Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Η αρπαγή της Περσεφόνης – Η επιστροφή


Οι μύθοι, όπως και τα παραμύθια, δεν μιλούν μόνο μέσα από τους συμβολισμούς τους. Πριν επιχειρήσουμε να αποκρυπτογραφήσουμε τα βαθύτερα νοήματά τους, χρειάζεται να ακούσουμε αυτή καθ’ αυτή την ιστορία που αφηγούνται. Στον πυρήνα του μύθου της Περσεφόνης, καθώς διατρέχουμε την κυριολεξία του μύθου, βρίσκεται ένα βίαιο γεγονός, η αρπαγή της νεαρής Κόρης, η οποία οδηγείται σε έναν γάμο που δεν επέλεξε. 

Στον «ομηρικό Ύμνο στη Δήμητρα» η διατύπωση είναι σαφής, ο Άδης αρπάζει την Περσεφόνη «ἀέκουσαν», παρά τη θέλησή της, ενώ εκείνη κλαίει και καλεί σε βοήθεια τον πατέρα της. Ο Δίας, όμως, έχει ήδη συναινέσει στην παραχώρησή της στον αδελφό του, χωρίς να ρωτήσει ούτε την ίδια ούτε τη μητέρα της. Ο Άδης ασκεί την άμεση βία, αλλά ο Δίας δημιουργεί το πλαίσιο που τη νομιμοποιεί (Ομηρικός Ύμνος στη Δήμητρα). 

Η ιστορία μπορεί, επομένως, να διαβαστεί ως μια πρώιμη αφήγηση πατριαρχικής βίας. Η γυναίκα δεν αντιμετωπίζεται ως αυθύπαρκτο υποκείμενο, αλλά ως πρόσωπο για το οποίο αποφασίζουν άλλοι. Η επιθυμία του άνδρα, η εξουσία του πατέρα και η ανάγκη διατήρησης της θεϊκής τάξης υπερισχύουν της δικής της φωνής.

Η πατριαρχική εξουσία δεν εκφράζεται μόνο με την πράξη του Άδη, αλλά κυρίως με τον τρόπο που η αρπαγή μετατρέπεται στη συνέχεια σε γάμο και η βία σε  κανονικότητα. Αυτός είναι ένας μηχανισμός που συναντάμε συχνά και στην δημιουργία των ψυχικών τραυμάτων. Για παράδειγμα στις περιπτώσεις της γυναικείας κακοποίησης η βία δεν συντηρείται μόνο από εκείνον που την ασκεί, αλλά και από ένα ολόκληρο σχεσιακό σύστημα που την αποκρύπτει, την εξηγεί ή την υποβαθμίζει. η οικογένεια μπορεί να γνωρίζει και να σιωπά, η κοινότητα μπορεί να προτρέπει τη γυναίκα να κάνει υπομονή. Οι άνθρωποι γύρω από την κακοποιημένη γυναίκα μπορεί να ενδιαφέρονται περισσότερο για τη διατήρηση της συνοχής της οικογένειας παρά για την προστασία της. Κάπως έτσι, το θύμα καλείται όχι μόνο να αντέξει τη βία, αλλά και να συμμετάσχει στη συγκάλυψή της. Να συνεχίσει τη ζωή του σαν να μη συνέβη τίποτε, ώστε να μην αναστατωθεί περισσότερο το σύστημα. 


Στον μύθο της Περσεφόνης, απέναντι σε αυτή την τάξη πραγμάτων ορθώνεται η Δήμητρα, η οποία αναζητά την κόρη της, θρηνεί και τελικά σταματά την καρποφορία της γης. Η αντίδρασή της είναι μια τραγική έκφραση του μητρικού πόνου και συνάμα μια πράξη αντίστασης. Η Δήμητρα αρνείται να συνεχίσει να τροφοδοτεί έναν κόσμο που της πήρε μακριά την κόρη της. Αποσύρει τη γονιμότητά της και αναγκάζει τους θεούς να διαπραγματευτούν μαζί της. Η οδύνη της επιχειρεί να βάλει ένα όριο στην πατριαρχική εξουσία και αυθαιρεσία. 

Στην διαδικασία της ψυχοθεραπείας, η στιγμή κατά την οποία ένας άνθρωπος παύει να υπηρετεί ένα σύστημα που τον καταπιέζει είναι μια καθοριστική καμπή για την προσωπική του ανάπτυξη. Το «όχι» μπορεί αρχικά να εμφανιστεί ως θυμός, αποστασιοποίηση, σιωπή ή ακόμη και ως ψυχοσωματικό σύμπτωμα. Πίσω του όμως μπορεί να κρύβεται μια βαθιά προσπάθεια αυτοπροστασίας και μια αδιόρατη φωνή που προσπαθεί να φωνάξει «δεν μπορώ πλέον να συνεχίσω να συντηρώ μια σχέση που με ακυρώνει». 

Η Δήμητρα διαθέτει τεράστια δύναμη, αλλά δεν κατέχει την εξουσία. Μπορεί να σταματήσει τη λειτουργία της φύσης, όχι όμως και να επιβάλει πλήρως τη θέλησή της στον Δία. Η επιστροφή της Περσεφόνης δεν είναι επομένως ολοκληρωτική, αποτελεί προϊόν ενός άδικου συμβιβασμού. Η κόρη θα μοιράζει πλέον τον χρόνο της ανάμεσα στον επάνω και στον κάτω κόσμο. 


Πριν αφήσει την Περσεφόνη να φύγει, ο Άδης την αναγκάζει να γευτεί ένα σπόρο ροδιού. Έτσι εξασφαλίζει ότι θα επιστρέφει περιοδικά κοντά του. Το ρόδι συμβολίζει τη γονιμότητα, τη σεξουαλικότητα, το αίμα και τη συμβολική ενότητα της ζωής με τον  θάνατο. Ψυχοθεραπευτικά, όμως, μπορεί να συμβολίσει και κάτι ακόμη, τον τρόπο με τον οποίο η βία εγκαθίσταται μέσα στον άνθρωπο. Το ψυχικό τραύμα, κατ’ αυτή την έννοια, δεν είναι μόνο ένα γεγονός του παρελθόντος. Το τραύμα εγγράφεται στο σώμα, στη μνήμη και στις σχέσεις. Αναβιώνει μέσα σε φόβους, επαναλήψεις, επιλογές συντρόφων, ενοχές ή μια διαρκή αίσθηση κινδύνου. Αυτή η επιστροφή δεν σημαίνει ότι το θύμα επιθυμεί τη βία, ούτε ότι ευθύνεται για την επανάληψή της. Σημαίνει ότι η τραυματική εμπειρία δεν έχει ακόμη μεταβολιστεί και εξακολουθεί να αναβιώνεται μέσα στην αφήγηση της ζωής του, αναζητώντας τη λύτρωση. 


Σε αυτό ακριβώς το σημείο εστιάζει η παράσταση «Η Αρπαγή της Περσεφόνης – Η επιστροφή», που παρουσιάστηκε στο Α΄ Αρχαίο Θέατρο Λάρισας. Η παράσταση δεν επικεντρώνεται τόσο στην πράξη της αρπαγής όσο στις συνέπειές της, στο τραύμα, στη βίαιη ενηλικίωση και στην επιστροφή σε έναν κόσμο που θέλει να συνεχίσει να λειτουργεί με τους ίδιους όρους. Το ερώτημα που θέτει η παράσταση δεν είναι μόνο εάν επιστρέφει η Περσεφόνη, αλλά ποιες είναι οι συνέπειες της βίαιης μεταμόρφωσής της από κόρη σε γυναίκα. 

Η Δήμητρα περιμένει να ξαναβρεί την κόρη που έχασε, όμως εκείνη που αναδύεται από τον Κάτω Κόσμο είναι ένας άλλος άνθρωπος. Έχει συναντήσει το φόβο, την απώλεια, τη σεξουαλικότητα, τον θάνατο και την εξουσία. Η προηγούμενη αθωότητά της δεν μπορεί να αποκατασταθεί. 

Αυτό αποτελεί μια βασική αλήθεια της ψυχοθεραπείας, δηλαδή θεραπεία δεν σημαίνει επιστροφή στην κατάσταση πριν από το τραύμα, κανείς δεν επιστρέφει ακριβώς εκεί που βρισκόταν. Η θεραπεία (επούλωση του ψυχικούς τραύματος) είναι η δημιουργία μιας νέας σύνθεσης, μέσα στην οποία το τραυματικό βίωμα δεν λησμονείται, παύει όμως να καθορίζει ολοκληρωτικά την ταυτότητα και το μέλλον του ανθρώπου. 

Η μεταμόρφωση της Περσεφόνης δηλαδή δεν δικαιώνει την αρπαγή της. Ο άνθρωπος μπορεί να αναπτυχθεί μέσα από ένα τραύμα, χωρίς να οφείλει ευγνωμοσύνη σε εκείνον που το προκάλεσε. Η δύναμη που αποκτά ανήκει στον ίδιο και στην προσπάθειά του να επιβιώσει. 


Ένα σύγχρονο ερώτημα που αναδύεται για τον μύθο είναι ποιος έχει δικαίωμα να αφηγηθεί την ιστορία της Περσεφόνης. Ο Άδης τη βλέπει ως σύζυγο, ο Δίας ως κόρη που μπορεί να παραχωρήσει και η Δήμητρα ως το παιδί που πρέπει να επιστρέψει κοντά της. Καθένας την τοποθετεί μέσα στη δική του επιθυμία. 

Η χειραφέτηση αρχίζει όταν η Περσεφόνη παύει να αποτελεί το αντικείμενο των αφηγήσεων των άλλων και γίνεται το υποκείμενο της δικής της ιστορίας. Όταν μπορεί να αναγνωρίσει τι της συνέβη, τι έχασε, τι άλλαξε μέσα της και ποια επιθυμεί πλέον να είναι. Η πραγματική επιστροφή, επομένως, δεν είναι απλώς η έξοδος από τον Άδη ούτε η επανένωση με τη μητέρα, είναι η επιστροφή στον εαυτό. 

Η Περσεφόνη επιστρέφει στη ζωή έχοντας μέσα της τη μνήμη του Κάτω Κόσμου. Η αναγέννηση επομένως έχει τη μνήμη του χειμώνα. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος μπορεί να ανθίσει χωρίς να αρνηθεί το σκοτάδι που γνώρισε και χωρίς να επιτρέπει πλέον στους άλλους να αποφασίζουν για τη ζωή του. 

Η συγκεκριμένη παράσταση διακίνησε πολλά από τα παραπάνω μηνύματα και έβαλε τον μύθο μέσα στην σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα προσπαθώντας να μιλήσει για την βία έναντι των γυναικών σε όλο τον κόσμο, μέσα από την ίδια την δυναμική του μύθου, αλλά και από εμβόλιμες αναφορές σε πραγματικά γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας. Ωστόσο κατά την άποψή μου ούτε οι ίδιοι οι ηθοποιοί πίστεψαν στο εγχείρημά τους και δεν αποδώσανε το εύρος των παραπάνω μηνυμάτων, με την τραγικότητα που κουβαλάει η δυναμική του αρχαίου μύθου. Ήταν μια ευρηματική παράσταση που δεν είχε όμως ψυχή, πάθος και την απαιτούμενη σύνδεση με τα βαθιά νοήματα που περιβάλλουν τον μύθο, τους συμβολισμούς του, αλλά και τις αναγνώσεις του. 

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

Όταν ο φόβος της εγκατάλειψης συνάντησε τον φόβο του πληγώματος


Συνεδρίες ζεύγους

Τρεις έως πέντε συνεδρίες για να βρούμε:
Α) ποιο συμβόλαιο "έδεσε" τη σχέση σας
Β) ποιες ανάγκες και ποια ψυχικά ελλείμματα ικανοποιούσε
Γ) πως μπορεί η σχέση να λειτουργήσει σαν καθρέφτης των προσωπικών μας ελλειμμάτων και να συμβάλλει στην προσωπική μας εξέλιξη

Κατανοήστε τη σχέση σας σε βάθος
Μετατρέψτε τη σε ευκαιρία προσωπικής ανάπτυξης
-Για τα ζευγάρια που θέλουν να κατανοήσουν, να συνδεθούν και να εξελιχθούν μαζί.

Γιώργος Γιαννούσης
Ψυχολόγος, ψυχοθεραπευτής


...ακολουθεί ένα κλινικό παράδειγμα...

Όταν ο έρωτας καλείται να θεραπεύσει αυτό που δημιούργησε η οικογένεια καταγωγής

Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι οι συγκρούσεις ενός ζευγαριού ξεκινούν από την καθημερινότητα, από την έλλειψη επικοινωνίας, τα οικονομικά προβλήματα, την ανατροφή των παιδιών ή τις διαφορετικές προσωπικότητες. Στην πραγματικότητα, το υπόβαθρο των συγκρούσεων και η γενεσιουργός αιτία υπάρχει πολύ πριν γνωριστούν οι δύο άνθρωποι. Γεννιούνται στις οικογένειες μέσα στις οποίες μεγάλωσαν.

Ο έρωτας σπάνια ενώνει δύο ώριμους ανθρώπους που συναντιούνται τυχαία. Συνήθως ενώνει δύο ανθρώπους με διαφορετικές ιστορίες, διαφορετικά τραύματα, και διαφορετικούς φόβους που, χωρίς να το γνωρίζουν, αναζητούν ο ένας μέσα στον άλλον τη θεραπεία τους. 

Ο Αντώνης και η Ιωάννα αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο Αντώνης μεγάλωσε σε μια οικογένεια όπου η αγάπη συνοδευόταν πάντοτε από μια αίσθηση κινδύνου. Η συναισθηματική απόσταση από τον πατέρα του και η αμφίθυμη σχέση με τη μητέρα του δημιούργησαν μέσα του μια βαθιά πεποίθηση ότι οι άνθρωποι που αγαπάμε μάς απογοητεύουν. Τους χρειαζόμαστε, τους αναζητούμε, αλλά δεν μπορούμε να τους εμπιστευτούμε ολοκληρωτικά. Ένα παιδικό ατύχημα, όταν κάηκε σοβαρά στο πόδι του, έμοιαζε σχεδόν συμβολικά να σφραγίζει αυτή την εσωτερική εμπειρία. Η αγάπη ήταν σαν τη φωτιά, σε ζέσταινε, αλλά μπορούσε και να σε κάψει. Έτσι, χωρίς να το γνωρίζει, έμαθε να προστατεύεται πριν ακόμη κινδυνεύσει, να απομακρύνεται πριν πληγωθεί και να απορρίπτει τους άλλους πριν τον απορρίψουν. 

Η συνεχής υποτίμηση προς τη συντροφό του, τα έμμεσα παράπονα, οι απειλές ότι θα φύγει από το γάμο και ο χρόνιος θυμός δεν αποτελούν τόσο ένδειξη επιθετικότητας όσο μια μορφή προληπτικής άμυνας. Σαν να σκέφτεται «αν κρατήσω τον άλλον σε απόσταση, ίσως να μην μπορέσει ποτέ να με πληγώσει πραγματικά».

Η Ιωάννα μεγάλωσε μέσα σε ένα εντελώς διαφορετικό οικογενειακό σύστημα. Η δική της οικογένεια χαρακτηριζόταν από μια εξαιρετικά ισχυρή συνοχή. Μια συνοχή όμως που είχε ως τίμημα την ελευθερία. Η οικογένεια λειτουργούσε σαν ένας κλειστός οργανισμός. Οι άνθρωποι δύσκολα έφευγαν κι ακόμη δυσκολότερα ενσωματώνονταν σ' αυτή νέοι άνθρωποι. Οι γαμπροί παρέμεναν πάντοτε ξένοι. Τα παιδιά όφειλαν να παραμένουν συναισθηματικά διαθέσιμα στο σύστημα ακόμη και όταν δημιουργούσαν τις δικές τους οικογένειες. 

Η Ιωάννα μεγάλωσε ως το μικρότερο παιδί, με μεγάλη διαφορά από τα δύο πρώτα. Αυτό το γεγονός είχε ως συνέπεια να διογκωθεί μέσα της το άγχος της εγκατάλειψης, καθώς ένιωθε πάντα η μικρότερη και η πιο αδύναμη. Μετά τον θάνατο του πατέρα της, ένιωσε ακόμη περισσότερο αδύναμη, ενώ αντίστροφα η μητέρα συνέχισε να αποτελεί και μάλιστα πιο έντονα το κέντρο βάρους ολόκληρης της οικογένειας. Σαν να είχε αναλάβει να κρατήσει ζωντανή την ενότητα όλων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ιωάννα δεν φοβάται τόσο τη σύγκρουση, όσο την κατάρρευση του συστήματος. Η εγκατάλειψη δεν σημαίνει μόνο ότι θα φύγει ο σύντροφός της, σημαίνει ότι θα διαλυθεί ο κόσμος όπως τον γνώρισε. 

Ο Αντώνης χρειάζεται απόσταση για να αισθανθεί ασφαλής, ενώ η Ιωάννα χρειάζεται εγγύτητα για να αισθανθεί ασφαλής. Εκείνος απομακρύνεται όταν πλησιάζει πολύ η Ιωάννα, εκείνη πλησιάζει ακόμη περισσότερο όταν αισθάνεται ότι εκείνος απομακρύνεται. Όσο περισσότερο εκείνος αποσύρεται, τόσο περισσότερο εκείνη αγωνιά. Όσο περισσότερο εκείνη αγωνιά, τόσο περισσότερο εκείνος νιώθει ότι πνίγεται. Και έτσι δημιουργείται ένας αυτοτροφοδοτούμενος κύκλος, όπου εκείνος βλέπει μια απαιτητική γυναίκα και εκείνη βλέπει έναν άντρα που την εγκαταλείπει. 

Στην πραγματικότητα, όμως, κανείς δεν βλέπει τον άλλον, ο καθένας βλέπει τη δική του πληγή.

Στην αρχή κάθε σχέσης υπάρχει μια μεγάλη ψευδαίσθηση ότι ο άνθρωπος που ερωτευτήκαμε θα θεραπεύσει εκείνο που δεν κατάφεραν να θεραπεύσουν οι γονείς μας.

Ότι θα μας αγαπήσει χωρίς να μας πληγώσει, ότι δεν θα μας εγκαταλείψει ποτέ, ότι θα μας καταλάβει απόλυτα, ότι θα καλύψει εκείνα τα συναισθηματικά ελλείμματα που κουβαλάμε από την παιδική μας ηλικία. Αυτό όμως είναι ένα αδύνατο αίτημα. Καμία σχέση δεν μπορεί να αναλάβει το έργο που ανήκει στην προσωπική ψυχική εξέλιξη του καθενός. 

Όταν ο σύντροφος μετατρέπεται σε θεραπευτή της παιδικής μας ιστορίας, η σχέση  παύει να είναι σχέση και μετατρέπεται σε πεδίο διαρκούς απογοήτευσης και ματαιώσεων. Η ουσιαστική θεραπευτική αλλαγή ξεκινά όταν οι δύο σύντροφοι σταματήσουν να ζητούν ο ένας από τον άλλον να θεραπεύσει τις παιδικές τους πληγές.

Η Ιωάννα χρειάζεται να κατανοήσει ότι ο φόβος της εγκατάλειψης γεννήθηκε πολύ πριν γνωρίσει τον Αντώνη κι εκείνος χρειάζεται να αναγνωρίσει ότι ο φόβος να μην πληγωθεί δεν δημιουργείται από τη σύντροφό του αλλά από τις πρώτες σχέσεις της ζωής του. 

Η συνειδητοποίηση αυτή δεν φέρνει άμεσα ανακούφιση, αντίθετα, συχνά αυξάνει τον πόνο, γιατί τότε γίνεται φανερό ότι η λύση δεν βρίσκεται στην αλλαγή του άλλου, αλλά στην προσωπική  αλλαγή. Αυτή είναι ίσως η δυσκολότερη συνειδητοποίηση στη διαδικασία της ψυχοθεραπείας. 

Υπάρχει όμως ακόμη μια δυσκολία, η αυτονόμηση από την οικογένεια καταγωγής δεν βιώνεται μόνο ως ελευθερία, αλλά και ως προδοσία.

Στην οικογένεια της Ιωάννας, η παραμονή αποτελούσε απόδειξη αγάπης, ενώ η  απομάκρυνση ισοδυναμούσε σχεδόν με εγκατάλειψη. Στην οικογένεια του Αντώνη, η απόσταση αποτελούσε τρόπο επιβίωσης, ενώ η οικειότητα ισοδυναμούσε με κίνδυνο. Έτσι, η προσωπική εξέλιξη απαιτεί από τον καθένα να αμφισβητήσει όχι μόνο τις προσωπικές του πεποιθήσεις αλλά και τους ίδιους τους οικογενειακούς μύθους που τον διαμόρφωσαν.

Η διαδικασία αυτή συνοδεύεται αναπόφευκτα από φόβο και ενοχή. Είναι όμως και η μόνη που επιτρέπει στον άνθρωπο να δημιουργήσει μια σχέση βασισμένη όχι στην εξάρτηση αλλά στην ελευθερία. 

Η μεγαλύτερη παγίδα των σχέσεων είναι ότι συχνά αναζητούμε στον σύντροφό μας τον γονέα που δεν είχαμε. Αναζητούμε έναν ιδανικό γονέα. Η μεγαλύτερη δυνατότητά τους είναι ότι μπορούν να μας βοηθήσουν να αναγνωρίσουμε αυτή την συνθήκη. Η σχέση δηλαδή, σε πρώτο επίπεδο, δεν θεραπεύει τις παιδικές μας πληγές, τις φωτίζει. Και όταν έχουμε το θάρρος να τις κοιτάξουμε χωρίς να απαιτούμε από τον άλλον να τις επουλώσει, τότε συμβαίνει κάτι παράδοξο, ο σύντροφος παύει να είναι ο σωτήρας ή ο διώκτης μας και γίνεται συνοδοιπόρος στην πορεία της προσωπικής μας αλλαγής. Η πορεία της συνεξέλιξης ανοίγει το δρόμο, για πρώτη φορά, οι δύο σύντροφοι να αγαπηθούν όχι επειδή έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλον για να επιβιώσουν, αλλά επειδή επιλέγουν να εξελιχθούν μαζί. 


Συνεδρίες ζεύγους
Τρεις έως πέντε συνεδρίες για να βρούμε:
Α) ποιο συμβόλαιο "έδεσε" τη σχέση σας
Β) ποιες ανάγκες και ποια ψυχικά ελλείμματα ικανοποιούσε
Γ) πως μπορεί η σχέση να λειτουργήσει σαν καθρέφτης των προσωπικών μας ελλειμμάτων και να συμβάλλει στην προσωπική μας εξέλιξη

Κατανοήστε τη σχέση σας σε βάθος
Μετατρέψτε τη σε ευκαιρία προσωπικής ανάπτυξης

-Για τα ζευγάρια που θέλουν να κατανοήσουν, να συνδεθούν και να εξελιχθούν μαζί.

Γιώργος Γιαννούσης
Ψυχολόγος, ψυχοθεραπευτής

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Όταν ο φόβος της απόρριψης συνάντησε την ανασφάλεια του «αξίζω»

Η γενεαλογία του καβγά και η ψευδαίσθηση ότι ο σύντροφος θα θεραπεύσει τα παλιά μας τραύματα

«Αφού αγαπιόμαστε, γιατί μαλώνουμε τόσο πολύ για τόσο ασήμαντα πράγματα;»

Πρόκειται ίσως για το συχνότερο ερώτημα που διατυπώνουν τα ζευγάρια όταν φτάνουν στο γραφείο ενός ψυχοθεραπευτή. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι η ένταση γεννιέται από την καθημερινότητα, από τις δουλειές του σπιτιού, τα οικονομικά, τα παιδιά, τον χρόνο που αφιερώνει ο ένας στον άλλον ή από μικρές συμπεριφορές που μοιάζουν ασήμαντες. Η καθημερινότητα, όμως, σπάνια αποτελεί την πραγματική αιτία μιας σύγκρουσης. Είναι απλώς η σκηνή όπου ανεβαίνει μια παράσταση που γράφτηκε πολλά χρόνια νωρίτερα.

Ο καβγάς έχει πάντοτε μια γενεαλογία, δεν ξεκινά από το ποιος ξέχασε να τηλεφωνήσει ή ποιος άργησε να επιστρέψει στο σπίτι. Ξεκινά από δύο ανθρώπους που κουβαλούν διαφορετικές ιστορίες, διαφορετικά τραύματα, διαφορετικά ψυχικά ελλείματα και διαφορετικές απαντήσεις στο ίδιο υπαρξιακό ερώτημα «ποιος/ποια έμαθα να είμαι για να με αγαπούν;» 

Η Άννα και ο Τάσος αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Εκείνη εργάζεται ως εμπορική αντιπρόσωπος, μοιράζοντας τη ζωή της ανάμεσα στη Λάρισα και τη Λαμία. Εκείνος εργάζεται ως πωλητής και ζει στη Λαμία. Οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν σε μια ιδιαίτερα ευάλωτη περίοδο της ζωής τους. Ο Τάσος είχε μόλις βγει από ένα επώδυνο διαζύγιο. Δεν αναζητούσε μόνο έναν νέο σύντροφο. Αναζητούσε έναν άνθρωπο που θα του αποδείκνυε ότι εξακολουθεί να είναι αποδεκτός, ότι δεν είναι ο άντρας που απορρίφθηκε. Η τοπική κοινωνία ενίσχυε εκείνη την εικόνα του αποτυχημένου που δεν μπόρεσε να κρατήσει την οικογένειά του ενωμένη. 

Η Άννα, από την άλλη πλευρά, δεν αναζητούσε μόνο τον έρωτα, αλλά ένα λόγο να αισθανθεί αρκετή. Να νιώθει πως η παρουσία της έχει αξία, πως μπορεί να γίνει σημαντική για κάποιον, μέσα από τη φροντίδα και την προσφορά της.

Έτσι δημιουργήθηκε το πρώτο, σιωπηρό συμβόλαιο της σχέσης τους, η Άννα θα φρόντιζε τον Τάσο για να νιώσει χρήσιμη κι ότι αξίζει κι ο Τάσος θα ένιωθε αποδεκτός και θα μαλάκωνε μέσα του ο φόβος της απόρριψης. Εκείνος θα της έδινε την αίσθηση ότι την έχει ανάγκη και εκείνη θα του επιβεβαίωνε ότι δεν είναι μόνος.

Κανείς από τους δύο δεν υπέγραψε συνειδητά αυτό το συμβόλαιο, όμως, η ισχύς του καθόρισε τα πρώτα χρόνια της σχέσης τους.

Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι επιλέγουν έναν σύντροφο επειδή ταιριάζουν. Συχνά, όμως, οι άνθρωποι επιλέγουν κάποιον/α που μπορεί να υπηρετήσει τις βαθύτερες ψυχικές τους ανάγκες. Δεν ερωτεύονται μόνο τον άνθρωπο που έχουν απέναντί τους, αλλά την προσδοκία ότι κοντά του θα πάψουν να αισθάνονται αυτό που τους πληγώνει από παιδιά, αυτόν που θα μαλακώσει τους φόβους τους. 

Το πρόβλημα είναι ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να θεραπεύσει μόνιμα ένα τραύμα, ένα ψυχικό έλλειμμα, ένα φόβο, που δημιουργήθηκε πριν από τη σχέση.

Πάντοτε η πραγματικότητα αναδεικνύεται και η καθημερινότητα φθείρει την εξιδανίκευση. Ο σύντροφος κουράζεται να επιβεβαιώνει διαρκώς την αξία του άλλου. Η φροντίδα μετατρέπεται σε υποχρέωση. Η ανάγκη γίνεται απαίτηση και τότε αρχίζει ο καβγάς. Οι δύο άνθρωποι δεν συγκρούονται πραγματικά για όσα λένε, αλλά γιατί ο ένας σταμάτησε να καλύπτει το ψυχικό έλλειμμα του άλλου. 

Η Άννα νιώθει ξανά ότι δεν είναι αρκετή, ο Τάσος αισθάνεται ξανά ότι απορρίπτεται. Η σύγκρουση δεν δημιουργεί το τραύμα, το αποκαλύπτει.

Η εξελικτική συστημική προσέγγιση δεν αντιμετωπίζει αυτή την επανάληψη ως μια ακόμη αποτυχία της σχέσης, αλλά ως ένα εξελικτικό σύμπτωμα.

Ο ψυχισμός μοιάζει να οργανώνει ασυνείδητα συνθήκες όπου το ίδιο τραύμα επανεμφανίζεται. Όχι επειδή ο άνθρωπος επιθυμεί να υποφέρει, αλλά επειδή μόνο μέσα από την επανάληψη μπορεί να δημιουργηθεί η δυνατότητα μιας διαφορετικής απάντησης.

Η επανάληψη δεν στήνει μια παγίδα, αλλά δίνει μια ευκαιρία. Η Άννα και ο Τάσος φοβούνται ότι αν εγκαταλείψουν το παλιό τους μοτίβο θα χαθεί και η σχέση τους. Στην πραγματικότητα βέβαια φοβούνται κάτι βαθύτερο, ότι θα χαθεί ο τρόπος με τον οποίο έμαθαν να υπάρχουν. Για την Άννα, η αγάπη ταυτίστηκε με τη φροντίδα. Από μικρή έμαθε ότι οι ανάγκες των άλλων προηγούνται των δικών της. Η επιβράβευση ερχόταν όταν πρόσφερε, όταν άντεχε, όταν θυσιαζόταν. Έτσι, η προσωπική της αξία συνδέθηκε με τη χρησιμότητά της. Ο Τάσος, αντίθετα, μεγάλωσε κάτω από τη σκιά ενός επικριτικού πατέρα που σπάνια τον αναγνώριζε. Παράλληλα, ένιωθε υπεύθυνος να προστατεύει συναισθηματικά τη μητέρα του. Έμαθε ότι για να αξίζει χρειάζεται να αποδεικνύει συνεχώς ότι είναι χρήσιμος, δυνατός και απαραίτητος. Κάτω όμως από αυτή την προσπάθεια επιβίωσε ένας μόνιμος φόβος, μήπως τελικά δεν είναι αρκετός και εγκαταλειφθεί. 

Η Άννα φοβάται ότι δεν αξίζει, ο Τάσος φοβάται ότι θα απορριφθεί. Ο φόβος της μιας συνάντησε τον φόβο του άλλου και αρχικά φάνηκε πως αλληλοθεραπεύτηκαν, αλλά στην πραγματικότητα απλώς αλληλοκαθησύχασαν τους φόβους τους, μέχρι που η ζωή απαίτησε κάτι περισσότερο. Καμία ώριμη σχέση δεν μπορεί να στηρίζεται επ' άπειρον στην αμοιβαία κάλυψη των ψυχικών ελλειμμάτων. Κάποια στιγμή καλείται να μετασχηματιστεί σε μια σχέση όπου δύο άνθρωποι δεν χρειάζονται ο ένας τον άλλον για να υπάρχουν, αλλά επιλέγουν να συμπορεύονται επειδή μπορούν πλέον να υπάρχουν ως αυτόνομες προσωπικότητες. 

Από το σημείο της κατανόησης αυτής της νέας πραγματικότητας αρχίζει η πραγματική θεραπεία. Ο στόχος δεν είναι μόνο να σταματήσουν οι καβγάδες, αλλά ο καθένας τους να στρέψει το βλέμμα προς τον εαυτό του και να αναρωτηθεί, «τι ζητώ από τον σύντροφό μου να θεραπεύσει μέσα μου;» 

Η Άννα δεν χρειάζεται να πάψει να φροντίζει, αλλά να ανακαλύψει ότι αξίζει ακόμη και όταν δεν σώζει κανέναν. Ο Τάσος δεν χρειάζεται να πάψει να προσφέρει, αλλά να βιώσει ότι παραμένει αγαπητός ακόμη και όταν δεν αποδεικνύει συνεχώς την αξία του.

Όσο το καταφέρνουν τόσο ενισχύουν τη δυνατότητα να δημιουργηθεί ένα νέο συμβόλαιο. Ένα συμβόλαιο όπου η σχέση δεν θα βασίζεται στην κάλυψη των ελλειμμάτων, αλλά στη συνάντηση δύο ανθρώπων που αναλαμβάνουν οι ίδιοι την ευθύνη της προσωπικής τους εξέλιξης.

Αν θέλαμε να ορίσουμε το πλαίσιο και το βαθύτερο νόημα μιας ώριμης σχέσης θα περιγράφαμε ότι αυτή δεν έρχεται να μας γλιτώσει από τις πληγές της παιδικής μας ηλικίας, αλλά να μας προσφέρει τον ασφαλή χώρο μέσα στον οποίο θα αποκτήσουμε το θάρρος να τις θεραπεύσουμε οι ίδιοι (με τη βοήθεια και την συνεξέλιξη του/της συντρόφου μας). 


Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Η ψυχοθεραπεία ως πολιτική πράξη (ψ + κ = Π)

Η ψυχοθεραπεία τόσο σε θεωρητικό, όσο και σε πρακτικό επίπεδο οφείλει, παράλληλα με τις ενδοψυχικές και σχεσιακές της θεωρήσεις, να αντικατοπτρίζει τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και να διεγείρει την αισθητηριακή αντίληψη των θεραπευομένων σε αυτές. Η ψυχοθεραπεία, με άλλα λόγια, χρειάζεται να γίνει περισσότερο «κοινωνιολογική», ερμηνευτική και αναλυτική.


Να στοχεύει στην ερμηνευτική ανάλυση της κοινωνικής πραγματικότητας, μέσω της οποίας θα επιχειρεί να μεταφέρει ένα μήνυμα που θα δράσει καταλυτικά στην ζώσα πραγματικότητα των θεραπευόμενων. Ο ψυχοθεραπευτής γίνεται στην ουσία ενδιάμεσος μεταξύ εαυτού και κόσμου, μια γέφυρα που δύναται να ενδυναμώσει τους δεσμούς μεταξύ της εσωτερικής και εξωτερικής πραγματικότητας του υποκειμένου.

Η καταλυτική αυτή συνεισφορά του θεραπευτή απαιτεί την αυθεντική του στάση, καθώς και τη συνεχή αναζήτηση του εαυτού ως άλλο, δηλαδή της αναζήτησης του κόσμου ως γνώση του εαυτού. Η σχέση αυτή μεταφέρει σε όλα τα πεδία νέες αντικειμενικές αλήθειες ως υποκειμενικά βιώματα και επιτρέπει την ανάπτυξη της ατομικής ελευθερίας μέσα στο πλαίσιο μιας οργανωμένης συλλογικής αίσθησης.

Η ψυχοθεραπεία, σύμφωνα με το πρόταγμα της εξελικτικής συστημικής προσέγγισης, έχει ένα ρόλο πολιτικό, συγκεφαλαιωτικό και συνάμα κοινωνικοποιητικό, στοχεύει δηλαδή στο να υποστηρίξει το υποκείμενο στην προσπάθειά του να ξεφύγει από τη φάση του καταναλωτή και τις νευρώσεις που αυτή παρήγαγε και να δημιουργήσει ένα περισσότερο υγιές πλαίσιο αυτοαναφορικότητας και συλλογικότητας.

Και αντιστοίχως ως θεραπευτές χρειάζεται να διατελέσουμε ένα κοινωνικό ρόλο και να λειτουργούμε διαμεσολαβητικά, εισάγοντας μια «διαφορά», εισάγοντας δηλαδή κενά δαιμόνια που θα αποδομήσουν το σημερινό τρόπο που ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τα πράγματα και παράλληλα να οικοδομήσουμε ένα νέο επιστημολογικό υπόδειγμα που θα αποτελεί συνάμα και μια νέα κοινωνική πρόταση, όπως επιχειρώ να προτείνω προσωπικά με την εισαγωγή της εξελικτικής συστημικής προσέγγισης.

Από το υποκείμενο στο πρόσωπο

Η πολιτική οπτική της ψυχοθεραπείας στρέφει τον φακό στην οργάνωση των υλικών που συνθέτουν την πραγματικότητα και βοηθά το υποκείμενο να αναγνωρίζει την δομή της, ώστε να μετασχηματιστεί σε προσωπικότητα.

Σήμερα ζούμε σε ένα διχοτομημένο, διπολικό κοινωνικό περιβάλλον, το οποίο κατανέμεται σε κάθε πτυχή της κοινωνικής μας πραγματικότητας. Οι άνθρωποι μέσα στα δίπολα αισθάνονται μια ιδιόρρυθμη ασφάλεια και ανακούφιση, αυτό όμως που δεν αντιλαμβάνονται εγκλωβισμένοι σε αυτά είναι πως βρίσκονται σε ένα συνεχόμενο εκκρεμές όπου ταλαντεύονται από τη μία του άκρη στην άλλη.

Η συνθήκη αυτή αφήνει ανοιχτή μια εκκρεμότητα, την δυνατότητα να επιτευχθεί μια αρμονική σύνθεση των αντιθέτων, η οποία θα δημιουργήσει με την σειρά της μια νέα αίσθηση της πραγματικότητας. Ένα δίπολο που βιώνουμε αυτή τη περίοδο ως Έλληνες είναι πως όσο μεγάλη είναι η ιστορική μας παράδοση, άλλο τόσο κοντή είναι η μνήμη μας. Αυτό το δίπολο φοβάμαι πως θα κυριαρχήσει και στην πανδημική κρίση, την οποία μόλις ξεπεράσουμε θα την ξεχάσουμε και κυρίως θα ξεχάσουμε όσα μηνύματα κατάφερε να στείλει και όσα απωθημένα και κακοφορμισμένα στοιχεία κατάφερε να φέρει στην επιφάνεια.

Κι όσο κι αν φαίνεται περίεργο στην διπολικότητα οι άνθρωποι ενώ φαίνεται πως έχουν την ευθύνη -διότι διαρκώς μετακινούνται προς αυτή- στην πραγματικότητα απομακρύνονται από αυτή. Οι άνθρωποι στερούνται μιας αντικειμενικής ματιάς απέναντι στα γεγονότα. Συνηθίζουμε να λέμε πως είμαστε στο τέλος των μεγάλων αφηγήσεων και όλες οι μεγάλες Αλήθειες έχουν καταρρεύσει, αφήνοντας το υποκείμενο μόνο απέναντι στη διαμόρφωση της προσωπικής του κοσμοαντίληψης.

Τι συνέβη όμως στην πραγματικότητα; Καταρρεύσανε όντως οι μεγάλες αφηγήσεις ή απλά επικράτησε μία από αυτές, ο Καπιταλισμός δηλαδή. Η αίσθηση όμως πως κατακερματίστηκαν οι μεγάλες αλήθειες, ενώ αρχικά διόγκωσε τον υποκειμενισμό και έδωσε μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη του ανθρώπινου πολιτισμού, οδήγησε εν τέλει σε έναν απέραντο σχετικισμό, ο οποίος όχι μόνο κατακερμάτισε τον άνθρωπο, αλλά και τον κοινωνικό δεσμό.

Πιστεύω πως ενδιαμέσως της πανδημικής κρίσης είναι η ώρα όλοι μαζί να «συμφωνήσουμε» ποιον καινούργιο «-ισμό» θα διαμορφώσουμε για να υπηρετήσουμε το κοινό καλό. Ένα αντιληπτικό πλαίσιο που αναδύεται ως η νέα πραγματικότητα είναι ο «περιβαλλοντισμός», όχι μόνο με την έννοια του κλίματος και του περιβάλλοντος, αλλά της γενικότερης σύμπλευσης του ανθρώπου με τη φύση και τη «φύση» του. Το άρμα της προόδου χρειάζεται να μετατοπιστεί από τον ανθρώπινο ναρκισσισμό στη σοφία της φύσης.

Η πανδημία και προσφάτως η ενεργειακή κρίση μας έβαλαν μπροστά σε κάποιες αλήθειες που είναι μεγαλύτερες από εμάς, έχουν δηλαδή υπαρξιακό υπόβαθρο. Το μικροσκόπιο της πανδημίας έδειξε την τραυματισμένη ράχη και η βιαιότητα της απειλής της έξυσε τα αποστήματα του «κόσμου». Επανάφερε το μέτρο; Στην πράξη όχι, το έθεσε όμως σε μια διαπραγμάτευση, το έβαλε στον κοινωνικό και τον εσωτερικό διάλογο, αλλά τι μέλλει γενέσθαι μένει να το δούμε.

Έχουμε οφείλω να πω μια αδυναμία να αξιοποιούμε την αντιξοότητα, έτσι και τώρα αυτό που επιδιώκουμε είναι να αντέξουμε την αντιξοότητα και απλά να περιμένουμε αυτή να περάσει. Χρειάζεται όμως να βιώσουμε αυτή την εμπειρία, δίχως να την θεωρήσουμε απλά μια δυσάρεστη παρένθεση στη ζωή μας, διαφορετικά δεν θα της επιτρέψουμε να δώσει ώθηση στις αναγκαίες εκείνες εσωτερικές διεργασίες -στο άτομο και στις κοινωνίες- οι οποίες θα επιτρέψουν τον μετασχηματισμό τους.

Έχουμε ωστόσο σε αυτή την περίοδο, όπου εκτός των άλλων συνειδητοποιούμε την απληστία μας έναντι των φυσικών πόρων, ένα χρέος να ενισχύσουμε τους θεσμούς, ειδικά όσους πλήττονται από την ίδια την αυτό-ακυρωτική λειτουργία τους. Έχουμε ένα προσωπικό καθήκον, σε αντίθεση με την παραδοξότητα της ατομικής ευθύνης, να ενισχύσουμε τον κοινωνικό δεσμό, διότι μια στείρα ατομική ευθύνη οδηγεί σε ένα αποδυναμωμένο άτομο και ένα τραυματισμένο κοινωνικό δεσμό.

Οι κοινωνίες δεν έχουν συλλογικά διακυβεύματα και αξίες οι οποίες θα στεγάσουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Ο καθένας είναι έρμαιο της ενδεχομενικότητας του υποκειμένου, της προσωπικής ματιάς δηλαδή που διαμορφώνει την πραγματικότητα. Ας πούμε δεν έχουμε συλλογικά διακυβεύματα για την βίωση του πένθους, με συνέπεια ο καθείς καλείται μόνος του να βιώσει την οδύνη του.

Από τον θάνατο ως κοινωνικό γεγονός της κοινότητας, στη μοναχικότητα και τη σιωπή της σύγχρονης διαχείρισης του πένθους έχουμε διανύσει μια μεγάλη απόσταση. Σήμερα μπορεί να δεις έναν άνθρωπο να συγκινείται βλέποντας μια κηδεία σε μια κινηματογραφική ταινία και να σιωπά, υπό την επήρεια ψυχοφαρμάκων, με ένα απλανές βλέμμα, στην κηδεία ενός δικού του ανθρώπου. Κι ας μην πάμε μακριά, ο σύγχρονος άνθρωπος έχει διαμοιράσει την αξία των συναισθημάτων σε ευχάριστα και δυσάρεστα κι έχει απωλέσει την έκφραση όσων κρίνονται δυσάρεστα.

Γίνεται έτσι ο άνθρωπος φυγόπονος και φιλήδονος, εστιασμένος στη χαρά, την οποία όμως κι αυτή δεν έχει μάθει να αισθάνεται. Και ξέρετε γιατί, επειδή ή θα νιώθεις ή δεν θα νιώθεις, δεν υπάρχει δηλαδή επιλεκτική αίσθηση ή διάκριση των συναισθημάτων. Έτσι όταν για παράδειγμα μαθαίνουμε σε ένα παιδί να μην στεναχωριέται, παράλληλα του μαθαίνουμε να μην χαίρεται. Ή επομένως θα του επιτρέψουμε την έκφραση όλων των συναισθημάτων και θα του μάθουμε πως να τα αξιοποιεί ή θα τον ευνουχίσουμε συναισθηματικά.

Ας πούμε επίσης μια ολόκληρη κοινωνία προσπαθεί να βρει τρόπους να μην έχει άγχος, δεν γίνεται όμως, διότι το άγχος δείχνει πως βρίσκεσαι ενώπιον μιας σημαντικής διεργασίας ή ενός σημαντικού έργου. Άγχος έχουμε δηλαδή πάντα πριν επιχειρήσουμε κάτι σημαντικό και είναι αυτό που μεταφέρει τους φόβους, την αγωνία, την χαρά για αυτό που μας συμβαίνει.

Δεν είναι δυνατόν λοιπόν να επιζητούμε να μειωθεί το άγχος, αλλά να αναζητούμε τρόπους ο ψυχισμός μας να γίνεται περισσότερο ανθεκτικός από αυτό. Οι εσωτερικές διεργασίες με τα κοινωνικά επιτεύγματα είναι ο ιδανικός συνδυασμός για να μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε το άγχος ως σκαλοπάτι της προσωπικής μας ωρίμανσης. Φανταστείτε επομένως πόσο κατασταλτικά λειτουργεί στην υγιή μας ανάπτυξη η επιθυμία να αποσβέσουμε το άγχος, κυρίως με ψυχοφάρμακα.

Η απουσία του συλλογικού παραδείγματος είναι και μια αποτυχία του πολιτικού μας συστήματος. Έχουμε το πολιτικό σύστημα που μπορούμε να έχουμε, αυτό που μας αξίζει. Φυσικά το ίδιο το «σύστημα» έχει τις περισσότερες ευθύνες, όπως ακριβώς συμβαίνει και στο πλαίσιο μιας οικογένειας, αν οι γονείς λειτουργούν ως υγιή πρότυπα, τότε και τα παιδιά θα εκπαιδευτούν αντίστοιχα στο ίδιο μοτίβο. Ο πατερναλισμός του κράτους λοιπόν λειτουργεί στο ίδιο πλαίσιο με τον πατερναλισμό στην οικογένεια.

Το πολιτειακό σύστημα λειτούργησε ως ένα κλειστό σύστημα -κύκλωμα- όπου ενώ η ελληνική κοινωνία έκανε της δικές της αλλαγές, το πολιτικό σύστημα παρέμεινε αδρανές, ίδιο, δίχως την σχετική ανατροφοδότηση που θα του επέτρεπε τις υγιείς του μεταλλάξεις. Το πολιτικό σύστημα είναι συνυφασμένο με τα διαγενεακά μας τραύματα, τα κουβαλά αναλλοίωτα, ως το κατεξοχήν σημάδι της μη αλλαγής. Ως σημάδι του ελληνικού μύθου, ο οποίος αναφέρεται στην αδυναμία μας να ζήσουμε «ελεύθεροι».


Είναι λύση σε όλα αυτά είναι η επιστροφή στην «παράδοση»;

Δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω. Την παράδοση βέβαια την κουβαλάμε μέσα μας και ενίοτε λειτουργούμε μέσα σε μια πολιτισμική σύγχυση μεταξύ παράδοσης και μετανεωτερικότητας στην προσπάθειά μας να ορίσουμε το νέο πλαίσιο. Αυτό χρειάζεται ένα ατομικό και συλλογικό αναστοχασμό, δηλαδή να κάνουμε μια επικαιροποίηση των εννοιών, όπως για παράδειγμα αυτής του κοινοτισμού.

Μπορούμε να τον επαναφέρουμε κρατώντας την αμεσότητα της δημοκρατίας και του κοινωνικού ελέγχου, μετασχηματίζοντας το ηθικό πλαίσιο και πετώντας όλες τις στερεοτυπικές αντιλήψεις, οι οποίες πλέον δεν θωρακίζουν τον κοινωνικό δεσμό. Αυτή η νέο-κοινότητα δημιουργεί την ίδια αίσθηση ασφάλειας επιτρέποντας παράλληλα περισσότερο ευπροσάρμοστες ατομικές ελευθερίες.

Οι κοινωνίες όπως διαμορφώνονται έχουν ανάγκη την αύξηση του κοινωνικού ελέγχου -όχι του πολιτειακού- τον οποίο δεν μπορούν να παρέχουν τα απρόσωπα κοινωνικά συστήματα, τα οποία αναπαράγουν τις υφιστάμενες δομές εξουσίας.

Η αναζήτηση των δομικών αιτιάσεων υπερβαίνει την ψυχολογικοποίηση των φαινομένων και μας δίνει την δυνατότητα να δούμε τα ψυχικά φαινόμενα ως κοινωνικές μορφές, ότι δηλαδή, υπάρχουν, συνυπάρχουν και διαμορφώνονται διά μέσου των κοινωνικών επιταγών. Οι προηγούμενες γενιές στο δυτικό κόσμο μεγαλώσανε με την (ψευδ)αίσθηση ότι οι κοινωνίες μας είναι αταξικές.

Μέσα στην κουλτούρα του καταναλωτισμού δημιουργήθηκε η ψευδαίσθηση πως όλοι μπορούν να πετύχουν τα πάντα, πως όλοι έχουν ευκαιρία στο καπιταλιστικό όνειρο. Όλοι μπορούν να γίνουν πολλοί σπουδαίοι ή να αποτύχουν είναι το σύνθημα και βεβαίως και στις δύο περιπτώσεις -της επιτυχίας ή της αποτυχίας- την ευθύνη την έχει το άτομο.

Η διαχείριση της πανδημίας κι όλων των κρίσεων της μετα-πανδημικής περιόδου, είναι ταξική και οι συνέπειές της θα είναι επίσης ταξικές και ασφαλώς τοξικές…

Σε προσωπικό επίπεδο είναι ίσως πιο εύκολο να βρει ο καθένας πως θα διαχειριστεί αυτή την αντιξοότητα για να αυξήσει την ανθεκτικότητά του, ενώ σε συλλογικό επίπεδο δεν έχουμε βρει ακόμη κοινούς τόπους και τρόπους για να θωρακιστούμε ως κοινωνία. Κι επειδή υπάρχει πολύ καταπίεση στις κρίσεις αυτές -περισσότερη από ότι στις προηγούμενες- οι άνθρωποι κάπου πρέπει να την εκτονώνουν.

Μια πρώτη πτυχή αυτής της καταπίεσης είναι η πολύ έντονα καταπιεσμένη σεξουαλικότητα, η οποία ενώ υπήρχε σε μια κοινωνία σαν τη δική μας, αυξάνεται περισσότερο η ένταση της δεδομένου πως λιγοστεύουν οι δίοδοι έκφρασής της. Φαντάζομαι λοιπόν πως αυτή η καταπιεσμένη σεξουαλικότητα θα εκφραστεί με επιθετικούς τρόπους και η επιθετικότητα δεν έχει να κάνει μόνο με εξωστρεφείς συμπεριφορές, αλλά και με εσωστρεφείς.

Θα δούμε δηλαδή τους ανθρώπους είτε να πληγώνουν, είτε να πληγώνονται. Και μάλλον υποθέτω πως περισσότερο θα πληγώνονται παρά θα πληγώνουν δεδομένου πως ενισχύεται σε υπερθετικό βαθμό μέσα από τις κρίσεις η έννοια της ατομικότητας.

Ενώ η φύση των κρίσεων μας ωθεί προς την ενίσχυση του κοινωνικού δεσμού, η διαχείρισή της μας πάει προς την ατομικότητα. Και που εξελίσσεται η εκτόνωση της σεξουαλικότητας; μα φυσικά στο διαδίκτυο. Το ψηφιακό περιβάλλον έτσι κι αλλιώς θα παίξει τον καθοριστικότερο ρόλο στο πως θα εκφραστεί η σεξουαλικότητά μας και στο πως θα συντροφεύονται οι άνθρωποι στο μέλλον.

Πίσω από την σεξουαλικότητα και την οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων κρύβεται και το πως θα οργανωθεί η δομή των νέων παραγωγικών σχέσεων, δηλαδή ποια θα είναι η κουλτούρα του νέου εργάτη. Και η νέα αυτή κουλτούρα που διαφαίνεται πως πάει να διαμορφωθεί είναι ο άνθρωπος ο οποίος θα αυτορυθμίζεται και θα αυτό-συμμορφώνεται.

Κι αυτό διότι ο σύγχρονος εργάτης/υπάλληλος έχει ζυμωθεί στην συμμόρφωσης, δίχως μάλιστα να έχει αντιληφθεί σε βάθος πως η χειρότερη μορφή της είναι η αυτόκλητη συμμόρφωση. Η κοινωνία λοιπόν εκπαιδεύεται στο μοτίβο της αυτό-συμμόρφωσης, το οποίο στις επόμενες γενιές θα εσωτερικευθεί σαν ένα δεδομένο μοτίβο αυτοπραγμάτωσης και νοηματοδότησης της ζωής.

Δευτερευόντως υπάρχει μια απώθηση του πένθους σε ατομικό, οικογενειακό και κοινωνικό επίπεδο. Η μετατόπιση του πένθους στις αθέατες πλευρές της ψυχής μας εγκυμονεί σοβαρά τον κίνδυνο της μη ορατότητας της ίδιας της ζωής. Η εξοικείωση του ανθρώπου με την απώλεια δημιουργεί τις συνθήκες επαναδόμησης και εξέλιξης του ανθρώπου και της κοινωνικής του υπόστασης.

Η αισιόδοξη οπτική όλων αυτών είναι να μπορούμε να βλέπουμε με μια περισσότερο ρεαλιστική ματιά την πραγματικότητα και κατά κάποιο τρόπο μιλώ για την αφύπνιση της συνείδησης, η οποία εμπεριέχει την αναμόχλευση του ασυνείδητου, μεγαλύτερη και σαφέστερη γνώση του υποσυνείδητου και φυσικά την επίγνωση αυτών που υπάρχουν γύρω μας και συνθέτουν την πραγματικότητα. Να γίνουμε περισσότερο ρεαλιστές, επειδή η νέα ουτοπία είναι ο ρεαλισμός.

ψ + κ = Π

Το ψυχικό και το κοινωνικό ως οντότητες διαμορφώνουν το Πολιτικό

Δια(σ)τροφικές συνήθειες

Η κρίση της πανδημίας οδήγησε τους Έλληνες σε αύξηση της μαγειρικής δραστηριότητας και συνεπώς στην αύξηση της κατανάλωσης τροφής. Η κουζίνα έγινε μια από τις ζώνες ασφαλείας και εκτόνωσης της συναισθηματικής πίεσης που ένιωθαν οι άνθρωποι εγκλωβισμένοι μέσα στα σπίτια τους. Τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης είχαν γεμίσει από αναρτήσεις με γεύματα, αλλά και αστείες αναφορές για τον κίνδυνο να βάλουμε τα κιλά της καραντίνας. 

Σε πολλές περιπτώσεις η καραντίνα λειτούργησε ευεργετικά στη σωστή διατροφή, ίσως επειδή μείωσε την κατανάλωση έτοιμου φαγητού και υποχρέωσε τους ανθρώπους να μαγειρεύουν μόνοι τους. Σε άλλες όμως αύξησε την κατανάλωση χαμηλής διατροφικής αξίας προϊόντων. Η διατροφή έπαιξε λοιπόν το δικό της ρόλο στην αποφόρτιση της συναισθηματικής πίεσης με πρωταγωνιστές, ότι ενοχοποιείται για τη λήψη βάρους, δηλαδή τα τρόφιμα που έχουν αντιστρεσογόνο δράση, όπως είναι τα γλυκά, αλλά και τροφές που ρυθμίζουν τη ψυχική διάθεση, όπως οι υδατάνθρακες και το λίπος. 

Σε πολλές περιπτώσεις στην ψυχοθεραπευτική εργασία έχω συναντήσει ανθρώπους που το φαγητό λειτουργεί καταλυτικά (ευεργετικά ή καταστροφικά) στην συναισθηματική ισορροπία του ψυχισμού τους, γεγονός που αποδεικνύει τη στενή σχέση της διατροφής με την ψυχική υγεία των ανθρώπων. 

Η τροφή αποτελεί ένα συμβολικό πεδίο στο οποίο συμπυκνώνονται στοιχεία της κουλτούρας ενός λαού, αλλά και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε ξεχωριστής κοινότητας, ομάδας, οικογένειας, προσωπικότητας. Σε ότι αφορά τη συλλογική μας διατροφική κουλτούρα η σύγχρονη ιστορία των Ελλήνων διατρέχεται από τρία διαδοχικά διατροφικά σύνδρομα, αλλά και τη σχετική βεβαιότητα πως ο τόπος μας παράγει πολλά και ποιοτικά αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα. Η φτώχεια της μεταπολεμικής γενιάς γέννησε το κατοχικό σύνδρομο το οποίο συμπυκνώνεται στη φράση «φάε όλο το φαΐ σου», ή «δεν πετάμε το φαγητό, είναι αμαρτία», ή το «όταν τρώμε δεν μιλάμε» που έδειχνε τη σοβαρότητα με την οποία έπρεπε να αντιμετωπίζουμε τη λήψη της τροφής. Η διατροφική στέρηση οδήγησε τη μεταπολεμική γενιά να γαλουχήσει στην υπερβολική κατανάλωση τροφής τις επόμενες γενιές, οι οποίες μεγάλωσαν με το σύνδρομο του καταναλωτή. Όσο περισσότερο τόσο καλύτερα ήταν το σύνθημα της περιόδου της ευημερίας. Είναι η περίοδος που αυξάνεται δραματικά το ποσοστό των παχύσαρκων και υπέρβαρων ατόμων στην Ελλάδα και ως πληθυσμός απομακρυνόμαστε από την περιβόητη μεσογειακή διατροφή. Παράλληλα αυξάνεται όλο και περισσότερο η ποσότητα της τροφής που περισσεύει και πετιέται στα σκουπίδια. 

Σε περιόδους κρίσεων, είτε προσωπικών είτε συλλογικών, το καταναλωτικό σύνδρομο, γεννά σε πολλές περιπτώσεις το σύνδρομο της διαφυγής. Κάποιος δηλαδή τρώει για να ξεχάσει, για να προσφέρει λιγάκι ευχαρίστηση στον εαυτό του και να απαλλαγεί από το στρες της καθημερινότητας. Το φαγητό μας συνδέει ασυνείδητα με την αρχέγονη ανάγκη για επιβίωση και παράλληλα με την ασφάλεια της μητρικής φροντίδας. Όταν όμως κάποιος τρώει για να καλύψει τα συναισθήματα του μπαίνει σε ένα φαύλο κύκλο εξάρτησης από το φαγητό σαν κι αυτόν που δημιουργούν όλες οι εξαρτήσεις. Χρειάζεται δηλαδή όλο και περισσότερο την τροφή για να νιώσει καλά, ωστόσο η υπερκατανάλωση οδηγεί σε προβλήματα που δημιουργούν δυσάρεστα συναισθήματα, τα οποία προσπαθεί να καλύψει τρώγοντας περισσότερο. Το άγχος τον κάνει να τρώει περισσότερο, αλλά η ενοχή ότι τρώει πολύ του δημιουργεί περισσότερο άγχος, που το ξανακαλύπτει με το φαγητό, κ.ο.κ.

Πολλοί άνθρωποι βασανίζονται μέσα σε αυτό το φαύλο κύκλο, είτε καταπραΰνοντας την οδύνη των συναισθημάτων τους με την ηδονή της κατανάλωσης φαγητού, είτε αντιστρόφως στερώντας τον εαυτό τους από την τροφή, με εξαντλητικές δίαιτες. Η διατροφή μετατρέπεται σε δια(σ)τροφή, εκτός δηλαδή από την βιολογική ανάγκη της επιβίωσης καλύπτει και την ψυχοκοινωνική του επιβίωση με λανθάνοντες τρόπους. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση, οι ενοχές και τα μπερδεμένα συναισθήματα εναλλάσσονται όπως και το μενού της εβδομάδας το οποίο είναι, επίσης, χαμηλό σε διατροφική αξία και μπερδεμένο. 

Στην μετα-πανδημική εποχή των συνεχιζόμενων κρίσεων η τροφή εξακολουθεί να συνδυάζεται άμεσα με την ξεκούραση και την ευχαρίστηση κατά μια έννοια επομένως με την ψυχοκοινωνική ευεξία των ανθρώπων. Το φαγητό προσπαθεί να γεμίσει το άγχος και την αγωνία μιας αγχωτικής καθημερινότητας κι ενός αβέβαιου μέλλοντος και όσο στρεσάρονται τόσο περισσότερο τρώνε. Αποκτούν έτσι μια εξαρτητική σχέση με το φαγητό σε αναπαραγωγή ενδεχομένως προγενέστερων εξαρτητικών σχέσεων με σημαντικούς ανθρώπους. Η προβληματική διατροφή ως η κορωνίδα των εξαρτήσεων παραμορφώνει τα σώματα των ανθρώπων τα οποία παίρνουν τη μορφή των σχέσεων τους. Τρώνε με άλλα λόγια με την ίδια ποιότητα που σχετίζονται με τους οικείους τους και εντάσσονται στο κοινωνικό τους περιβάλλον. 

Στην ιδανική περίπτωση, από την άλλη, η σωστή διατροφή δημιουργεί ένα υγιές σώμα και βοηθά στη συναισθηματική ισορροπία. Η ουσία της διατροφής συμπλέει με την ουσία της ζωής, πρέπει να είναι απολαυστική, να μην λειτουργεί ως υποκατάστατο, να την τρώμε να μη μας τρώει, να λειτουργεί ως σύμβολο υγείας κι όχι καταπίεσης, να μας εντάσσει κι όχι να μας χωρίζει. 

...Γράφω κάτω από μια μουριά στην αυλή, σε συνθήκες δροσιάς και σιγά σιγά συμμαζεύομαι μέσα να φτιάξουμε το μεσημεριανό μας φαγάκι, αφού γύρω στις 12:00 πιούμε κι ένα τσιπουράκι πάλι εδώ στην μουριά. Το φαγητό γύρω από ένα τραπέζι με αγαπημένους ανθρώπους θρέφει και το σώμα και την ψυχή

Καλή σας όρεξη (για φαγητό και για ζωή)



Η ομαδική ψυχοθεραπεία στην εξελικτική συστημική προσέγγιση

Η Ομαδική ψυχοθεραπεία είναι μια μορφή ψυχοθεραπείας η οποία συνίσταται στις διεργασίες και τις αλληλεπιδράσεις που επισυμβαίνουν σε μια μικρή ομάδα ανθρώπων που ορίζεται ως η θεραπευτική ομάδα.

Η ομαδική ψυχοθεραπεία στην εξελικτική συστημική προσέγγιση

Μια θεραπευτική ομάδα πραγματοποιείται σε εβδομαδιαία βάση για μακρό χρονικό διάστημα με σκοπό την αυτοβελτίωση και την λειτουργικότητα σε βασικούς τομείς της ζωής του κάθε θεραπευόμενου και χρησιμοποιεί ως βασικό εργαλείο θεραπείας τις διεργασίες που αναδύονται από το «ανήκειν» και το «σχετίζεσθαι».

Στην ελληνική πραγματικότητα η ομαδική ψυχοθεραπεία αποτελεί μια συμβατή με την κουλτούρα μας συνθήκη, διότι ως άνθρωποι έχουμε μάθει να συνέχουμε τον εαυτό μας -έστω και δύσκολα- μέσα σε μια ομάδα.

Η επιλογή επομένως της ομαδικής ψυχοθεραπείας πατάει πάνω στο στέρεο έδαφος της αναγκαιότητας της συνύπαρξης που διατρέχει πολιτισμικά τους Έλληνες, οι οποίοι κατανοούμε εμπειρικά και διαχρονικά πως η ομάδα αποτελεί τη μήτρα όλων των αλληλεπιδράσεων και μέσω αυτών της κατανόησης του εαυτού.

Γίνεται δηλαδή η θεραπευτική ομάδα ο συμβολικός τόπος όπου μπορεί να μάθει το υποκείμενο πώς να μαθαίνει τον εαυτό του και τον κόσμο. 

Στο πλαίσιο της συστημικής προσέγγισης ο ψυχοθεραπευτής για να θεραπεύσει τον άνθρωπο εστιάζει στις σχέσεις του και στα ευρύτερα συστήματα στα οποία συμμετέχει, ενώ επιπροσθέτως στη συστημική σχολή της Λάρισας (εξελικτική συστημική προσέγγιση) επιχειρούμε να αναδείξουμε τη σημασία της συνάντησης του ανθρώπινου ψυχισμού με τις κοινωνικές του προσλαμβάνουσες. Να εντοπίσουμε δηλαδή το σημείο όπου οι ψυχικές δυσλειτουργίες διασυνδέονται και αντανακλώνται στις αντίστοιχες κοινωνικές τους μορφές.

Το κάθε πρόβλημα είναι με άλλα λόγια τόσο ατομικό όσο και κοινωνικό και άρα έχει μεγάλη σημασία οι θεραπευόμενοι να καταφέρνουν να έχουν μια αντικειμενική αντίληψη για την πραγματικότητα, γιατί όσο τη γνωρίζουν, τόσο δύναται να γνωρίζουν και τον εαυτό τους. Θα μπορούσε να ειπωθεί πως η πραγματικότητα μας είναι οι άλλοι και τούτο σημαίνει πως η ερμηνεία του κόσμου, αλλά και του εαυτού περνά μέσα από τις αλληλεπιδράσεις με το κοινωνικό γίγνεσθαι.  

Ως εκ τούτου αφενός η ψυχική αρμονία κι αφετέρου οι ψυχικές δυσλειτουργίες και τα προβλήματα των σχέσεων είναι παράγωγα ευρύτερων κοινωνικών φαινομένων. Η κάθε εποχή γεννά τις δικές της δυσλειτουργίες και τα δικά της προβλήματα στις σχέσεις. Στη δική μας εποχή, όπου κυριαρχεί ο ατομισμός και η ευδαιμονία, τα κυρίαρχα συμπτώματα που ορίζουν το πλαίσιο της ψυχικής δυσαρμονίας είναι οι αγχωτικές διαταραχές και η κατάθλιψη.

Δείγμα μιας κοινωνίας στην οποία οι άνθρωποι δεν μπορούν να διαχειριστούν το άγχος των ευθυνών σε προσωπικό και σχεσιακό επίπεδο, δείγμα δηλαδή μιας ανώριμης κοινωνίας, αλλά και σημάδι μιας αυτοκαταστροφικής ιλιγγιώδους ταχύτητας με την οποία κινείται ο κόσμος, τόσο υπερβολικής που δεν επιτρέπει την αφομοίωση των εμπειριών και τη μετατροπή τους σε νέα γνώση.

Οι άνθρωποι έχουν μετατραπεί σε κυνηγοί εμπειριών, οι οποίες έχουν μετατραπεί σε αυτοσκοπό και έχουν ανάγκη να βρίσκονται συνεχώς σε εγρήγορση, να κάνουν πράγματα, να κινούνται διαρκώς σε ένα αγχωτικό πεδίο δράσης, το οποίο τελικά ακυρώνει τη σημασία της κάθε εμπειρίας, εφόσον δεν της επιτρέπει να αφομοιωθεί λειτουργικά στον ψυχισμό.

Ο σύγχρονος άνθρωπος δρα για να αποφύγει να νιώσει, να αισθανθεί, γίνεται φυγόπονος και φιλάρεσκος, στερώντας από τον εαυτό του τη δυνατότητα να ωριμάσει, διότι ο πόνος και η ουσιαστική αγάπη είναι δύο από τους μεγαλύτερους πυλώνες της ανθρώπινης ανάπτυξης.

Τα τωρινά συμπτώματα της δυσφορίας με λίγα λόγια είναι σε συνάρτηση με το βαθμό ανωριμότητας των κοινωνιών μας και την έλλειψη σταθερών δομών, τέτοιων που ο άνθρωπος θα αισθάνεται ασφαλής και δημιουργικός για να διεκδικεί και να υποστηρίζει τις προσωπικές του αλλαγές.

Σε σημείο μάλιστα που ενώ πριν από κάποια χρόνια τα ψυχοθεραπευτικά αιτήματα των ανθρώπων αφορούσαν στο πως θα διαχειριστούν το «παλιό», τα δεσμά των σχέσεων της παραδοσιακής κουλτούρας συνύπαρξης, που ακόμη φώλιαζε στις συνειδήσεις και δεν επέτρεπε τις απαραίτητες διαφοροποιήσεις, σήμερα ο μεγαλύτερος όγκος των αιτημάτων απορρέει από την αδυναμία να διαχειριστούν το «νέο» και να του δώσουν μια λειτουργική και σταθερή μορφή.

Και μεταξύ αυτών η δυσαρμονία στις σχέσεις και η αγωνία των ανθρώπων να σχετιστούν αποτελεί σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα ζόρια των ανθρώπων, ή όπως αναφέρει ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος με τη φωνή του Πάνου Μουζουράκη:

Όλοι γύρω μιλάνε με ακατάληπτα λόγια

ούτε ξέρουν που πάνε και ας το βάζουν στα πόδια

όλοι βάζουνε στόχους μα κανείς δε τους πιάνει

θέλουν κάποιο δικό τους μα κανείς δεν τους κάνει.

Όλοι γύρω μας ψάχνουν την μεγάλη ευκαιρία

τις ζωές τους τις φτιάχνουν λες και είναι αγγαρεία

όλοι σαν να φοβούνται μην και δουν την αλήθεια

με τα δόντια κρατιούνται μην φωνάξουν βοήθεια. 

Οι σχέσεις ενώ φαντάζουν ως το ασφαλές κουκούλι μέσα στο οποίο ο κάθε άνθρωπος θα ευτυχίσει και θα ολοκληρωθεί, γίνονται πολλές φορές ο τόπος όπου ευδοκιμεί η δυστυχία και οι άνθρωποι δένονται με τα βάσανά τους. Έτσι κάπως πληγωμένοι φτάνουν οι άνθρωποι, συνήθως, στο κατώφλι της ψυχοθεραπείας, όταν δηλαδή νιώθουν εγκλωβισμένοι στην προσωπική τους δυστυχία.

Σε αυτή την φάση αποζητούν τη λύτρωση απ’ έξω, από τον θεραπευτή ή από την αλλαγή των άλλων και παράλληλα αναζητούν την ανακούφιση και την ευτυχία μέσα από τους ίδιους αντιληπτικούς δρόμους, ερμηνείες και νοηματοδοτήσεις που είχαν ως τότε.

Σταδιακά ακόμη και η διαδικασία της ψυχοθεραπείας αποκτά μια άλλη μορφή, δεδομένου πως δημιουργεί μια ρήξη στο συνεχές της ζωής τους, ανατροφοδοτώντας την με άλλα υλικά. Βιώνουν κάποια στιγμή κι όσο έρχονται σε επαφή με τις κρυμμένες αλήθειες τους, ένα διαρκές αίσθημα αποπροσανατολισμού και σύγχυσης, ενίοτε πιο έντονου ακόμη κι από αυτό που βιώνανε όταν ξεκινήσαν.

Η ψυχοθεραπευτική διεργασία συντελεί κατά κάποιο τρόπο στην δημιουργία μιας κρίσης στον θεραπευόμενο και τον θέτει μπροστά σε μετασχηματισμούς που μοιάζουν τρομακτικοί και επώδυνοι. Η διαφορά αυτής της κρίσης είναι πως εντάσσεται στην αναπτυξιακή πορεία του ανθρώπου και δημιουργεί τις συνθήκες αναγέννησης της προσωπικότητας του. Κάπου εκεί ο κάθε θεραπευόμενος αναζητώντας την ανακούφιση και την ευτυχία συνειδητοποιεί πως δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ουτοπία, ένας προορισμός για τον οποίο σημασία έχει μόνο ο δρόμος που θα διανύσει κανείς ως εκεί.

Κι όταν φτάσει ενδεχομένως ο προορισμός να είναι άλλος από αυτόν που είχε φανταστεί. Αυτό συμβαίνει πολλές φορές στη ψυχοθεραπευτική διαδρομή των ανθρώπων, να επικαιροποιούν δηλαδή σε κάθε μεταβατική φάση τους στόχους, τα αιτήματα και τα όνειρα που πιστεύουν πως θα τους κάνουν ευτυχισμένους. Στην πραγματικότητα συνειδητοποιούν πως δεν έρχονται να βρουν κάτι που έχασαν, αλλά να δημιουργήσουν κάτι που ακόμη τους είναι άγνωστο κι ασυνείδητο.

Ορισμός της Ευτυχίας στο ψυχοθεραπευτικό πλαίσιο

Το πλαίσιο της ψυχοθεραπείας ορίζει πως Ευτυχία είναι η καλή τύχη, αυτή στην ουσία που θα δημιουργήσουμε με καλά υλικά και με μεράκι στην κατασκευή, γι’ αυτό λέμε πως την τύχη μας τη φτιάχνουμε. Αυτό σημαίνει πως ναι μεν είμαστε εκτεθειμένοι στο απρόβλεπτο των γεγονότων, όμως η γνώση, η διαχείριση, η αφομοίωση και η ανασύνθεση αυτών των γεγονότων είναι μέρος της προσωπικής διαδικασίας ωρίμανσης του ανθρώπου.

Ευτυχία είναι η στάση να ζεις τη στιγμή, την κάθε στιγμή, ακόμη κι αυτές που είναι επώδυνες, να μπορείς να μεταβολίζεις σε χρήσιμο ό,τι συμβαίνει μέσα σου και γύρω σου, ευτυχία είναι να προσπαθείς να ζεις συνειδητά… 

Το ερώτημα επομένως που καλείται να απαντήσει ο κάθε θεραπευόμενος στην ζωή του με αρωγό την ψυχοθεραπευτική υποστήριξη είναι «τι χρειάζεται για να είναι υγιής τόσο εσωτερικά όσο και στις διαπροσωπικές του σχέσεις».

Ένα ερώτημα που, μέσω της ψυχοθεραπείας και ειδικά της ομαδικής, θα τον φέρει μπροστά στην ανάγκη όλο και περισσότερο να γνωρίζει και να βιώνει την αρχή της μεσότητας, μάλιστα σε ένα κόσμο που την έχει μπερδέψει με αυτή της μετριοπάθειας κι ως εκ τούτου είναι γεμάτος μετριότητες.

Και, επίσης, στην αναγκαιότητα να έχει ενημερότητα για αυτό που του συμβαίνει, να γνωρίζει δηλαδή τις προσωπικές του συντεταγμένες και τα όρια του κόσμου και να ονειρεύεται και να κοπιάζει για την συνεχόμενη εξέλιξή του. Ο καθένας σε μια ομάδα είναι το ίδιο σημαντικός όσο και χρήσιμος, δύο ιδιότητες που καθιστούν με σαφήνεια τα όρια μιας ηθικής προσωπικότητας, η οποία δεν αντιλαμβάνεται τον κόσμο μόνο μέσα από τις ανάγκες και τις επιθυμίες της, αλλά και ούτε τις παραμερίζει συνεχώς προς όφελος των άλλων.

Ο εαυτός ως άλλος συνδέεται κυτταρικά με τους συν-θεραπευόμενους σε μια συνεχή πορεία αυτοπραγμάτωσης, με κοινά όνειρα, κοινές συνισταμένες και κοινούς σκοπούς.

Υπαρξιακά ζητήματα και πανδημική κρίση

Ο σκοπός της απαρτίωσης του ανθρώπου μέσα στην ομάδα αποκτά ένα διαφορετικό νόημα στις μέρες μας. Ανακύπτει διαφοροποιημένο το ερώτημα «πώς θα πραγματωθούν όλα τα παραπάνω στην εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία της πανδημίας του covid-19», ενός κινδύνου που λειτουργεί τόσο καταλυτικά στην ανθρώπινη ύπαρξη, αφού μας προ(σ)καλεί να γίνουμε πιο ώριμοι, διότι ειδάλλως κινδυνεύουμε να γίνουμε πιο φοβικοί και χειραγωγίσιμοι.

Η πανδημική κρίση μας έφερε ενώπιον υπαρξιακών ζητημάτων που δεν επιτρέπαμε να δούμε και να συνομιλήσουμε μαζί τους, όπως αυτό της απώλειας, του φόβου θανάτου και της μοναξιάς, της ψυχικής και κοινωνικής απομόνωσης, της αδικίας, αλλά κι άλλων όπως της ελευθερίας, της χαράς, του έρωτα, της αγάπης. Ο άνθρωπος όμως μόνο όταν συλλογάται τα υπαρξιακά του δεδομένα νιώθει ελεύθερος.

Η κρίση αυτή μας θέτει επίσης και ενώπιον μιας άλλης ευθύνης που ως Έλληνες έχουμε αμελήσει σημαντικά, να ενισχύσουμε τον κοινωνικό δεσμό και να τον θωρακίσουμε θεσμικά. Η διάρρηξη του κοινωνικού δεσμού έχει βαθιές ρίζες και μας κατατρέχει αιώνες. Οι Έλληνες έχουμε μια περίεργη αντίληψη για την ενότητα του κοινωνικού σώματος, η οποία μας έχει κάνει να πετύχουμε σημαντικά επιτεύγματα, αλλά και οδυνηρές ήττες.

Διακατέχονται εξ’ αυτού, μεταξύ άλλων, από δύο σύνδρομα, τα οποία έχουν ιστορικές ρίζες, ένα ναρκισσιστικό σύνδρομο, που πηγάζει από τον πολυμήχανο Οδυσσέα κι ένα σύνδρομο κατωτερότητας, που θυμίζει τον κλεφτοπόλεμο των πρώτων αγωνιστών του απελευθερωτικού αγώνα της επανάστασης του 1821.

Το ναρκισσιστικό σύνδρομο των Ελλήνων

Σε ότι αφορά το πρώτο σύνδρομο είναι γνωστό πως ως λαός αισθανόμαστε υπερήφανοι για την καταγωγή μας και νιώθουμε πως έχουμε ως μεγάλο πλεονέκτημα, το ασύχαστο πνεύμα μας, με τη δύναμη του οποίου μπορούμε να καταφέρνουμε τα πάντα.

Γύρω από το αθάνατο ελληνικό πνεύμα έχουμε χτίσει ένα μύθο πως μπορούμε να μηχανευτούμε διάφορες καταστάσεις προς όφελός μας και τελικά να κερδίζουμε κάθε πόλεμο, όπως συνέβη στην πολιορκία της Τροίας, έπειτα από το πανούργο τέχνασμα του Οδυσσέα, ο οποίος μηχανεύτηκε την κατασκευή του Δούρειου Ίππου.

Κανείς δεν αναφέρεται βεβαίως στη συνέχεια της ιστορίας του μύθου, σύμφωνα με την οποία ο Οδυσσέας τιμωρείται από τους θεούς για την ασεβή του στάση κατά τη διάρκεια της πτώσης της Τροίας κι ενώ εν τέλει καταφέρνει να φτάσει στην Ιθάκη, χρόνια μετά δολοφονείται από τον ίδιο του τον γιο, τον Τηλέγονο, απόκτημα από τη σχέση του με την Κίρκη, ο οποίος δίχως να γνωρίζει πως είναι ο πατέρας του τον σκοτώνει με ένα δηλητηριασμένο βέλος.

Είμαστε πολυμήχανοι μεν, όμως αυτό έχει αξία όταν παράλληλα κανείς αναζητά τον εαυτό σου σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας (όπως συμβολίζει η Οδύσσεια) και αναγνωρίζοντας το παρελθόν του, διδάσκεται από αυτό, διότι αλλιώς αυτό επαναλαμβάνεται και μας δηλητηριάζει.

Το σύνδρομο κατωτερότητας των Ελλήνων

Επιπροσθέτως αναφορικά με το δεύτερο σύνδρομο, οι Έλληνες διακατέχονται από ένα αίσθημα κατωτερότητας, ανεπαρκών δυνάμεων, το οποίο οδηγεί στην αντίληψη του κλεφτοπόλεμου (χτυπώ και φεύγω) και άρα στην έλλειψη οργανωμένων σχημάτων δράσης. Αιώνες μας κατατρέχει το συγκεκριμένο σύνδρομο, το οποίο επανέρχεται διαχρονικά και με άλλες έννοιες, όπως αυτή της «ψωροκώσταινας» και δεν μας επιτρέπει να έχουμε οργανωμένη κρατική διοίκηση, συμπαγείς θεσμούς και ενιαία κουλτούρα.

Μαχόμαστε για την καθημερινότητα, όπως ακριβώς μάχονταν και οι πρόγονοί μας για τη λευτεριά, σε μπουλούκια ψυχωμένων μαχητών κι όχι ως οργανωμένος στρατός, μας διακρίνει δηλαδή με σύγχρονους όρους ένας άκρατος ατομισμός, μέσω του οποίου φτιάξαμε ένα σύστημα που ενδιαφέρεται μόνο για τους ημέτερους, αγνοώντας τη σημαντικότητα της ύπαρξης ενός κράτους δικαίου, ισονομίας και διασφάλισης ίσων ευκαιριών, ενός δηλαδή συμπαγούς κοινωνικού δεσμού που θα επιτρέψει τους ανθρώπους να αναπτύσσονται ελεύθερα.

Η έλλειψη συνοχής όμως κι ο κατακερματισμός των νοημάτων και της ηθικής αξίας που τους αποδίδουμε οδηγεί σε ρήξη του κοινωνικού δεσμού, δηλαδή σε ένα ατελές εμείς. Ακριβώς αυτό το ατελές εμείς είναι το πλαίσιο που παράγει την ψυχική δυσλειτουργία και ασθένεια, ενώ αντιθέτως η γεφύρωση των δεσμών είναι που θα τις θεραπεύσει.

Είμαστε στο κομβικό εκείνο σημείο όπου τα νοήματα χρειάζεται να διασυνδεθούν με μια διαφορετική ηθική, η οποία θα απορρέει από την συμμετρία της εξουσίας και την αρμονία της κατανομής ισχύος σε μια δικαιότερη κοινωνία. Μια ηθική που θα ακουμπά στη συλλογική μνήμη και κουλτούρα της ομάδας αναφοράς και που θα διατρέχεται από την αναγνώριση του προσωπικού μόχθου και της αναγκαιότητας του μαζί.

Το νόημα που αποδίδουμε στις πράξεις μας ατομικά ή συλλογικά έχει τεράστια ισχύ σε αυτές. Το νόημα καθίσταται ο ρυθμιστής και ο άρχων της διεργασίας, σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο. Όταν η εξουσία παραδίδεται στο νόημα κι όταν αυτό είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης των ανθρώπων (έχει δηλαδή εγκαθιδρυθεί έπειτα από την βάσανο της εμπειρίας, της καλλιέργειας, κλπ.) τότε αυτή γίνεται δημιουργός κι όχι δυνάστης.

Εξ’ αυτού η διασύνδεση του νοήματος με μια νέα ηθική καθίσταται αναγκαία όσο ποτέ.

Η κοινοτική ηθική ως συλλογικό πολιτισμικό πρόταγμα της ομαδικής ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας

Εμείς οι Έλληνες έχουμε ένα μοντέλο από το οποίο μπορούμε να αντλήσουμε πολλά διδάγματα και προτάσεις για να φτιάξουμε ως κοινωνία το νέο μας ηθικό οπλοστάσιο: το κοινοτικό μοντέλο συνύπαρξης και η κοινοτική ηθική είναι ένα αξιοπρόσεχτο παράδειγμα. Αντιστοίχως της κοινοτικής συνύπαρξης, στα όρια της ψυχοθεραπευτικής πράξης, η θεραπευτική ομάδα επανέρχεται δυναμικά ως πρόταση ενός νέου συλλογικού μοντέλου και ως τροφοδότης μιας νέας συλλογικής ηθικής.

Η θεραπευτική ομάδα προάγει την αυτονομία ως μήτρα μιας βιωματικής ελευθερίας, η οποία ενσαρκώνεται στους κόλπους μιας ομάδας αναφοράς.

Γίνεται το σημείο όπου μπορούν να πραγματωθούν δύο ζωτικές ανάγκες κι επιθυμίες του κάθε ανθρώπου, να νιώθει ασφαλής κι ελεύθερος. Στην θεραπευτική ομάδα αναζωπυρώνεται το κοινοτικό σύστημα αξιών, το οποίο στηρίζεται στην αλληλεγγύη και την αλληλοβοήθεια, ως μέσο επιβίωσης και επιδίωξης των σκοπών της κοινότητας και των μελών της.

Επιπροσθέτως, ως αναγκαία διαφοροποίηση, επιδιώκει μια διαφορετική μορφή, από αυτή της παραδοσιακής κοινότητας, του κοινωνικού εξισωτισμού, η οποία θα σέβεται και θα ενισχύει, σε όφελος της ομάδας, τη διαφορετικότητα.  

Το πρόταγμα της ισότητας ως του σημαντικότερου ηθικού αναχώματος διαπερνά και διαχέεται από τις νοηματικές κατασκευές της κοινωνίας και συγκλίνει στο ότι η αυτοπραγμάτωση δεν αποτελεί μια ανεξάρτητη βούληση, καθώς εντάσσεται εξαρχής σε ορισμένους αποδεκτούς, δηλαδή κοινωνικούς, σκοπούς. Στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης η ψυχοθεραπευτική ομάδα καθίσταται η αιχμή του δόρατος μιας ψυχοθεραπευτικής ματιάς που οδεύει προς την ενίσχυση του κοινωνικού δεσμού ως κατακλείδα και της προσωπικής ευημερίας.

Η γενεαλογία της ψυχοθεραπευτικής ομάδας

Η ψυχοθεραπευτική πράξη αποκτά στο πλαίσιο της θεραπευτικής ομάδας μια επιπλέον διάσταση, αυτή της γενεαλογίας της ομάδας. Κάθε ομάδα δεν είναι απλά το άθροισμα των μελών της, αλλά διαποτίζεται από τις εσωτερικές διεργασίες που επισυμβαίνουν στον οριζόντιο και κάθετο άξονα της ζωής της, δηλαδή από την δυναμική των σχέσεων στο ιστορικό συνεχές της ύπαρξής της.

Εξάλλου το δικό μας ιστορικό/κοινωνικό πλαίσιο προτάσσει πως η αυτοσυνειδησία μας αναδύεται μέσα από την κατανόηση του ιστορικού μας γίγνεσθαι και της αίσθησης της διαγενεακής μας συνέχειας.  

Η κοινότητα ως ηθική οντότητα αποδίδει ένα διαφοροποιημένο πλαίσιο κοινών συνισταμένων και θέτει τα όρια της κοινωνικής συσχέτισης. Ωστόσο η επικαιροποίηση της ιδεολογίας του κοινοτισμού επιβάλλει νέες νοηματοδοτήσεις σε όλες τις προσωπικές, συλλογικές και θεσμικές συνιστώσες του κοινοτικού εγχειρήματος. Κυρίως δε χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε όντας μέσα στο πλαίσιο τις έννοιες της εξουσίας και της ιεράρχησης στην κατεύθυνση της ενσωμάτωσης της έννοιας της προσωπικής ελευθερίας και της ενίσχυσης του «ανήκειν».

Δηλαδή στις νέες μορφές συλλογικής συνύπαρξης είναι το ίδιο αναγκαία και χρήσιμη η ύπαρξη κοινών και σταθερών συνισταμένων, συχνά ωστόσο μεταβαλλόμενων, όσο και η αποδοχή της προσωπικής οντότητας του κάθε μέλους.

Ουσιαστικά αναφέρομαι σε μια κοινότητα ανθρώπων που λειτουργεί αυτοθεραπευτικά και καταργεί στην πράξη την ψυχοθεραπευτική διεργασία (;).

Εντούτοις, τουλάχιστον στη διαδρομή που έχουμε να διανύσουμε ως τότε, η διεργασία της ψυχοθεραπείας μπορεί να συμβάλλει τα μέγιστα.

Η λειτουργία της ψυχοθεραπείας γίνεται έτσι ένα γρανάζι της φιλοσοφίας, της εκπαίδευσης, της επιστήμης, των τεχνών, της ίδιας της ζωής.

Αναζητώ την συσχέτιση του νοήματος της ψυχοθεραπείας με την ιδεολογία της κοινότητας και για έναν επιπλέον λόγο, οι κοινότητες συμπυκνώνουν πολλά από τα δομικά στοιχεία του ελληνισμού από την αρχαιότητα έως την συγκρότησή τους και την σταδιακή τους συρρίκνωση.

Το λαϊκό πνεύμα συναντάται στο σταυροδρόμι της αρχαιοελληνικής γραμματείας, του Βυζαντίου, αλλά και της διαχρονικής και διαρκούς ανταλλαγής (είτε λόγω της τουρκοκρατίας, είτε λόγω των ταξιδιών, είτε λόγω της μετανάστευσης και του εμπορίου) πολιτισμικών στοιχείων που συνθέτουν και ανασυνθέτουν δημιουργικά τον πολιτισμό μας.

Διότι όπως εξηγούσα παραπάνω η ελληνικότητα ως ενιαίο ψυχικό όργανο συντίθεται από επί μέρους διαφορετικούς σχηματισμούς, οι οποίοι παρότι διαφορετικοί κουβαλούν εν σπέρματι και αναγεννησιακά το πνεύμα της. Το ίδιο συμβαίνει και στους μικρότερους σχηματισμούς έως το κύτταρο της οικογένειας, εκεί όπου καλούμαστε να σεβόμαστε την ιδιαιτερότητα του καθενός (ελευθερία) και παράλληλα να αισθανόμαστε και να καλλιεργούμε το μαζί (ανήκειν).

Το παραπάνω αντιληπτικό σχήμα δομεί επί της ουσίας και το πλαίσιο μιας θεραπευτικής ομάδας, υπό την έννοια πως εκεί δημιουργείτε ένας κοινός τόπος, όπου ο καθένας συμμετέχοντας λαμβάνει μέρος ως ισότιμος συνομιλητής και συν-διαμορφώνει μια κοινή συναισθηματική γλώσσα, έναν κοινό ηθικό και αξιακό κώδικα και ένα πλαίσιο εμπιστοσύνης και αποδοχής της διαφορετικότητας του καθενός.

Οι θεραπευτικές ομάδες λειτουργούν ως το σκαρί με το οποίο θα ταξιδέψουν οι θεραπευόμενοι στον κοινό προορισμό της αυτοπραγμάτωσης, ένα σκαρί που από την αρχή της ψυχοθεραπείας μοιάζει σαν το ασφαλή κουκούλι που έχει ανάγκη ο κάθε άνθρωπος για να αναπτυχθεί, να εξελιχθεί και να νιώσει ελεύθερος.

Γίνεται η θεραπευτική ομάδα ένα ασφαλές σκαρί για να ταξιδέψει ο ναυαγός προς την δική του Ιθάκη. Μια ομάδα όπου θα μοιραστεί τους καημούς, τους πόνους, τις χαρές, τις λύπες, τις δυσκολίες, τα επιτεύγματα…

Μια ομάδα που θα μάθει μέσα από την αλληλεπίδραση να ακούει, να μαθαίνει, να αλλάζει, να νιώθει, να νοιάζεται, να υποστηρίζει, να αγαπά. Μια ομάδα που θα είναι όλοι… για όλους.

Οι βεβαιότητες μέσα στην αβεβαιότητα της ζωής

Εξάλλου η αβεβαιότητα με την οποία συναντήθηκε ξαφνικά και βίαια η ανθρωπότητα είναι σύμφυτη με την ζωή και τον σχεδιασμό της. Το μέλλον είναι άδηλο κι ως εκ τούτου απρόσμενο και αμφίβολο. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να χτίσουμε τις δικές μας βεβαιότητες, δίχως τις οποίες η πορεία προς την αβεβαιότητα καθίσταται δυσοίωνη. Είναι σαν να προετοιμάζουμε έναν πλου προς μια άγνωστη κι αχαρτογράφητη κατεύθυνση, με την αποφασιστικότητα και την ισχυρή δέσμευση πως θα την διανύσουμε.

Σε αυτή την περίπτωση οι μόνες βεβαιότητες που έχουμε στα χέρια μας είναι το είδος του σκαριού με το οποίο θα ταξιδέψουμε, τα όργανα που θα χρησιμοποιήσουμε και την κατάσταση του πληρώματος, δηλαδή το σθένος, το ηθικό, τα συναισθήματα και τις νοηματοδοτήσεις που κάνουν ο καθένας ξεχωριστά κι όλοι μαζί για το συγκεκριμένο ταξίδι.

Έτσι, πρωτίστως, οι προσωπικές μας βεβαιότητες, τόσο σε ατομικό, όσο κυρίως σε κοινωνικό επίπεδο, είναι εκείνες που θα στηρίξουν το ταξίδι στο μέλλον. Σε ένα όχι βέβαια και τόσο αχαρτογράφητο τοπίο, με την έννοια πως ήδη γνωρίζουμε και αναγνωρίζουμε τα σημάδια των κρίσεων (πανδημικών, κοινωνικών, οικονομικών, πολιτισμικών, κ.α.) και τις βαθύτερες αιτίες που τις προκαλούν. Και επακολούθως ένας άλλος σύμμαχος σε αυτό το ταξίδι, εκτός από την γνώση που παράγει η κρίση, είναι το «παρελθόν» μας.

Οι συνεχόμενες κρίσεις άφησαν στη ράχη της κοινωνίας πολλαπλά τραύματα

Όπως συμβαίνει σε κάθε τραυματική φάση της ζωής μας, ο χρόνος χωρίζεται στα δύο, στο πριν το τραύμα και στο μετά το τραύμα. Το πριν σχεδόν εξαϋλώνεται και απορροφάται από το μέγεθος και την ένταση του τραύματος, σαν να μην υπήρχε ως ποιοτικό μέγεθος στη ζωή μας, παραμένοντας ίσως μόνο ως νοσταλγική ανάμνηση. Το παρελθόν όμως σίγουρα μπορεί να έχει έναν διδακτικό χαρακτήρα (ως συσσωρευμένη βιωματική εμπειρία) και να μας προσφέρει εργαλεία και ιδέες για να φτιάξουμε τη ζωή μας διαφορετικά στο παρόν, χτίζοντας έτσι ένα διαφορετικό μέλλον.

Οι συνεχόμενες κρίσεις άφησαν στη ράχη της κοινωνίας πολλαπλά τραύματα, κάποια από τα οποία πλήγωσαν και τις εσωτερικές της λειτουργίες. Δημιούργησαν, επίσης, το έδαφος για να φυτρώσουν διχασμοί, να αυξηθεί η ένταση του ανορθολογισμού, η βία σε όλες της τις μορφές, μα κυρίως να εγκαθιδρυθεί ένα είδος πατερναλισμού στην πολιτικο-κοινωνική ζωή της χώρας, το οποίο προφανώς στηρίζεται και αυξάνεται από τον διχασμό και τον ανορθολογισμό.

Κι όσο η κοινωνία μας δεν μπορεί να συνεννοηθεί και να δρα συλλογικά, τόσο θα αυξάνεται η ποδηγέτησή της, καθώς και οι «βεβαιότητες» που απορρέουν από την μισαλλοδοξία και τον φανατισμό.

Η ομαδική ψυχοθεραπευτική εμπειρία και το πλαίσιο αυτοαναφοράς

Μένει να απαντήσουμε επομένως πως θα καταφέρουμε να δράσουμε συλλογικά κι αλληλέγγυα, δίχως την ανάγκη κηδεμονίας, μιας έννοιας που μας καταδυναστεύει, ως άτομα κι ως κοινωνία, σε πολλές ιστορικές φάσεις. Η μόρφωση και η καλλιέργεια είναι το σημαντικότερο εργαλείο, καθώς και η αναζήτηση της γνώσης του εαυτού και του κόσμου που τον περιβάλλει.

Και βεβαίως κάθε φορά που κατακτούμε μια γνώση η επιλογή να επιτρέπουμε την γόνιμη αμφισβήτηση της, προκειμένου να δημιουργούμε τις δυνατότητες να ανασυνθέσουμε τις εμπειρίες μας σε καινούργια γνώση.

Η ομαδική ψυχοθεραπευτική εμπειρία δημιουργεί ακριβώς αυτό το πλαίσιο αυτοαναφοράς, το οποίο συνέχει την ταυτότητα και την ετερότητα, την ατομική πρόοδο και την αλληλεγγύη, την προσωπική ανέλιξη και την ενδυνάμωση της ομάδας και της κοινωνίας. 

Ζούμε σε μια εποχή που όλα όσα επώδυνα συμβαίνουν μπορεί να μας δώσουν τις πληροφορίες και τα μηνύματα που χρειαζόμαστε για να κατασκευάσουμε τις νέες μας βεβαιότητές, το νέο μας σκαρί, για να ταξιδέψουμε, με τη δυνατόν μεγαλύτερη ασφάλεια, στο άδηλο μέλλον και στους προορισμούς της ζωής μας.

Αυτά τα έμπρακτα δώρα που γέννησε η αβεβαιότητα των τελευταίων ετών μπορούν να λειτουργήσουν ως οι δικές μας βεβαιότητες για να την διανύσουμε. Έχουμε επομένως ανάγκη και χρέος να δημιουργήσουμε μια πιο σταθερή και πυκνή δομή, κυρίως στο κοινωνικό γίγνεσθαι, στερεοποιώντας περισσότερο τον κοινωνικό δεσμό και το αξιακό πλέγμα της κοινωνίας μας. Ούτως ειπείν να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι για να έχουμε μια καλύτερη κοινωνία.

Οι ψυχοθεραπευτικές ομάδες στην εξελικτική συστημική προσέγγιση γίνονται ένα τέτοιο σκαρί με το οποίο οι συμμετέχοντες μπορούν να ταξιδέψουν με μια αίσθηση μεγαλύτερης ασφάλειας στο αβέβαιο μέλλον και να απαντούν περισσότερο δημιουργικά στις προ(σ)κλήσεις της ζωής τους. Γίνονται ο στίβος όπου συνδέονται με τη ζωή, βιώνοντας εμπειρίες που δεν έχουν ακόμη την δύναμη να ζήσουν εκτός των ορίων τους.

Οι ψυχοθεραπευτικές ομάδες γίνονται οι κάψουλες των νέων ηθικών, αξιακών και συναισθηματικών αρχών και ο υμένας που τις προστατεύει. Ο ηθικός κλοιός που λειτουργεί ως ασπίδα κι ως πολιορκητικός κριός και βοηθά τον άνθρωπο να ορίσει τις δικές του βεβαιότητες σε ένα κόσμο αβεβαιοτήτων.