση στο σύνολό της είναι η βία στην οικογένεια και ειδικότερα μεταξύ των συζύγων. (παράδειγμα με το να δούμε ένα ζευγάρι να μαλώνει δημόσια, πως αντιδρούμε αν καταλάβουμε ότι είναι σύντροφοι και πως ότι κάποιος τυχαίος χτυπά μια ανυπεράσπιστη δεσποινίδα).
2)      Το παράδοξο της κρίσης: ανθηρές κοινωνίες και πολίτες σε κρίση.
Οι κλινικοί θεραπευτές έχουν διαπιστώσει την αλλαγή που έχει συντελεστεί στη μορφή και την έκταση των ψυχικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος, όπως είναι η ιλιγγιώδης αύξηση της κατάθλιψης, η αύξηση των ψυχοσωματικών νοσημάτων, η εξάρτηση από τοξικές ουσίες, το σύνδρομο της χρόνιας κόπωσης, που πλήττουν μεγάλα ποσοστά του πληθυσμού. Ακόμα και οι λόγοι για τους οποίους αυτοκτονούν οι άνθρωποι στην εποχή μας δεν συνδέονται, όπως παλιότερα, με την ύπαρξη συγκεκριμένων αδιεξόδων ή συναισθηματικών απογοητεύσεων. Σήμερα οι άνθρωποι δίνουν τέρμα στη ζωή τους, όλο και πιο συχνά, γιατί δεν βρίσκουν νόημα σε αυτήν, ή δεν βιώνουν το συναίσθημα ότι η ζωή αξίζει να τη ζεις.
Μέσα σε αυτό το κλίμα παρατηρούμε πως, εκ διαμέτρου αντίθετα με την τεχνολογική και οικονομική πρόοδο της ανθρωπότητας – στη Δύση, κυρίως, τα φαινόμενα της ενδοοικογενειακής βίας αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο.
Η Παγκόσμια Οργάνωση Κατά των Βασανιστηρίων (OMCT), το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ) και η Ελληνική Ομάδα για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων (ΕΟΔΜ) έχουν υπογραμμίσει σημαντικές ανησυχίες για τις διακρίσεις και τη βία κατά των γυναικών στην Ελλάδα σε δύο κοινές εκθέσεις τους που κατέθεσαν στην Επιτροπή του ΟΗΕ για την Εξάλειψη των Διακρίσεων Κατά των Γυναικών. Η ενδο-οικογενειακή βία είναι διαδεδομένη στην Ελλάδα, σε όλες τις κοινωνικές και εθνοτικές ομάδες˙ ωστόσο, δεν υπάρχει κάποια ισχύουσα νομοθεσία που να προστατεύει τις γυναίκες ειδικά κατά της βίας στα σπίτια τους ή που να λαμβάνει υπόψη την ειδική σχέση και εξάρτηση που υπάρχουν ανάμεσα στο θύμα και στο δράστη. Ένα άλλο ζήτημα σημαντικής ανησυχίας είναι το γεγονός ότι ο βιασμός στο γάμο δεν θεωρείται έγκλημα σύμφωνα με τον ελληνικό Ποινικό Κώδικα. Επιπρόσθετα με την έλλειψη ισχύουσας αποτελεσματικής νομοθεσίας, το γεγονός ότι η αστυνομία και το προσωπικό των άλλων διωκτικών αρχών βλέπουν την ενδο-οικογενειακή βία ως ιδιωτική υπόθεση έχει συνεισφέρει στο μεγάλο ποσοστό ατιμωρησίας που απολαμβάνουν οι δράστες πράξεων ενδο-οικογενειακής βίας.
3)      Ενώ το ζήτημα αφορά τις κοινωνικές δομές – άρα είναι πολιτικό – διαπιστώνουμε ότι οι επιστήμες έχουν αναλάβει δράση για να το μελετήσουν και να το επιλύσουν, απενοχοποιώντας έτσι το πολιτικό σύστημα.
Ο ρόλος της ψυχοθεραπείας και των ειδικών επιστημόνων που ασχολούνται με το δράστη και το θύμα κακοποίησης είναι ιδιαίτερα σημαντικός, αρκεί να μην "κολλάει" στην στερεοτυπική αντίληψη περί «ψυχικής ασθένειας» του δράστη κακοποίησης και «μαζοχιστικής φύσης» του θύματος. Εξάλλου στις τελευταίες δεκαετίες και πρόσφατα στην Ελλάδα η τάση να διαγνωστούν οι αιτίες της βίας ως ψυχολογική ανωμαλία ή πνευματική ασθένεια έχει υποβαθμιστεί. Συνειδητοποιήθηκε ότι η ατομική ψυχοθεραπεία για τους βίαιους δράστες, δεν είναι άλλο, από μια ανεπαρκής και περιορισμένη μεταχείριση του προβλήματος, που μπορεί να είναι αποτελεσματική μόνο σε έναν μικρό αριθμό περιπτώσεων βίας και κακοποίησης. Οι ρίζες του φαινομένου της βίας μεταξύ των συντρόφων βρίσκονται στη δομή της οικογένειας, των διαπροσωπικών σχέσεων και της κοινωνίας στο σύνολό της.
       4) Οι κοινωνικές αντιλήψεις για την οικογένεια και το γάμο παρουσιάζουν πλήθος από αντιθέσεις. Από τη μια μεριά δηλώνεται ότι θα πρέπει να προστατευθεί ο ιδιωτικός χώρος από την επέμβαση του κράτους, ενώ από την άλλη, ο χώρος αυτός ρυθμίζεται στην κάθε λεπτομέρεια με δικονομικούς, ιατρικούς και παιδαγωγικούς κανονισμούς και μέτρα. Αποκλίσεις από γενικές προσδοκίες και κανόνες τιμωρούνται αυστηρά, ιδιαίτερα στον «ιδιωτικό» χώρο. Κάθε εκδήλωση στο χώρο αυτό θεωρείται σημαντική για την επιβίωση της κοινωνίας. Θα μπορούσε να πιστέψει κανείς ότι ο όρος «ιδιωτικός» θα διευκόλυνε παρά θα εμπόδιζε την ανάμειξη του κράτους στον ιδιωτικό χώρο.
Η μεταφορά της ευθύνης από το κοινωνικό στο ατομικό επίπεδο φαίνεται πως επιχειρεί και καταφέρνει να απαλλάξει την κοινωνία από τις ευθύνες της που αφορούν στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των κοινωνικών της δομών.

Που θα εστιάσουμε, επομένως, για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικότερα το ζήτημα; Θα πρέπει να εστιάσουμε καταρχήν σε ένα μακροεπίπεδο αναλογιζόμενοι τι γίνεται σε πλανητικό επίπεδο.
Οι δυτικές κοινωνίες ζούσαν και ζουν σε πολλές περιπτώσεις σε μια φαντασίωση κοινωνικής ειρήνης. Το αμερικάνικο όνειρο που ύφαινε τον κοινωνικό ιστό πάνω στην ευημερία του ανθρώπου τόσο σε οικονομικό όσο και σε πολιτιστικό επίπεδο μας έκανε να ξεχνούμε ότι αυτή η ευμάρεια στηρίζεται και στην καταδυνάστευση των φτωχών χωρών,  των χωρών του λεγόμενου τρίτου κόσμου. Και σαν να μην έφτανε αυτό η βία και τα γενικότερα φαινόμενα παρακμής σαρώσανε την εσωτερική κοινωνική συνοχή των δυτικών κοινωνιών και διογκώθηκαν σε ανάλογο βαθμό με την τεχνολογική εξέλιξη. Μια εξέλιξη που δεν έφερε τελικά την κοινωνική ειρήνη και πρόοδο που φαντάστηκαν οι μεταπολεμικές κοινωνίες. Η πτώση των συμβόλων και των ιδεολογιών που υποβαστούσαν τον δυτικό πολιτισμό, η αποξένωση του ανθρώπου, οι σαρωτικές αλλαγές στους θεσμούς όπως η οικογένεια και η εκπαίδευση, και η διάχυση της κοινωνίας της πληροφορίας που βρίσκει τους ανθρώπους περισσότερο ευάλωτους, ανενημέρωτους, συγχυσμένους και μόνους από ποτέ, όξυναν περισσότερο τους ανταγωνισμούς, ήραν την ανθρώπινη αλληλεγγύη, σάρωσαν κάθε έννοια συλλογικότητας και αύξησαν τις εσωτερικές εντάσεις και τα άγχη του σύγχρονου ανθρώπου με αποτέλεσμα την αύξηση των φαινομένων βίας. Και μάλιστα αυτών χωρίς φαινομενική αιτία, χωρίς σύνδεση με κάποιο αίτημα οικογενειακής και κοινωνικής αλλαγής (έστω της βίας δηλαδή στους κόλπους της οικογένειας που στόχο είχε την διαπαιδαγώγηση). Η απρόσωπη κοινωνία, δηλαδή, γεννά απρόσωπη και τυφλή βία. Εν κατακλείδι, η βία συνδέεται και ερμηνεύεται στις μέρες μας, τόσο με βάση τις υπάρχουσες κοινωνικές δομές, όσο και τα ψυχολογικά αδιέξοδα του σύγχρονου ανθρώπου και την ποιότητα των οικογενειακών και γενικότερα των ανθρωπίνων σχέσεων, όπως αυτές διαμορφώνονται στις ανταγωνιστικές συνθήκες της κοινωνικής ζωής.
Η οικογένεια αμή τι άλλο αναπαράγει στην ουσία το πλανητικό πλέον μοντέλο κυριαρχίας και ανάπτυξης, το οποίο στηρίζεται στην επιθετικότητα και τον καταναλωτισμό.
Δεύτερον χρειάζεται να λάβουμε υπόψη ότι οι μεταμοντέρνες ή υπερμοντέρνες κοινωνίες χαρακτηρίζονται σήμερα από μια βαθιά κρίση του συμβολικού, μια κρίση του νοήματος. Στο ερώτημα τι μορφή έχει η ανθρώπινη τραγωδία στην εποχή μας και με τι ερωτήματα συνδέεται, θα ήταν χρήσιμο να αναζητήσουμε, μέσα από τη σημειολογία της εποχής μας, στοιχεία που να μας επιτρέψουν να μιλήσουμε για τη φύση της ανθρώπινης τραγωδίας σήμερα. Η σημειολογία της σύγχρονης ζωής μας, λοιπόν, μιλά για ένα ποσοστό ανθρώπων στις σύγχρονες κοινωνίες που πλήττουν όλο και περισσότερο μέσα στην αφθονία και τις ανέσεις του τεχνολογικού πολιτισμού μας.  Επίσης, στην σύγχρονη εποχή, οι άνθρωποι φαίνεται ότι υποφέρουν από την αδυναμία τους να είναι με τον εαυτό τους. Η τραγωδία του σύγχρονου ανθρώπου φαίνεται ότι συνδέεται με προ-υπαρξιακά χαρακτηριστικά. Πρόκειται για την αδυναμία διαχείρισης του υπαρξιακού κενού και την αδυναμία αναζήτησης και παραγωγής νοημάτων, συλλογικών και ατομικών.
Στο ζήτημα που μας απασχολεί εδώ, αυτή η έλλειψη προσωπικών νοημάτων διαφαίνεται στο εξής: τα νέα ζευγάρια ψάχνουν τα καινούργια κριτήρια για μια νέα μορφή συμβίωσης και επικοινωνίας, που θα μπορέσει να διασώσει μια σχέση καθοριστική για τη δημιουργία της νέας μορφής οικογένειας. Στην αναζήτησή τους αυτή τα ζευγάρια μοιάζουν να αιωρούνται ανάμεσα σε ένα κόσμο που χάνεται και σε έναν άλλο που διαγράφεται άγνωστος και συχνά απειλητικός. Παρόλα αυτά συνεχίζουν να παντρεύονται – εξάλλου τι άλλο να κάνουν, χωρίς οικογένεια θα περάσουν την υπόλοιπή τους ζωή; Είναι βέβαια πολλοί εκείνοι που αμφιταλαντεύονται, πειραματίζονται και καθυστερούν.
Ένα πάντως είναι σίγουρο ότι μαζί με τα γνωστά σχήματα και τους πειραματισμούς αυξάνονται τα διαζύγια, σε σημείο που να μην αποτελούν πια την εξαίρεση αλλά τον κανόνα. Τα αυξανόμενα διαζύγια δείχνουν το μέγεθος της σύγχυσης που επικρατεί. Υπάρχουν όμως και οι λιγότερο εμφανείς επιπτώσεις της ασυνεννοησίας  και του αδιεξόδου. Το κόστος των δυσλειτουργικών σχέσεων πληρώνεται συνήθως από τα παιδιά, παιδιά που στηρίζουν ετοιμόρροπα σπίτια. Συχνά στα παιδιά εκδηλώνεται – με διάφορα συμπτώματα, μεταξύ των οποίων και η κακοποίηση – το αγεφύρωτο χάσμα που χωρίζει τους γονείς. Το κόστος δεν είναι μικρότερο και για τους δύο συντρόφους που παγιδευμένοι σε δεσμούς που έγιναν δεσμά, αρρωσταίνουν σωματικά και ψυχικά, φτάνοντας ως την άσκηση σωματικής ή/και ψυχολογικής βίας.
Τα σημερινά ζευγάρια δυσκολεύονται να συνεννοηθούν γιατί κατακλύζονται από μια  υπερπληθώρα αντιφατικών πληροφοριών. Ενώ κουβαλούν ακόμη μέσα τους το παρελθόν – τις παραδοσιακές αντιλήψεις για το γάμο, τη συμβίωση και τους ρόλους του άντρα και της γυναίκας -  και λειτουργούν συχνά, χωρίς να το συνειδητοποιούν με βάση συστήματα αντιλήψεων που αναπτύχθηκαν σε άλλες εποχές, ενώ παράλληλα αφομοιώνουν νέες ιδέες και τρόπους συμπεριφοράς, δημιουργώντας έτσι ένα μωσαϊκό αντιλήψεων, συναισθημάτων και συμπεριφοράς. Οι εσωτερικές συγκρούσεις και τα διλήμματα και των δύο δημιουργούν παράσιτα στην επικοινωνίας τους. Η κακή επικοινωνία αυξάνει τη δυσφορία και το θυμό. Και τότε μπορεί να έρθει και η βία.
Τελειώνοντας, θέλω να θέσω ένα πλαίσιο προβληματισμού, μέσα στο οποίο εν περιλήψει μπορεί να αναλυθεί το ζήτημα που μας απασχολεί σήμερα. Το πλαίσιο αυτό έχει τις εξής αφετηρίες:

  1. Η επιλογή της βίας ως συμπεριφοράς από ένα άτομο δεν είναι τυχαία. Εξαρτάται από το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γίνεται αυτή η επιλογή (με ποια σημασία , δηλαδή, φορτίζει το κοινωνικό σύστημα τη συγκεκριμένη συμπεριφορά). Εξαρτάται από το άτομο όπως, επίσης, εξαρτάται και από την χρονική στιγμή αυτής της επιλογής, δεδομένου ότι η σχέση συμπεριφοράς / πολιτισμικού συστήματος είναι αμφίδρομη και μεταβαλλόμενη στο χρόνο.
  2. Το υπόβαθρο της βίαιης συμπεριφοράς υποδηλώνει, εκτός από την βιαιότητα των κοινωνικών δομών, ψυχολογική, κοινωνική, ενδοπροσωπική και περιβαλλοντική δυσλειτουργία του ατόμου. Προκειμένου να αντιμετωπίσει το άτομο τις παραπάνω δυσλειτουργίες, χρησιμοποιεί και βασίζεται πάνω στη χρήση βίας με στόχο, κυρίως την συναισθηματική επιβίωση και την κατάληψη καλύτερης θέσης στο ανταγωνιστικό πεδίο των σχέσεων. Λειτουργούν, δηλαδή, οι βίαιες πράξεις ως σύμπτωμα άλλων βαθύτερων δυσλειτουργιών.
  3. Το οικογενειακό κλίμα (η δομή και η λειτουργία της οικογένειας), ιδιαίτερα στην σημερινή εποχή, αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό παράγοντα ενίσχυσης ή αποτροπής των παραγόντων επικινδυνότητας της εμφάνισης βίαιης συμπεριφοράς. Παρατηρούμε όμως στην εποχή μας ότι οι μεταλλάξεις της οικογενειακής δομής, υποδεικνύουν και τη βαθιά κρίση που τη διαπερνά. Μια κρίση η οποία αναπαράγει το μοντέλο συγκρότησης και ανάπτυξης της νεωτερικής κοινωνίας. Με άλλα λόγια η οικογένεια αναπαράγει πιστά το κυρίαρχο μοντέλο, αναπαράγοντας μεταξύ άλλων και τη βία. Τέλος,
  4. Η έλλειψη προσωπικού νοήματος αποτελεί το σημαντικότερο παράγοντα που γεννά και αναπαράγει την βία στους κόλπους της οικογένειας.
Το πρακτικό ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: η οργανωμένη απάντηση στη βία, για να είναι αποτελεσματική, θα πρέπει να είναι τιμωρητική και αυστηρή, να αφορά τον έλεγχο και την εγκληματοποίηση της κακοποίησης που συνεπάγεται μια τιμωρητική στάση απέναντι στο δράστη; Ή θα πρέπει να μεταχειρίζεται με επιείκεια το δράστη κακοποίησης, αντιμετωπίζοντάς τον και αυτόν ως θύμα μιας υπάρχουσας κοινωνικής πραγματικότητας;
Το ερώτημα είναι αμείλικτο και απαντιέται κατά το δοκούν, σύμφωνα με τις κυρίαρχες δηλαδή κοινωνικές αντιλήψεις. Σίγουρα όμως ο κοινός παρανομαστής μιας σωστής απάντησης βρίσκεται στην αναζήτηση των αιτιών στις κοινωνικές δομές, καθώς και στην ριζική αλλαγή των αντιλήψεων, στάσεων και στερεοτύπων αναφορικά με τις έννοιες κοινωνία, οικογένεια, φύλο κ.τλ. εντασσόμενοι στο εκάστοτε, κοινωνικό πλαίσιο η ενδοοικογενεική βία δεν αφορά πρόσωπα, αλλά ρόλους. Οι συμπεριφορές εκατέρωθεν, ενώ αποκρυσταλλώνονται σε μια ειδεχθή εικόνα θυματοποίησης της γυναίκας, χρειάζεται προκειμένου να αντιμετωπισθούν αποτελεσματικά να ιδωθούν στο κοινωνικοπολιτισμικό τους πλαίσιο.