Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εξαρτήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εξαρτήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Ιουλίου 2022

Εξαρτήσεις & συγχωνεύσεις

«Ο γιος μας κλείνεται με τις ώρες στο δωμάτιό του με μοναδικό φίλο το ίντερνετ», μου εξηγούν με αγωνία οι γονείς ενός νέου παλικαριού, μόλις 17 ετών. «Ένα αξιαγάπητο παιδί που έως τώρα μόνο χαρές μας έφερνε κι όλοι είχαν να πουν μια καλή κουβέντα για αυτόν, πλέον υπό το βάρος της αποτυχίας στις πανελλήνιες εξετάσεις έχει βουλιάξει και εγκλωβιστεί στον κόσμο του διαδικτύου».

«Πείτε μας τι να κάνουμε κραυγάζουν με αγωνία, πως θα τον βοηθήσουμε να βγει ξανά στο φως….»

Όταν έρχονται οι γονείς με τέτοιου είδους ζητήματα με πιάνει μια έντονη περίσκεψη: αναρωτιέμαι για την κουλτούρα ανατροφής που έχουμε οι γονείς στην Ελλάδα, για την κουλτούρα διαπαιδαγώγησης που διέπει το ελληνικό δημόσιο (και ιδιωτικό) σχολείο και πως συνεισφέρουν στο μεγάλωμα της κάθε γενιάς κι άλλοι φορείς και θεσμοί, μεταξύ αυτών και τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας.

Και φυσικά έχω στο νου μου και αντιλαμβάνομαι απολύτως την αγωνία και τον φόβο των γονιών, καθώς και τις αγαθές τους προθέσεις να βοηθήσουν τα παιδιά τους. Όμως χρειάζεται να δούμε κάποια πράγματα περισσότερο κατάματα και να μην αγνοήσουμε όλα αυτά τα σημάδια της δυστυχίας που σέρνουν πολλά σημερινά παιδιά και έφηβοι.

Όλα αυτά τα σημάδια που πρωτίστως καταμαρτυρούν πως πλέον ζούμε σε έναν κόσμο δίχως συλλογικά στηρίγματα και ισχυρές νοηματοδοτήσεις της ζωής. Οι σημερινοί νέοι είναι μπροστά σε ιστορικά αδιέξοδα, δίχως να κατανοούν πως φτάσαμε ως εδώ και δίχως να έχουν τα κατάλληλα εργαλεία και τις δεξιότητες για να τα παλέψουν. Ενίοτε είναι και θυμωμένοι με τις προηγούμενες γενιές για την κακή διαχείριση των οικονομικών και κοινωνικών πόρων.

Και δευτερευόντως καταμαρτυρούν πως οι σημερινοί νέοι είναι μπροστά στα αδιέξοδα των γονιών τους και κατά κάποιο τρόπο καλούνται να σηκώσουν στους ώμους τους την δυσλειτουργία τους. Με όχημα την επιβίωση συντελείται μια άνευ προηγουμένου συγχώνευση όπου οι γονείς δεν επιτρέπουν στα παιδιά τους να αυτονομηθούν. Εκτός της ανάγκης για επιβίωση το έγκλημα της μη αυτονόμησης διαπράττεται και στο όνομα της αγάπης. Μια αγάπη που όχι μόνο δεν ελευθερώνει, αλλά καταπιέζει και δημιουργεί το ενοχικό σύνδρομο της μη εγκατάλειψης. Τα παιδιά δηλαδή αποκτούν ένα παράδοξο αίσθημα προστασίας έναντι των γονιών και φοβούνται να τους εγκαταλείψουν. Δημιουργούν επομένως ασθενικές προσωπικότητες, ανίκανες να υποστηρίξουν την αυτονόμηση κι έτσι «επιτυγχάνουν» στο γονεϊκό σχέδιο της συγχώνευσης.

Αυτό που μου προκαλεί εντύπωση είναι πως όσο βαθαίνει η κρίση τόσο βαθαίνουν και τα φαινόμενα της διαγενεακής συγχώνευσης. Ο φόβος κάνει τους ανθρώπους να ακινητοποιούνται και να κλείνονται στα στενά τους πλαίσια. Κάνει τους γονείς ακόμη περισσότερο προστατευτικούς και τα παιδιά τους ακόμη περισσότερο αδύναμες προσωπικότητες.

Είναι γεγονός πως όταν προτείνω στους γονείς πως για να λυθεί το οποιοδήποτε «πρόβλημα» συμπεριφοράς του παιδιού τους, όπως στους γονείς του παραδείγματος της εξάρτησης του παιδιού τους από το διαδίκτυο, θα πρέπει κι εκείνοι να μετακινηθούν και να κάνουν τους δικούς τους μετασχηματισμούς συνήθως αντιδρούν και θωρακίζονται περισσότερο στην παλιά συμπεριφορά «εγώ ήρθα για να μου πείτε τι μπορώ να κάνω για να σώσω το παιδί μου». Όσο κι αν τους υπενθυμίζω πως η δεξαμενή των εργαλείων για να σώσουν το παιδί τους βρίσκεται στις εσωτερικές τους αλλαγές, τόσο εκείνοι αναζητούν την λύση στις αλλαγές του παιδιού τους. Αφήστε που όταν κατανοούν κάποια δυσλειτουργία αποφαίνονται πολύ εύκολα «αυτό δεν μπορώ να το αλλάξω», έχοντας παράλληλα την απαίτηση το παιδί τους να αλλάξει. Μα πως; Πως θα πράξει κι εκείνο τις αλλαγές που θα τον κάνουν πιο ευτυχισμένο όταν οι «δάσκαλοι» (γονείς κι άλλοι) έχουν βαλτώσει;

Ηθικόν δίδαγμα προς γονείς: για τις απαιτούμενες αλλαγές μη βάζετε σαν ασπίδα μπροστά τα παιδιά σας, βάλτε κάτω τα κουράγια σας και φροντίστε να δεσμευτείτε στις δικές σας αλλαγές σε όλα τα πεδία… προστρέξτε να πετύχετε την δική σας αυτονόμηση και νοηματοδότηση της ζωής και έτσι και μόνο έτσι θα γίνεται οι γονείς που χρειάζονται τα παιδιά σας για να πετύχουν αντίστοιχα την δική τους αυτονόμηση. Και βεβαίως ζητήστε εσείς πρώτα βοήθεια από κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας για να ανοίξει ο δρόμος να το κάνουν κι εκείνα...

Και κάτι ακόμη, για να μπορέσουν οι γονείς να είναι παρόντες με ενεργό ρόλο στις ζωές των παιδιών και να φροντίζουν για την αυτονόμησή τους δεν μπορεί να αισθάνονται μόνοι τους απέναντι στον ωκεανό των κοινωνικών ανακατατάξεων. Το σημαντικότερο διακύβευμα των καιρών μας είναι η κατανόηση της αναγκαιότητας ύπαρξης διαφόρων συλλογικοτήτων. Φίλοι, παρέες, κοινότητες ανθρώπων, θωρακισμένες αξιακά κοινωνίες συνιστούν το παζλ της λύσης σε ένα σωρό σημερινά αδιέξοδα. Με απλά λόγια δεν γίνεται να αναθρέψουμε τις επόμενες γενιές η κάθε οικογένεια ξεχωριστά κλεισμένη στο καβούκι της. 

Τρίτη 23 Μαΐου 2017

Oι κίνδυνοι του διαδικτύου ή μια μπλε Φάλαινα στην Μεσόγειο

Η μπλε Φάλαινα είναι ένα διαδικτυακό «παιχνίδι» που γεννήθηκε στην νοσηρή φαντασία ενός ρώσου, ο οποίος ήδη είναι στην φυλακή, αλλά δυστυχώς το παιχνίδι του συνεχίζει να βρίσκει κι άλλους θιασώτες σε ολόκληρο τον πλανήτη. Το παράδοξο είναι πως ο εν λόγω ρώσος δημιούργησε το παιχνίδι με στόχο να πλήξει τους ευάλλωτους νέους και να «καθαρίσει» τον κόσμο από τα ανθρώπινα απόβλητα, όπως ανοήτως εκείνος προσδιόρισε τους ευάλλωτους ανθρώπους. Είχε δηλαδή εξ αρχής στόχο να οδηγήσει τους νέους, που θα μπουν στο παιχνίδι, στην αυτοκτονία και μάλιστα μέσα από ένα σωρό τρομακτικές δοκιμασίες και απειλές ως που να φτάσουν εκεί. Ευτυχώς στην χώρα μας λιγοστοί νέοι έχουν συναντήσει την μπλε φάλαινα. Το πρόβλημα όμως του εθισμού από το διαδίκτυο είναι ένα φαινόμενο που εξελίσσεται, οπότε δεν πρέπει να καθυσηχάζουμε.
 

Η ενασχόληση με το διαδίκτυο και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια είναι μια αναγκαιότητα της εποχής μας, μια και το διαδίκτυο έχει γίνει η σημερινή αλάνα των νέων. Αυτή η αλάνα όμως δεν έχει τα περιορισμένα και κυρίως ορατά όρια της φυσικής αλάνας. Ο κυβερνοχώρος μπορεί να κρύβει ασχήμιες και κινδύνους ελκυστικούς και πολύ καλά κρυμμένους. Τέτοιοι κίνδυνοι μπορεί να προκύψουν, παραδείγματος χάρη, από ακατάλληλο περιεχόμενο, εκφοβισμό, ανεπιθύμητα μηνύματα και πολλά παιχνίδια δράσης που συνήθως χαρακτηρίζονται από μπόλικη δόση βίας. Η μεγάλη έκθεση και ακόμη χειρότερα ο εθισμός των παιδιών και των εφήβων σε τέτοιου είδους παιχνίδια μπορεί να προκαλέσει αντικοινωνικές, παραβατικές και επιθετικές συμπεριφορές.

Εδώ θέλω να κάνω μια επισήμανση: το παιχνίδι γενικότερα είναι ένας τρόπος μάθησης αλλά και κοινωνικής ένταξης, που εμπεριέχει πολύ χαρά, ανακούφιση και ικανοποίηση, ακόμη και μέσα από την «ήττα». Το παιχνίδι γίνεται πρόβλημα όταν από παιδαγωγικό εργαλείο ή διαδικασία ένταξης και μάθησης γίνεται μέσο αυτοκαταστροφής και απομόνωσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις έχουμε σχεδόν πάντα από πίσω παιδιά και εφήβους ευάλλωτους και στερημένους. Έφηβους οι οποίοι  προκειμένου να αντέξουν τα δυσάρεστα συναισθήματα ή να ανήκουν κάπου είναι επιρρεπείς στο να ενδώσουν στους διάφορους κινδύνους.

Μπορούμε να αποκλείσουμε τα παιδιά μας όμως από το διαδίκτυο; Σαφώς όχι είναι η απάντηση. Τι μπορούμε να κάνουμε. Η οικογένεια προκειμένου να προστατέψει τα παιδιά της από τους κινδύνους του διαδικτύου δεν έχει να κάνει τίποτα παραπάνω από ότι θα έκανε για να τα προστατέψει από οποιοδήποτε άλλο κίνδυνο. Να τους μάθει δηλαδή πως θα χτίσουν μια υγιή προσωπικότητα με αυτοσεβασμό, αυτοεκτίμηση, όρια και δεξιότητες επικοινωνίας. Ανάλογα την ηλικία και την ωριμότητα του παιδιού οι γονείς πρέπει να θέτουν τα σωστά όρια, με τον σωστό τρόπο και στο σωστό χρόνο, να στέκονται δίπλα στο παιδί τους υποστηρικτικά κι όχι κριτικά, να το αγαπούν χωρίς προϋποθέσεις και προσδοκίες και να προσπαθούν να χτίσουν ένα οικογενειακό περιβάλλον που θα είναι αρμονικό και γιατί όχι και συναρπαστικό για τα παιδιά τους. Μόνο έτσι η επικοινωνία και οι καλές σχέσεις μπορούν να ανταγωνιστούν σε παραγωγή νοημάτων τον μεγάλο «αντίπαλο»: τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, το διαδίκτυο ή την τηλεόραση. Κι όχι μόνο, αλλά και να επιτρέψουν όλος αυτός ο πλούτος της τεχνολογίας να λειτουργήσει υπέρ της δημιουργίας καλύτερων σχέσεων και να διευκολύνει την επικοινωνία με τα παιδιά. Κάτι τέτοιο απαιτεί από τους γονείς να μη στέκονται φοβικά απέναντι στον κόσμο του διαδικτύου και να τον αντιμετωπίζουν μόνο με δισπιστία. 
Εξάλλου ο ανασφαλής γονιός πιθανά να βλέπει φοβικά όλες τις δραστηριότητες του παιδιού του κι όχι μόνο την επαφή του με το διαδίκτυο. Μπορεί να φοβάται να αφήσει το παιδί του να πάει στην σχολική εκδρομή, να βγει μόνο του με τους φίλους του, να επιστρέψει στο σπίτι λιγάκι πιο αργά, κλπ, γιατί αυτό εγκυμονεί κινδύνους. Στον αντίποδα δώστε τα κατάλληλα εφόδια στο παιδί σας να ανοίξει σταδιακά τα φτερά του και χρησιμοποιήστε ως σύμμαχο σε αυτή την διαδικασία την τεχνολογία: παίξτε ένα διαδικτυακό παιχνίδι με τα παιδιά σας, επικοινωνήστε μαζί τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (μετά τα 12 ε!!!) και γενικότερα αφήστε τα εντέχνως να σας βάλουν στον κόσμο τους.

Να θυμόμαστε πως σαν γονείς έχουμε μεγάλη ισχύ στα παιδιά μας (την οποία χάνουμε μόνο από δικές μας αιτίες). Έχουμε επομένως τις δυνατότητες εκείνες να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να ορίσουν μια λειτουργική σχέση με το διαδίκτυο και την τεχνολογία αρκεί να έχουμε κι εμείς μια τέτοια σχέση. Ένας απλός κανόνας σωστής διαχείρισης αυτών των μέσων, είναι αυτός που όρισε ο γάλλος ψυχαναλυτής-ψυχίατρος Serge Tisseron, γνωστός ως κανόνας “3-6-9-12”. Δηλαδή, όχι τηλεόραση πριν από τα τρία χρόνια, όχι παιχνίδια σε κονσόλα πριν από τα έξι χρόνια, όχι χρήση του διαδικτύου πριν από τα 9 και χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης μετά τα 12.

Εν κατακλείδι η μπλε φάλαινα υπάρχει και χρειάζεται προσοχή, όπως υπάρχουν εκατοντάδες άλλοι κίνδυνοι μικρότεροι ή και μεγαλύτεροι. Αυτό μας κάνει περισσότερο υπεύθυνους – ως γονείς, εκπαιδευτικούς, πολιτεία – να προστατέψουμε τα παιδιά μας θωρακίζωντάς τα έτσι που να μπορούν να διαβλέπουν τους κινδύνους, να έχουν τα κότσια να λένε «όχι» και την εμπιστοσύνη αν και όπου την πατήσουν να ζητήσουν άμεσα βοήθεια.

Γιώργος Γιαννούσης

Ψυχοθεραπευτής, Οικογενειακός θεραπευτής
Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2013

Η πρόληψη της τοξικομανίας ως διακύβευμα της νεωτερικότητας

Το άρθρο  προσπαθεί  να δείξει  πως η πρόληψη της τοξικομανίας καθίσταται ένα προνομιακό πεδίο, ένας μηχανισμός άσκησης ελέγχου των νέων και μέσω αυτών της οικογένειας και του γενικότερου πληθυσμού. Επιχειρεί, επίσης, να καταστήσει κατανοητό πως δημιουργείται ένα τρίγωνο, όπου ο κυρίαρχος λόγος συναντάται με τις ναρκωτικές ουσίες και το νεανικό πληθυσμό, με στόχο την κοινωνικοποίηση και χειραγώγηση της συμπεριφοράς. Τέλος να συνδέσει το νόημα της τοξικομανίας με την αυτοποιητική διάσταση κατασκευής του εαυτού και να κατευθύνει την «πρόληψη» στην κατεύθυνση της δημιουργίας μιας αναστοχαστικά οργανωμένης αφήγησης του εαυτού και της κοινότητας.

Για τα ευεργετήματα και τη σκοπιμότητα της πρόληψης κατά των ναρκωτικών ουσιών έχουν γραφτεί πολλά. Διατηρώντας ζωντανή την ουσία της παρέμβασης των προγραμμάτων πρόληψης και κατανοώντας τις δυνατότητες που δίνει σε ομάδες του πληθυσμού, στο παρόν άρθρο επιχειρείται μια διαφορετική ανάγνωση της σκοπιμότητας της πρόληψης. Πιο συγκεκριμένα σκοπός αυτού του κειμένου είναι να εξεταστεί πώς ο δυτικός κόσμος εγκαθιδρύει «λόγους αλήθειας» και σημασιοδοτεί έννοιες, όπως η τοξικομανία. Να αναγνωστεί πως διαμέσου του προσδιορισμού της τοξικομανίας (ή/και του φόβου της τοξικομανίας) και του αποκλεισμού της στο κοινωνικό περιθώριο, επιχειρείται η υποβολή της κανονικής συμπεριφοράς, και ιδιαιτέρως της συμπεριφοράς των παιδιών, σε ένα καθεστώς πειθαρχίας και «ομαλοποίησης». Και, τέλος, προτείνει να εγκολπωθούν οι διαδικασίες πρόληψης στο επίπεδο της θεσμικής αναστοχαστικότητας, της συγκρότησης της ταυτότητας και της αυτοαναφορικότητας των συστημάτων.
Η προσπάθεια να διατυπωθεί ένας «νέος» κοινωνιολογικός λόγος σχετικά με την τοξικομανία εκφράζεται κυρίως με τη διατύπωση μιας κριτικής των κλασσικών θεωριών της τοξικομανίας και με τη μετατόπιση από τη βιολογική στην κοινωνική θεώρησή της. Με την απομάκρυνση από το βιολογικό ερμηνευτικό σχήμα η τοξικομανία, τοποθετείται και ερμηνεύεται στο εκάστοτε κοινωνικό/πολιτιστικό πλαίσιο.
     Υπό αυτό το πρίσμα, η «τοξικομανία» νοείται ως δημιούργημα των κοινωνιών. Αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της κοινωνικής δομής, υφίσταται τις συνέπειες των συντελούμενων κοινωνικών μεταβολών και διαφοροποιείται ως προς το χρόνο και τον τόπο αλλά και ως προς μεταβλητές όπως η κοινωνική τάξη, το φύλο, η εθνότητα κ.λπ. Δεν συνίσταται ως βιολογική κατηγορία αλλά προσδιορίζεται με τους ίδιους όρους με τους οποίους κατανοούνται οι υπόλοιπες πολιτισμικές ενότητες.
     Η διάσταση της κοινωνικής επινόησης στη μελέτη της τοξικομανίας φέρνει στο προσκήνιο τις κοινωνικές διεργασίες που οδήγησαν στην ταξινόμηση ατόμων με συγκεκριμένα κοινά χαρακτηριστικά σε μια κοινωνική κατηγορία, τους «καταναλωτές»-χρήστες ναρκωτικών ουσιών, και την εγκατάσταση κοινωνικών συνόρων μεταξύ κανονικής και «παρεκκλίνουσας» συμπεριφοράς, καθώς και στην επικείμενη μεταφορά της χρήσης ναρκωτικών ουσιών από το κέντρο της κοινωνίας στο περιθώριό της. Γεγονός που, αφενός, σηματοδοτήθηκε από τις νέες κοινωνικοπολιτισμικές και οικονομικές δομές της νεωτερικότητας και αφετέρου συμβολοποίησε με ακραίο τρόπο τα φαινόμενα κοινωνικής αλλοτρίωσης που τη χαρακτηρίζουν.
Στο πλαίσιο αυτό η τοξικομανία, ως παρεκκλίνουσα συμπεριφορά, στοιχειοθετεί τον όρο της «επικινδυνότητας», η οποία χαρακτηρίζει εν γένει τους πληθυσμούς που ξεφεύγουν από την κανονικότητα, αλλά παραδόξως και μια ιδιαίτερη πληθυσμιακή ομάδα, αυτή των παιδιών και των νέων, που θεωρείται εν δυνάμει παραβατική και επικίνδυνη. Γύρω από την «επικινδυνότητα» της παιδικής ηλικίας οργανώνεται ένα δίκτυο παρεμβάσεων, από το κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό και επιστημονικό κατεστημένο, με κύριο στόχο την κοινωνικοποίηση και, ειδικότερα, την άσκηση ελέγχου της συμπεριφοράς[1]. Ο κίνδυνος της τοξικομανίας συνιστά ένα προνομιακό πεδίο που μπορεί να λειτουργήσει ως ένα άλλοθι (σαφώς και με τις πραγματικές επικίνδυνές του διαστάσεις) για μια παρέμβαση στο επίπεδο της οργάνωσης της προσωπικότητας. Δεν είναι τυχαίο που τα κέντρα αγωγής υγείας ή οι σχολές γονέων επικαλύπτουν τις δραστηριότητές τους υπό την σκέπη της τοξικομανίας. Εξού και η ονοματολογία τους ως κέντρα πρόληψης κατά των ναρκωτικών.
Η επικινδυνότητα της τοξικομανίας (και ο φόβος της τοξικομανίας) ευνόησαν την ανάπτυξη μιας πλούσιας μυθολογίας που αλλοιώνει δραματικά την πραγματικότητα προσφέροντας αναίτιες ανησυχίες και πλασματικούς εφησυχασμούς στην ευρύτερη κοινωνική ομάδα. Έτσι, όχι μόνο οι τοξικομανείς, αλλά και ο φόβος της τοξικομανίας ή η δαιμονοποίηση των ναρκωτικών ουσιών,  σε ένα συμβολικό και πραγματικό επίπεδο, εξυπηρετούν την κοινωνική συνοχή. Ο δε φόβος της τοξικομανίας συνυφασμένος με το αίσθημα της απειλής και την ανάγκη προστασίας από αυτόν, γεννά σημαντικά επιστημολογικά και ιδεολογικά προβλήματα που καθιστούν αμφιλεγόμενη τη χρήση του, σε βαθμό αντίστοιχο με την ίδια την τοξικομανία. Το πολιτικό «παιχνίδι», η επιστημονική αυθαιρεσία και η ενδεχόμενη άσκηση κοινωνικού ελέγχου συνιστούν τα θεμελιώδη προβλήματα που τη συνοδεύουν στις πιο ακραίες της εκφάνσεις. Επιπλέον, ενισχύεται εκείνη η ιδεολογική λειτουργία του συστήματος (πολιτικού, ποινικού, ψυχιατρικού κλπ), που εκφράζεται με τη δραματοποίηση του λόγου περί της τοξικομανίας και του τοξικομανή, έτσι ώστε το κοινό να προσλαμβάνει τη συμμόρφωση και την «επιμόρφωση» σαν προστατευτική δομή. Ενισχύεται, έτσι, η αντίληψη ότι ο κοινωνικός έλεγχος προάγει και εξελίσσει την κοινωνία.
Θα λέγαμε, επομένως, πως, επειδή η κάθε κοινωνία μοιάζει να κινητοποιείται από τη διαφορά, οι σύγχρονες κοινωνίες κινητοποιούνται από το περιθώριο (τη διαφορά στην κουλτούρα) που οι ίδιες δημιουργούν αποβάλλοντας τα ακανόνιστα συμπεριφορικά σχήματα. Έτσι, ως προς την θεραπευτική παρέμβαση, η τοξικομανία δίνει τη λαβή να αναπτυχθεί ο κυρίαρχος επιστημονικός λόγος της ορθολογικότητας (ιατρικοποίηση) με κυριότερο συμφραζόμενο την αναπαραγωγή του κυρίαρχου κοινωνικού patterns, αυτό του Θύματος – Σωτήρα. Και σε επίπεδο πρόληψης της τοξικομανίας νομιμοποιεί την άσκηση ελέγχου της συμπεριφοράς και χειραγώγησης του πληθυσμού, μέσα από την σφαίρα του φόβου της τοξικομανίας.
Υπό των νέων αυτών μορφών κηδεμονίας, σύμφωνα με τη σκέψη του Michel Foucault, η συμπεριφορά του παιδιού φεύγει από την ιδιωτική σφαίρα και γίνεται αντικείμενο δημόσιας διαχείρισης και ρύθμισης. Ο λόγος που αρθρώνεται γύρω από αυτή φεύγει από τα αποκλειστικά όρια της ηθικής και περιβάλλεται με όρους ορθολογικότητας. Κατά αυτήν την έννοια η δημόσια επιτήρηση δεν αποβλέπει, αποκλειστικά, στην απαγόρευση ή στην αποφυγή της ναρκωτικής ουσίας, αλλά στη ρύθμιση και, μέσω αυτής, στον έλεγχο της συμπεριφοράς του ατόμου.
Σύμφωνα με την «υπόθεση της καταστολής»[2] του Φουκώ, οι μοντέρνοι θεσμοί μάς υποχρεώνουν να πληρώσουμε ένα τίμημα για τα οφέλη που μας προσφέρουν, μέσω της αυξανόμενης καταστολής. Πολιτισμός σημαίνει πειθαρχία, και η πειθαρχία με τη σειρά της υπονοεί  τον έλεγχο των εσωτερικών ενορμήσεων, έλεγχος ο οποίος πρέπει [1]να εσωτερικευθεί για να είναι αποτελεσματικός.
Το νέο καθεστώς κοινωνικού ελέγχου μέσω της επιτήρησης, δημιούργησε νέες θεσμικές δομές εξουσίας και ελέγχου και νέες μορφές γνώσης, που συνέβαλαν στην εδραίωση αυτής της εσωτερίκευσης, καθώς και στην εμπέδωση των νέων θεσμών μεταξύ των οποίων και οι θεσμοί πρόληψης, οι οποίοι συνθέτουν ένα σύνολο κοινωνικών ελέγχων που περνούν από το φίλτρο τους τη συμπεριφορά των παιδιών αναλαμβάνοντας να προστατεύσουν, να διαχωρίσουν, να προλάβουν, να θεραπεύσουν.
     Αν σκεφτούμε τον παιδοκεντρικό χαρακτήρα της ελληνικής οικογένειας, σε συνδυασμό ότι αυτή συνιστά το κατεξοχήν ιδιωτικό πεδίο παρέμβασης, μέσω του οποίου επιτυγχάνεται η αναπαραγωγή του υφιστάμενου κοινωνικού μοντέλου, μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε την επικέντρωση στον έλεγχο της συμπεριφοράς των παιδιών.
Γίνεται φανερό από τα παραπάνω ότι οι κοινωνικές αναπαραστάσεις και η στάση του κοινού απέναντι στο φαινόμενο της τοξικομανίας δεν προσδιορίζεται από την αντικειμενική πραγματικότητα ή από την απήχηση μιας προσωπικής εμπειρίας. Οι περισσότεροι από εμάς, ή μέλη της οικογένειά μας – κυρίως τα παιδιά μας - δεν θα έχουν ποτέ την άμεση προσωπική εμπειρία της τοξικομανίας. Ωστόσο είναι κυρίαρχη η αίσθηση ότι είμαστε εκτεθειμένοι σε αυτό που δεν θα βιώσουμε ποτέ.
Αναμφίβολα, επίσης, οι περισσότεροι γονείς δεν νιώθουν την ανάγκη μιας ειδικής εκπαίδευσης που θα προλάβει ανεπιθύμητα γεγονότα στην εξέλιξη της ζωής του παιδιού τους. Η πλειονότητα του πληθυσμού μεγαλώνει τα παιδιά χωρίς έντονα προβλήματα, σημάδι κάποιας συναισθηματικής ωριμότητας και αντίστοιχης ικανότητας μεταφοράς της αγωγής στα παιδιά. Προσφέρουν, δηλαδή, στο παιδί ένα ασφαλές περιβάλλον ανάπτυξης που είναι δυνατόν να διαταραχθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ατυχών τραυματικών εμπειριών ή δραματοποιήσεων.
Πρόκειται, επομένως, για μια κατασκευασμένη μυθοπλαστική απειλή που δεν προσδιορίζεται από τα δεδομένα της πραγματικότητας αλλά από τα δεδομένα μιας φανταστικής τάξης πραγμάτων. Ο μύθος γίνεται σχεδόν πιο πραγματικός από την ίδια την πραγματικότητα.
Ποιο είναι όμως το σημείο εκείνο που επιτρέπει στον κυρίαρχο λόγο να δημιουργεί μηχανισμούς επίβλεψης και επιτήρησης, οι οποίοι μάλιστα σε ένα ακατέργαστο επίπεδο, όχι μόνο να μην ενοχλούν την κοινωνική συνείδηση, αλλά να της είναι αναγκαία; Ο Φόβος.
Ο φόβος ως έκφραση των σύγχρονων κοινωνιών έχει καταστεί ένα από τα δομικά τους στοιχεία και αποτελεί μια βαθύτατη έκφραση της πολύπλευρης κρίσης τους. Η κυριαρχία του φόβου μπορεί να διαπιστωθεί στις διάφορες εκδηλώσεις της ζωής μας. Φόβος από τη συνεχώς διογκούμενη οικονομική αβεβαιότητα. Φόβος για το παρόν και το μέλλον της ύπαρξης. Φόβος των επιδημιών και των ανίατων ασθενειών της σύγχρονης εποχής. Φόβος για την επαφή με το συνάνθρωπο, για την ανάπτυξη συλλογικοτήτων, για την άρση της απομόνωσης και τη διάρρηξη της εσωτερικής και της κοινωνικής συνοχής. Φόβος να αισθανθούμε, να νιώσουμε. Φόβος δίχως αίτια, που οδηγεί σε φοβικές κοινωνίες, έξαρση του παραλογισμού, εμφάνιση πολιτισμικών προτύπων δογματικού χαρακτήρα και διάρρηξη της βιογραφικής συνέχειας του ανθρώπου. Η βιογραφική ασυνέχεια που δημιουργεί ο φόβος, επιχειρείται να αποκατασταθεί από ορισμένα άτομα, μέσω της συμβολοποίησης των ναρκωτικών, στην περίπτωση που αυτά χρησιμοποιούνται ως μέσο που μάχεται τον θάνατο, τον κομφορμισμό και νοηματοδοτεί την ύπαρξη.
Ο φόβος της τοξικομανίας, ο φόβος για τον τοξικομανή, ο κοινωνικός συμβολισμός και τα νοήματα με τα οποία επενδύεται η τοξικομανία και η διάχυση και αναπαραγωγή αυτών των φόβων, κυρίως, από τα ΜΜΕ, αποδεικνύουν τα παραπάνω.
Η μεγέθυνση του φόβου μπροστά  στο επικείμενο κακό της τοξικομανίας είναι, λοιπόν, κριτήριο της αδράνειας. Ο φόβος κινεί τα νήματα: φοβόμαστε την αποτυχία των παιδιών μας και τα φορτώνουμε με ποικίλες δραστηριότητες και υποχρεώσεις που τελικά οδηγούν σε αποτυχία ολοκλήρωσης της ταυτότητας του παιδιού. Ο φόβος των κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένα τα παιδιά μάς κάνουν όλο και περισσότερο υπερπροστατευτικούς. Σε αυτό το πλαίσιο εξέλιξης τα παιδιά ασφυκτιούν και δεν έχουν περιθώρια προσωπικών επιλογών. Ο δε φόβος του αποχαιρετισμού τους κρατά για πάντα παιδιά.
Παρατηρούμε, δηλαδή, ότι η οικογένεια αναπαράγει πιστά το σύστημα – του κυρίαρχου λόγου – δημιουργώντας ένα πλαίσιο διαπαιδαγώγησης στηριζόμενο στη συνεχή επιτήρηση. Στο πλαίσιο αυτό η τοξικομανία – ως σύμπτωμα δυσλειτουργίας της κοινωνίας – εξυπηρετεί την εδραίωση της κατατεστημένης τάξης και όχι την διεργασιακή εξέλιξη της κοινωνίας.
Ωστόσο, η εξουσία είναι ένα φαινόμενο που κινητοποιεί και δεν θέτει μόνο όρια. Και αυτοί που υπόκεινται στην πειθαρχική εξουσία δεν είναι απαραίτητα πειθήνιοι στις αντιδράσεις τους προς αυτήν. Κατά συνέπεια, η εξουσία μπορεί να γίνει ένα όργανο που προωθεί την εξέλιξη, με αμφίδρομο τρόπο. Η τοξικομανία δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτή απλώς ως μια ορμή που πρέπει να τη συγκρατήσουν οι κοινωνικές δυνάμεις. Αποκρυσταλλώνει, επίσης, ένα ιδιαίτερα έντονο μεταβατικό σημείο για τις σχέσεις εξουσίας, μεταφέρει μηνύματα που δεν μπορούν αλλιώς να κωδικοποιηθούν και ενέχει ένα στοιχείο ανατροπής.
Η τοξικομανία δεν είναι απλά ένα σύνολο από βιολογικές ανάγκες που είτε ικανοποιούνται είτε όχι, αλλά μια κοινωνική κατασκευή που λειτουργεί στο πεδίο της εξουσίας. Είναι μέρος μιας «μεγάλης αφήγησης» που αντικατέστησε την αρχαιότερη παράδοση της συλλογικής χρήσης ουσιών για κοινωνικοποιητικούς λόγους και διαμορφώθηκε ως μέρος μιας προοδευτικής διαφοροποίησης της χρήσης από τις απαιτήσεις της κοινωνικοποιητικής διεργασίας.
Χωρίς, επομένως, να αρνιόμαστε τη σύνδεση του φαινομένου της πρόληψης της τοξικομανίας με την εξουσία, θα πρέπει να το αντιμετωπίσουμε, σύμφωνα με τις θέσεις του Giddens[3], περισσότερο ως κάτι που άπτεται της «θεσμικής αναστοχαστικότητας» και που βρίσκεται μόνιμα σε κίνηση. Είναι θεσμικό, γιατί τείνει να αποτελεί βασικό προβληματισμό των κοινωνιών στο μοντέρνο περιβάλλον. Είναι αναστοχαστικό με την έννοια ότι οι όροι που εισάγονται για να περιγράψουν την κοινωνική ζωή, τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών και την «ομαλή» εξέλιξή τους, συνήθως εισέρχονται σε αυτήν και τη μεταβάλλουν – όχι σαν μια μηχανική διαδικασία, ούτε απαραίτητα με έναν ελεγχόμενο τρόπο, αλλά γιατί ενσωματώνεται στο πλαίσιο δράσης που υιοθετούν άτομα και ομάδες. Επιπροσθέτως, ως μεταβατικό γεγονός, προσπαθεί να συστήσει ένα σκηνικό μεταβολής, που της προσδίδει ένα διεργασιακό και αναστοχαστικό χαρακτήρα.
Επίσης, η τοξικομανία έχει σχέση με το περίγραμμα της ανάπτυξης και της συγκρότησης της ταυτότητας στις μοντέρνες κοινωνίες. Σήμερα ο εαυτός είναι για όλους ένα αναστοχαστικό σχέδιο – μια λιγότερο ή περισσότερο διαρκής διερεύνηση του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, που στην περίπτωση της τοξικομανίας υφέρπετε στο παράδοξο σχέδιο ανάπτυξης και αυτονόμησης του εαυτού που εγκλωβίζει τους τοξικομανείς σε χαμηλά επίπεδα ωριμότητας.
Αυτό που ισχύει για τον εαυτό ισχύει και για το σώμα. Το σώμα, ως οντότητα και μέσο έκφρασης, αναδείχθηκε ως αντικείμενο λατρείας και προστασίας και μερικές φορές κακοποίησης, ακρωτηριασμού ή στέρησης στο όνομα υψηλών ιδανικών ή ενός ατομικού σκοπού (νοήματος ζωής) – όπως επισυμβαίνει στην τοξικομανία. Από τη μια το σώμα γίνεται επίκεντρο μιας διαχειριστικής εξουσίας. Αλλά περισσότερο από αυτό, γίνεται ένας φορέας  της ατομικής ταυτότητας και σταδιακά ενσωματώνεται στις αποφάσεις που παίρνει το άτομο σχετικά με τον τρόπο ζωής του. Ο τοξικομανής απονεκρωμένος συναισθηματικά, έχει ως μόνο μέσο επικοινωνίας το σώμα του, στις πληγές του οποίου κωδικοποιεί την αντίθεση, το θυμό, τον πόνο και την απόγνωσή του.
Υπό τις παραπάνω παραδοχές συγκλίνουμε ότι εδώ έγκειται η σημασία της πρόληψης ως παρέμβασης στο κοινωνικό σώμα: δεν προτάσσει ένα γενικό μοντέλο ανάπτυξης και κοινωνικοποίησης του παιδιού – κάτι που αναπαράγει και προάγει τον κυρίαρχο λόγο – αλλά παρεμβαίνει αναστοχαστικά, πέρα από την κοινωνική ηθικολογία και την επιστημονική αυθεντία, ενισχύοντας την ελεύθερη βούληση των συμμετεχόντων και τη συλλογικότητα.
Στόχος της «πρόληψης» είναι η ενίσχυση της διαφορετικότητας και όχι η μαζοποίηση του ατόμου, υπό το καθεστώς των κυρίαρχων προτύπων. Η ενίσχυση της προσωπικής βούλησης και της άρσης του αδιέξοδου φόβου. Η ποιοτική αναβάθμιση της καθημερινότητας και η εξύψωση του πνεύματος. Η πολιτική διεύρυνση του ατόμου και κοινωνική του ευημερία. Στόχοι που παραπέμπουν περισσότερο σε ανατροπές των υφιστάμενων κοινωνικών δομών και όχι σε θεσμικές αναθεωρήσεις.
Ωστόσο σε θεσμικό επίπεδο οι φορείς πρόληψης (φορείς κοινωνικοποίησης και εξειδικευμένα κέντρα) μπορούν να αναπτύσσονται ως σύνδεσμοι του ατόμου με τα υπερσυστήματα στα οποία ανήκει και να αποτελέσουν ένα μοντέλο «αυτοποιούμενων οργανισμών» με στόχο να διαμορφώσουν ένα ρόλο ως «καταλύτες αυτονόμησης και αλληλεξάρτησης» μελών της κοινότητας[4].
Για να εξελίσσεται ο άνθρωπος χρειάζεται να επεξεργάζεται τα εξωτερικά ερεθίσματα. Για να το πετύχει αυτό χρειάζεται ένα πλαίσιο. Παραδείγματος χάρη οι τραυματικές και δυσάρεστες εμπειρίες χρειάζονται ένα πλαίσιο για να αποκτήσουν δημιουργικό χαρακτήρα. Αυτό, λοιπόν, που προάγει την εξέλιξη του ανθρώπου σε ανώτερα στάδια ωριμότητας είναι το πλαίσιο. Η έννοια του πλαισίου δεν είναι ένα επιστημονικό κατασκεύασμα. Είναι μια φυσική διαδικασία. Διέπεται από δύο έννοιες τόσο κοντινές, όσο και μακρινές: από το συγκεκριμένο (την επιβίωση) ως το άπειρο (την εξέλιξη). Για να μπορέσει ο άνθρωπος να συγκλίνει αυτές τις δύο έννοιες είχε πάντα ανάγκη από διαμεσολαβήσεις της θρησκείας, της τέχνης, της επιστήμης, της μεταφυσικής, κ.α. Οι παραπάνω διαμεσολαβήσεις προϋποθέτουν την ικανότητα του ανθρώπου να δημιουργεί ομάδες και να νιώθει μέλος ενός συστήματος. Το πιο ασφαλές, οικείο σύστημα/πλαίσιο θα μπορούσαμε να το ορίσουμε ως μια μικρή ομάδα ανθρώπων που επεξεργάζεται τις πληροφορίες και λειτουργεί με την αξία της συνεργασίας. Αποτελεί μια κυτταρική διάσταση της ανθρώπινης κοινότητας με ενδιάμεσο χαρακτήρα, δίχως την οποία δεν νοείται ανάπτυξη. Στη σημερινή πραγματικότητα διαπιστώνουμε την κατάργηση των ενδιάμεσων κρίκων, μεταξύ του ατόμου και των ευρύτερων υπερσυστημάτων που αυτό ανήκει, στα διαδοχικά συστήματα αναζήτησης βοήθειας.
Στόχος της πρόληψης θα μπορούσε, λοιπόν, να είναι η επαναφορά αυτών των ενδιάμεσων κρίκων, της σφιχτής ραχοκοκαλιάς που μπορεί να δέσει και να στηρίξει την κοινωνία. Και να επιτρέψει την αυτορύθμιση του εαυτού και των ανθρώπινων σχέσεων, μέσα από ένα πλέγμα αρχών που επιτρέπουν τη συνεξέλιξη, τη δυνατότητα δηλαδή να αναπτυσσόμαστε μέσα στις διαπροσωπικές μας σχέσεις. Η πρόληψη, δηλαδή, δεν προτείνει λύσεις και δεν προτάσσει προπαρασκευασμένα πλαίσια αντιλήψεων που εγκλωβίζουν σε στεγανά τους ανθρώπους. Αντ’ αυτού προτείνει ένα πλαίσιο, εσωτερικού, διαπροσωπικού και διασυστημικού διαλόγου, έτσι ώστε να ενεργοποιούνται ισόμορφες διεργασίες σε πολλαπλά επίπεδα και ομάδες. Η πρόταση αυτή ενέχει στοιχεία από τον «παραδοσιακό» τρόπο σχετίζεσθαι, όπου παιδιά, έφηβοι και ενήλικες είναι σε άμεση ανταλλαγή, και σε αμφίδρομη σχέση με την κοινότητα και αποτελεί μέρος μιας εξελικτικής διεργασίας, όπου ο άνθρωπος είναι σε μια αμφίδρομη επικοινωνία μεταξύ των διαφόρων συστημάτων, όπου το ένα συν-διαμορφώνει το άλλο. Ως αντίδοτο, λοιπόν, στη διάρρηξη της επικοινωνίας μεταξύ των διαφόρων συστημάτων, η πρόληψη ξαναφέρνει με ένα σύγχρονο τρόπο σε άμεση ανταλλαγή τους ανθρώπους και τα συστήματα. Ο σύγχρονος αυτός τρόπος απαιτεί νέες συνάψεις, νέες συνθέσεις, νέα σχήματα, νέες μεταφορές και διαμεσολαβήσεις. Η τέχνη, παραδείγματος χάρη, σε διάφορες πτυχές της μπορεί να βοηθήσει σε αυτή την απόπειρα. Στην αφηγηματική της μορφή, μπορεί να εμφυσήσει νέους νοηματοδοτικούς πυλώνες, αναγεννώντας και αξιοποιώντας επάξια την παράδοση των παραμυθιών και των συλλογικών μύθων.
Εν κατακλείδι, θα λέγαμε πως η πρόληψη ενέχει ένα «θεραπευτικό» χαρακτήρα. Δεν αποτελεί μια γραμμική υπόθεση μεταβίβασης προτύπων και κανόνων συμπεριφοράς. Αλλά ένα πεδίο ανασύστασης και ανατροφοδότησης, ένα αφετηριακό σημείο που πυροδοτεί τη διεργασιακή ικανότητα του ανθρώπου να ανασυνθέτει τις εμπειρίες του και να συναλλάσσεται αμφίδρομα με το περιβάλλον του.











1.      J. Danzelot, Ο έλεγχος των παιδιών και της οικογένειας, στο Παιδική ηλικία, επιμ Μακρυνιώτη Δ. εκδ. Νήσος, Αθήνα, 2001.
2.      Michel Foucault, Επιτήρηση και Τιμωρία: Η γέννηση της φυλακής, μετ. Καίτη Χατζηδήμου, Ιουλλιτέτα Ράλλη, εκδ. Κέδρος-Ράππα, Αθήνα, 1989, & Ιστορία της σεξουαλικότητας: Η μέριμνα για τον εαυτό μας, μετάφραση Γ. Κρητικός, εκδ. Κέδρος-Ράππα,Αθήνα, 1993.
3.      Α. Giddens, Η μεταμόρφωση της οικειότητας, εκδ. Ανθρώπων Σχέσεις, Πολύτροπον, Αθήνα, 2005.
  1. Μ. Πολέμη-Τοδούλου, Η συνομιλία της ομάδας πρόληψης με την κοινότητα: Αναπλαισίωση αναγκών και προκλήσεων, στα Πρακτικά 6ης Πανελλαδικής Συνάντησης Φορέων Πρόληψης της Χρήσης Εξαρτησιογόνων Ουσιών: «Η πρόληψη τόπος συνάντησης και συν-απάντησης», Λάρισα, 2005.

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

Από τα καφενεία στα internet cafe



Η λειτουργία των 
internet cafe είναι μια συνέπεια της μετάλλαξης των κοινωνικών σχέσεων. Από μόνα τους δεν ενοχοποιούνται για τίποτα, παρά δείχνουν την μεταστροφή των νέων σε πιο μοναχικούς διαύλους επικοινωνίας. Οι νέοι άνθρωποι απηυδισμένοι από το κοινωνικό μοντέλο της παιδοκεντρικής οικογένειας, που ήθελε ένα παιδί σχεδόν μηχανικά εστιασμένο στην εργαλειακή μάθηση και τη στείρα γνώση, και απηυδισμένοι από τις πολύωρες ανούσιες δραστηριότητες, και ταυτόχρονα ευάλωτοι και δίχως τις κατάλληλες εμπειρίες και δεξιότητες διαπροσωπικής επικοινωνίας, «αναγκάστηκαν» να υιοθετήσουν ένα τεχνολογικό μοντέλο επικοινωνίας που τους επέτρεπε να «αλλάξουν» τον κόσμο γύρω τους.

Το ίντερνετ δημιούργησε ένα συμβολικό χώρο για να μπορέσουν τα παιδιά και οι νέοι να απαλλαγούν από την βάσανο της γκρίζας πραγματικότητας, μιας πραγματικότητας που σε πολλές περιπτώσεις σκοτώνει τη φαντασία και τη δημιουργικότητά τους. Επέλεξαν βέβαια ένα μέσο που ενώ σου επιτρέπει να είσαι δημιουργικός, σου αφαιρεί την κοινωνικότητα. Έτσι, ο σημερινός νέος επιλέγοντας τη μοναχικότητα του διαδικτύου, και μάλιστα σε ένα κοινωνικό – δημόσιο χώρο, όπως τα ίντερνετ καφέ ζει μια σχιζοειδή κατάσταση. Έχει την δυνατότητα να δημιουργεί φανταστικούς κόσμους και να συναλλάσσεται δίχως να επικοινωνεί.

Τα παιδιά και οι έφηβοι «εργάζονται» στις σχολικές και παρασχολικές δραστηριότητες κυρίως για να εξασφαλίσουν ένα καλύτερο αύριο παρά για να ενισχύσουν και να θωρακίσουν την προσωπικότητά τους ή να χαρούν και να μάθουν μέσα από τις εμπειρίες τους. Καταφέρνουν έτσι να ζουν μια σχιζοειδή κατάσταση ξένη προς τα παιδιά τα οποία αντιλαμβάνονται τη ζωή τους κυρίως στο εδώ και τώρα, με αποτέλεσμα κυρίως τον ετεροπροσδιορισμό τους από τους γονείς και τα κοινωνικά πρότυπα και την μετέπειτα αδυναμία αυτονόμησής τους. Πάνω σε αυτή την συνθήκη ξεφυτρώνουν διάφορες συμπεριφορές (όπως η εξάρτηση από το διαδίκτυο) που υιοθετούν προκειμένου να ανακουφιστούν από την ένταση της πραγματικότητας, από την «εργασία» (σχολείο, φροντιστήριο, κλπ) δίχως νόημα.

Από την άλλη παρακολουθούμε πως και οι ενήλικες δεν αποτελούμε καλύτερα πρότυπα.

Ο παραδοσιακός καφενές, σύμβολο ξεκούρασης, ανατροφοδότησης, κοινωνικής συναναστροφής, ανταλλαγής εμπειριών, διάδοσης νέων κτλ προσδιόριζε την εποχή όπου παρά τον μόχθο και τις ιδιαίτερα δύσκολες οικονομικές συνθήκες οι άνθρωποι βρίσκανε το χρόνο να αναπαυθούν και να ασχοληθούν με ζητήματα κοινωνικής συναναστροφής στην ανάπαυλα της δουλειάς τους. Σήμερα ο εργώδης ρυθμός της καθημερινότητας δεν επιτρέπει στον εργαζόμενο να αναπαυθεί ουσιαστικά, μιας και έχει καταφέρει να μεταφέρει τον αγχωτικό και εντατικό ρυθμό της εργασίας και κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου. Έτσι μετά την εργασία παρατηρούμε συνήθως δύο καταστάσεις : ή την συνέχιση των εντατικών ρυθμών της εργασίας (τρέχοντας πίσω από διάφορες υποχρεώσεις) ή την πλήρη – όταν αυτό επιτρέπεται από τις υποχρεώσεις – αποχαύνωση βλέποντας τηλεόραση στον καναπέ του σαλονιού.     
Ε!!! η τηλεόραση έγινε ίντερνετ και μάλιστα βγήκε από το σπίτι (ίντερνετ καφέ) όπως βέβαια και η τηλεόραση έγινε το φετίχ κάθε ταβέρνας ή καφενείου.

Και στις δύο περιπτώσεις δημιουργούνται αφενός πολλά ψυχολογικά και κοινωνικά προβλήματα και αφετέρου οι άνθρωποι οδηγούνται σε τυποποιημένες δραστηριότητες όπου επιλέγουν πάντα οι άλλοι για μας - όπως συνέβη με την προηγούμενη γενιά - και στην ψευδαίσθηση ότι δημιουργούν μια πραγματικότητα (εικονική δηλαδή) όπως συμβαίνει στην τωρινή γενιά, την γενιά της πληροφορικής.

Γεγονός παραμένει ότι η «συνδεδεμένη» γενιά δεν χαλαρώνει ποτέ και δεν αξιοποιεί τον χρόνο της για  πνευματική, ψυχική και ηθική καλλιέργεια, για ανάπτυξη της επικοινωνίας, για ενασχόληση με σύνολα και ομάδες που προάγουν την κοινωνική συνοχή και τέλος για  σωματική ξεκούραση.

Αυτή η "χαλάρωση" αποτελεί βασική βιολογική ανάγκη του ώριμου ανθρώπου για την ισορροπία και τόνωση του ψυχοσωματικού του οργανισμού, φανταστείτε πόσο ιδιαίτερη σημασία έχει για τα παιδιά. Παιδιά τα οποία είτε κουράζονται υπερβολικά από τα διάφορα μαθήματα, φροντιστήρια και γενικότερα από το ατελείωτο κυνήγι γνώσεων, είτε από τις ατελείωτες ώρες που είναι συνδεδεμένοι (σε αυτή την δεύτερη περίπτωση έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις όπου οι νέοι παραμένουν ακόμη και για ημέρες συνεχόμενα συνδεδεμένοι με το ίντερνετ). Αυτό το κουρασμένο παιδί δεν έχει πολλές δυνατότητες και ευκαιρίες που θα του επιτρέψουν να καλλιεργήσει σωστά την ατομικότητά του και τον χαρακτήρα του για να γίνει ελεύθερος και δημιουργικός.

Το ίντερνετ λοιπόν, ενώ έχει πολλά πλεονεκτήματα – τα οποία πολλάκις χρησιμοποιούνται από τη νέα γενιά, η οποία προσπαθεί να χτίσει μια αντισυστημική ασπίδα (αυθόρμητες κινήσεις και συλλογικότητες που επιδιώκουν την διαμαρτυρία, τη συνεύρεση και την αλλαγή) - οδηγεί από την άλλη σε πολλές περιπτώσεις τους νέους ανθρώπους σε μοναχικούς και επικίνδυνους για την κοινωνικοποίησή τους δρόμους. Όπως ακριβώς συνέβη και με την καταστολή των κινημάτων που προέκυψαν τον Μάη του 1968. Εκεί το ρόλο του ίντερνετ έπαιξε η ηρωίνη, γύρω από την οποία φτιάχτηκε μια κοινωνική κατασκευή πως η χρήση της είναι αντισυμβατική και αντισυστημική, ενώ το μόνο που κατάφερε είναι να αποπροσανατολίσει τους νέους, τόσο από τους κοινωνικούς αγώνες όσο και από τις προσωπικές  επιδιώξεις.

Οι νέοι άνθρωποι λοιπόν που στοιβάζονται στα ίντερνετ καφέ, που δεν επικοινωνούν με τα μάτια και το σώμα, κάτι θέλουν τα μας πουν. Είναι μάρτυρες μιας κοινωνικής πραγματικότητας που ανέθρεψε τον ατομισμό και την αποξένωση. Μιας κοινωνίας που έπνιξε την φαντασία και την δημιουργικότητα των παιδιών και των νέων ανθρώπων.
Αυτοί οι νέοι άνθρωποι προσπαθούν απεγνωσμένα και αυτοκαταστροφικά να φτιάξουν διαφορετικές συλλογικότητες ανθρώπων. Δεν ξέρουν τον τρόπο, μας υποδεικνύουν όμως την κατεύθυνση και θα πρέπει να τους ακούσουμε. Ιδιαίτερα σήμερα που το κοινωνικό τοπίο το επιβάλλει…


Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΞΑΡΤΗΣΗ Η ΠΟΡΕΙΑ προς ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΟΥΣΙΩΝ




Το θέμα που αναλύω εδώ είναι διαχρονικό και αφορά  την οικογένεια ως σύστημα και τις εσωτερικές οικογενειακές διεργασίες  και τους παράγοντες  που οδηγούν στην εμφάνιση της τοξικοεξάρτησης.

Η οικογένεια είναι ένας θεσμός με τεράστια κοινωνικοποιητική σημασία για το υποκείμενο και θα λέγαμε πως αποτελεί τον βασικό κοινωνικό πυρήνα. Η οικογένεια εκφράζει την αξία. Έχει τεράστια δύναμη και ως εκ τούτου χρειάζεται να ξέρουμε το «γίγνεσθαι» της οικογένειας μας, για να προσδιορίσουμε τις προσωπικές μας ανάγκες και προορισμούς. Όσο το άτομο εμβαθύνει στην γνώση της οικογένειας του αυτό παράλληλα του επιτρέπει ένα εσωτερικό ταξίδι αναζήτησης του εαυτού του. Ψάχνοντας την οικογένεια μας, ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας.

Ο θεσμός της οικογένειας περνάει τον τελευταίο καιρό μια μεγάλη κρίση ταυτότητας. Παλιότερα, η ευρύτερη οικογένεια ήταν εκείνη που εκπαίδευε τους νέους γονείς στο ρόλο τους, καθώς και κοινωνικοποιούσε σε αρκετά μεγάλο σημείο τα παιδιά. Επίσης η διαφορά απόψεων από γενιά σε γενιά δεν ήταν μεγάλη αφού οι κοινωνικές αλλαγές δεν ήταν τόσο ραγδαίες όσο οι σημερινές.

Ας δούμε αναλυτικά και σχηματικά τι γινόταν παραδοσιακά, από ποιες φάσεις εξέλιξης πέρασε η Ελληνική Οικογένεια και πως λειτουργεί  σήμερα.[1] Η ταυτότητα του ανθρώπου παραδοσιακά διαμορφωνόταν μέσα από κοινές αξίες, κανόνες, ρόλους και συμπεριφορές που σηματοδοτούνταν από την κυρίαρχη ιδεολογία και κουλτούρα της κοινότητας. Λειτουργούσε δηλαδή μέσα από στερεότυπες συμπεριφορές (συνήθειες) που η κοινότητα  διαμέσου της οικογένειας διαμόρφωνε. Σήμερα ο άνθρωπος μεταφράζει σε προσωπικό επίπεδο τα κοινωνικά ερεθίσματα και δρα μέσα από συγκινησιακές διεργασίες (τι νοιώθω), γνωστικές διεργασίες (γιατί το κάνω), τις παραδόσεις και τα έθιμα και εξετάζοντας τις συνέπειες της κάθε πράξης   και επιλογής του. (σχήμα 1)
Σχήμα 1.

Σε ένα χρόνο Χ1, που  συμβολίζει    την    παραδοσιακή κοινωνία,   η οικογένεια έχει διάτρητα όρια, τους κανόνες της αρχές και τις αξίες τις ορίζει η κοινότητα η οποία έχει πιο κλειστά όρια σε σχέση με άλλες κοινότητες. Για παράδειγμα στις παραδοσιακές κοινωνίες το πέρασμα στην εφηβεία, , γινόταν υπό την μη παρεμβατική επίβλεψη των ενηλίκων. Συνεπώς οι νέοι μπορούσαν να φέρουν σε πέρας τις διαδικασίες του χωρισμού από την οικογένεια και της ανεξαρτητοποίησης, χωρίς ωστόσο να αποξενωθούν από την οικογένεια και την κοινωνία. (σχήμα 2).
Υπήρχε η βαθιά εμπεδωμένη πεποίθηση (που μας πάει πίσω στις ρίζες της ανθρωπότητας, αλλά και πέρα από αυτή), ότι η οικογένεια αποτελεί τη βάση για την επιβίωση.     

                                                           Σχήμα 2.

Σε ένα χρόνο Χ2 η οικογένεια πλέον είναι πυρηνική. Τα όρια της οικογένειας είναι πιο ιδιωτικοποιημένα. Στην παρούσα φάση αποδίδεται η ουσία του παιδοκεντρικού σκοπού της οικογένειας. (σχήμα 3).


                                              Σχήμα 3.

Σε ένα χρόνο Χ3 η κοινωνία εστιάζει στο άτομο. Το άτομο λαμβάνεται πλέον, όχι μόνο ως κοινωνικό όν αλλά και ως προσωπικότητα. (σχήμα 4).

                                              Σχήμα 4.

Σε ένα χρόνο Χ4 τα άτομα εστιάζουν στις διαπροσωπικές σχέσεις και νοηματοδοτούν την ζωή τους  μέσα από αυτό το πρίσμα πολύ περισσότερο από ότι οι προηγούμενες γενιές . (σχήμα 5).

                                               Σχήμα 5.

Ας δούμε όμως τι συμβαίνει διαχρονικά και πως η οικογένεια και το άτομο επηρεάζεται από την ιδεολογία των προηγούμενων γενεών και πως αυτό δίχως προσωπική διαφοροποίηση μπορεί να καταστεί δυσλειτουργικό : Στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα παρατηρούμε μια συνεχόμενη και εναλλασσόμενη πορεία των ανθρώπων σε όλα τα επίπεδα (Χ1, Χ2, Χ3, Χ4). Οι άνθρωποι, αποφασίζουν και δρουν λειτουργώντας πότε στο ένα επίπεδο και πότε στο άλλο, με διαφορετικό κάθε φορά βαθμό παραδοσιακότητας. Επί παραδείγματι, η απόφαση για το πως επιλέγουμε τον/την σύντροφό μας, πότε θα παντρεύουμε, πως θα γίνει η τελετή του γάμου, ποιος θα φυλάσσει τα παιδιά, είναι αποφάσεις που παίρνουμε σκεφτόμενοι είτε με παραδοσιακά κριτήρια (με τα κριτήρια των γονιών μας) είτε με διαφοροποιημένα κριτήρια που ταιριάζουν στο άτομό μας και στις επιταγές της εποχής μας.

Σε αυτό το ανεβοκατέβασμα, μεταξύ παραδοσιακής και σύγχρονης κουλτούρας και διαφορετικής διαδικασίας ταυτοποίησης, οφείλουμε να συνθέσουμε ποιητικά μια παλαιά και τιμημένη παράδοση με τον σύγχρονο πολιτισμό ως προϋπόθεση για μια πιο λειτουργική ζωή. Όπως λέει ο Ράμφος «η παράδοση δεν διαρκεί τυραννικά ούτε μεταμφιεσμένη σε ανανέωση. Η παράδοση διαρκεί ποιητικά σαν την συνέχεια αλυσιδωτής δημιουργίας. 

Το αποτέλεσμα της μη σύνθεσης είναι δυνατόν να οδηγήσει τον άνθρωπο (ιδιαίτερα σε μεταβατικές περιόδους και σε καταστάσεις έντονου στρες) σε πολιτισμική σύγχυση. (σχήμα 6).

                                             Σχήμα 6.

Σε αυτή την περίπτωση η σύγχυση, λοιπόν, δεν είναι τόσο ατομική όσο σύγχυση διαγενεακή και αφορά την προσαρμογή του ατόμου στο κοινωνικό του περιβάλλον. Η σύγχυση αυτή παρατηρείται, περισσότερο στο χρόνο χ3, στην προσπάθεια δηλαδή που κάνει το άτομο προς μια αυτόνομη πορεία. Εδώ εντάσσεται και η Τοξικοεξάρτηση. Οι οικογένειες αυτές δεν μπόρεσαν να κάμουν αυτή τη σύνθεση, λόγω άλυτων συγκρούσεων και ακαμψίας των προτύπων συναλλαγής με αποτέλεσμα να δημιουργούν άτομα που ενώ θέλουν να αυτονομηθούν εμπλέκονται σε μια προβληματική (μένουν φεύγοντας και φεύγουν μένοντας), που θα εξηγήσω παρακάτω.

Οικονομικοί και πολιτικοί λόγοι οδήγησαν την ανθρωπότητα σε μια ταχύρυθμη κοινωνική αλλαγή, η οποία ζητάει από την οικογένεια να φύγει, να περάσει από την οργάνωση που τη χαρακτήριζε (ευρεία οικογένεια – κύκλος των δικών), στο βασικό πυρήνα πατέρας – μητέρα  - παιδιά. Παγκόσμια, αυτό συμβαίνει πρώτη φορά. Στα πιο προηγμένα οικονομικά κράτη, αυτό συνέβη πιο νωρίς, ενώ στην Ελλάδα συμβαίνει τα τελευταία 50 χρόνια. Έχει αλλάξει η δομή, η οργάνωση και ο τρόπος εκπαίδευσης της οικογένειας. Πενήντα χρόνια πριν, εκπαιδεύω έναν άνθρωπο σήμαινε ότι βοηθάω μέσα από ρόλους, αξίες, κανόνες, συνήθειες, να ενταχθεί στο κοινωνικό πλαίσιο. Οι γονείς λοιπόν και όλοι οι ενήλικες είχαν σαν έργο να στηρίζουν, να επαινούν και να προωθούν το «σωστό» και να τιμωρούν το «λάθος».

Σήμερα αυτό που ζητιέται στην ουσία από την οικογένεια, είναι να ετοιμάσει τα παιδιά της, για την ένταξή τους σ΄ ένα κοινωνικό σύνολο που δεν έχει συγκεκριμένους κανόνες, αξίες, συνήθειες και ρόλους. Γιατί, αυτά πλέον είναι υποκειμενικά.

Η οργάνωση της ταυτότητας του παιδιού, δεν ήταν έργο μόνο των γονιών παραδοσιακά, αλλά και της ευρύτερης οικογένειας, και επέτρεπε δημιουργικές αλλά και αρνητικές ταυτίσεις. Έτσι, η ταυτότητα των παιδιών ολοκληρώνονταν τόσο από τη στάση και τις πράξεις των μεγάλων, όσο και από την καθημερινή χειροπιαστή άσκηση, μέσα από τον κύκλο των μεγάλων, των εφήβων και των παιδιών.

Η οικογένεια πάντα λοιπόν περνούσε φάσεις εξέλιξης, ανάλογα με το έργο της. Να γεννήσει, να μεγαλώσει και να εντάξει τα παιδιά της.

Το ζήτημα είναι ότι πάμε σήμερα να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας με τα όπλα του 1960, να είναι ενήλικες το 2020.

Επιγραμματικά, σήμερα η πυρηνική οικογένεια καλείται να κοινωνικοποιήσει τα παιδιά της μέσα σε ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες. Αυτό συμβαίνει επειδή:

1.      Η εμπειρία ζωής που έχουν οι γονείς, λόγω των ραγδαίων κοινωνικών αλλαγών δεν ανταποκρίνεται στα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο νέος σήμερα, κι έτσι συχνά εκείνοι νοιώθουν ανίσχυροι μπροστά στα ερωτήματα που άμεσα ή έμμεσα θέτουν τα παιδιά τους.

2.      Οι γονείς είναι ανεκπαίδευτοι σε σχέση με τις απαιτήσεις που έχει ο ρόλος τους, ενώ δεν υπάρχει το κοντινό κοινωνικό περιβάλλον που παλιότερα τους βοηθούσε στο μεγάλωμα των παιδιών.

3.      Η οικογένεια η ίδια σαν αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνίας ενσωματώνει καθημερινά μηνύματα, υπερκαταναλωτισμού, κοινωνικής ανέλιξης μέσα από τον πλούτο, εξάρτησης από υλικά αγαθά, κ.α. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να αποπροσανατολίζεται η οικογένεια από τον θεμελιώδη σκοπό της  να είναι χώρος εκμάθησης αξιών, ουσιαστικών σχέσεων και ανάπτυξης υγιούς ταυτότητας για το παιδί.

4.      Συχνά οι αυξημένες απαιτήσεις που υπάρχουν για τους γονείς έξω από το σπίτι, τους απομακρύνουν από την μεταξύ τους σχέση και από τη σχέση με το παιδί τους. Έτσι ο έφηβος πια λύνει όλο και περισσότερο μόνος  τα προβλήματα του.

5.      Στην σημερινή εποχή έχουν καταρριφθεί οι κοινωνικές νόρμες που ίσχυαν παλιότερα, ενώ δεν έχουν αντικατασταθεί από νέες. Έτσι η οικογένεια πλέον δεν έχει συγκεκριμένους (κοινωνικά δεδομένους) τρόπους που θα την βοηθήσουν να λειτουργήσει και να εκπαιδεύσει τα παιδιά της για τη ζωή.

6.      Τέλος, ο ρόλος του πατέρα και της μητέρας είναι πλέον συγκεχυμένος, με αποτέλεσμα κάποιες φορές να είναι δυσλειτουργικός.


Οι οικογένειες με εξαρτημένα μέλη, είναι οικογένειες που δεν μπόρεσαν να απαντήσουν δημιουργικά στα παραπάνω θέματα. Παρατηρώντας περισσότερο, την οικογένεια με εξαρτημένο μέλος, βλέπουμε ότι υπάρχουν συγκεκριμένες στάσεις απέναντι στη ζωή που επαναλαμβάνονται:

1.      Τα όρια είναι συγκεχυμένα, με αποτέλεσμα ένα παιδί να μην παίρνει ξεκάθαρα μηνύματα.

2.      Συχνά υπάρχουν διπλά μηνύματα από τους δύο γονείς και το παιδί «μπαίνει ανάμεσα» επιλέγοντας αυτό που τον συμφέρει.

3.      Η έννοια της «θυσίας» του γονιού για το παιδί του, επίσης είναι συνηθισμένο φαινόμενο στην οικογένεια του χρήστη. Στη θυσία του γονιού το παιδί αντιδράει με αρνητικό και κάποιες φορές αυτοκαταστροφικό τρόπο και καταλήγει στην εξάρτηση. Η ίδια η θυσία είναι αυτοκαταστροφική πράξη και αν ο γονιός δεν έχει προσωπικό νόημα ζωής, διδάσκει αυτοκαταστροφή στο παιδί του.

4.      Η υπερπροστασία είναι επίσης μια στάση ζωής του γονιού που δεν επιτρέπει στο παιδί να αναπτύξει τη δική του ταυτότητα και ενδιαφέροντα δυναμώνοντας έτσι τις αντιστάσεις του απέναντι στην εξάρτηση.

5.      Υπάρχουν μη  ρεαλιστικές  προσδοκίες των γονιών προς τα παιδιά τους.

6.      Παρατηρείται έντονη πίεση  για  σχολική  επιτυχία.

7.      Υπάρχει έλλειψη ή/και κακή  χρήση  ελεύθερου  χρόνου, γονέων  και  παιδιών.

Βλέπουμε δηλαδή ότι η οικογένεια του Έλληνα τοξικομανούς συγκεντρώνει πολλά χαρακτηριστικά και τρόπους ενδοοικογενειακής επικοινωνίας που χαρακτηρίζουν τη μέση ελληνική, μεταπολεμική, πυρηνική οικογένεια. Τα συγκεντρώνει, όμως, σε παθολογικό βαθμό και αντανακλά με ακραίο τρόπο την κρίση της οικογένειας, μια κρίση μετάβασης που επιτείνει την τρομακτική σύγχυση αντιλήψεων, απόψεων, ρόλων και αξιών.

Ο χαρακτηρισμός «παθολογικές» προορίζεται για οικογένειες οι οποίες μπροστά στο στρες αυξάνουν την ακαμψία των προτύπων συναλλαγής και των ορίων τους και αποφεύγουν ή αντιστέκονται σε οποιαδήποτε εξερεύνηση εναλλακτικών προτύπων.

Ας δούμε ειδικότερα πως μια οικογένεια δημιουργεί ευάλωτα άτομα και ποιοι παράγοντες μπορεί να οδηγήσουν ένα άτομο στην εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες:

1.      Έλλειψη  διαλόγου – επικοινωνίας και αδυναμία να εκφράσουν ανοιχτά τα συναισθήματά τους.
2.      Κοινωνικά  απομονωμένοι  γονείς  -  παθητικοί γονείς.
3.      Συναισθηματική  απουσία  γονιών.
4.      Έλλειψη  Αξιών, Αρχών, Πίστης.
5.      Η οικογενειακή ζωή είναι πολύ συμβατική.
6.      Κοινωνικές, οικονομικές στερήσεις (μετανάστευση).
7.      Μεγάλος βαθμός ενδοοικογενειακής σύγκρουσης (που συνήθως εκφράζεται με πρωτόγονους τρόπους).
8.      Ανυπαρξία ή αυστηρότητα στην επιβολή των κανόνων.
9.      Φτωχές πρακτικές κοινωνικοποίησης.
10.  Φόβος της οικογένειας να αφήσει το άτομο να φύγει και φόβος του ατόμου να αυτονομηθεί.
11.  Χωρισμός ή διαζύγιο των γονέων (αν και πιο σημαντικός παράγοντας ευαλωτότητας αποτελεί η αρνητική σχέση των γονιών).
12.  Συμμαχία του γονιού με κάποιο παιδί (συνήθως του αντίθετου φύλου).
13.  Ανάληψη  γονεϊκών ευθυνών από τον έφηβο. Αναστροφή ρόλων γονιών – παιδιού (ο έφηβος αναλαμβάνει ρόλο «υπεργονιού»). 
14.  Θάνατος κάποιου  σημαντικού μέλους της οικογένειας κατά την προεφηβική ηλικία του παιδιού.
15.  Σοβαρή ή χρόνια ασθένεια του παιδιού ή και κάποιου από τους γονείς.
16.  Χρήση  παράνομων  ή νόμιμων ουσιών από τους γονείς.
17.  Ψυχοσυναισθηματικά προβλήματα των γονιών.






Η τοξικοεξάρτηση ως σύμπτωμα

Η προσέγγιση της οικογένειας και των ενδογενών σχέσεων της, ταυτόχρονα με την παρατήρηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των μελών της και τη διερεύνηση της συμπεριφοράς τους, οδήγησε κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών σε μια καινούργια θεώρηση της σχέσης ατόμου – οικογένειας.

Έγινε πλέον φανερό ότι η ψυχική διαταραχή αποτελεί εκδήλωση οικογενειακής δυσλειτουργίας και ότι η διαταραγμένη και πολλές φορές καταστροφική συμπεριφορά του «προβληματικού μέλους», εκφράζει διαταραγμένες και προβληματικές σχέσεις.

Σε σύνθετα και πολυπαραγοντικά φαινόμενα όπως η τοξικοεξάρτηση είναι απαραίτητο να εξετάζονται οι ψυχοκοινωνικοί παράγοντες από την μία πλευρά, οι οργανικοί παράγοντες από την άλλη και οι μηχανισμοί που εξηγούν την σχέση μεταξύ τους, δηλαδή την μετατροπή των νοητικών και συγκινησιακών μηνυμάτων σε οργανικό σύμπτωμα.

Ο Minuchin, γνωστός ψυχοθεραπευτής οικογένειας, μίλησε για οικογένειες οι οποίες χαρακτηρίζονται από την τάση να διοχετεύουν τις καλυμμένες ενδοοικογενειακές συγκρούσεις σε σωματικές αρρώστιες.

Παρατηρώντας τα μέλη της Οικογένειας ενός χρήστη, να συναλλάσσονται μεταξύ τους στα πλαίσια της οικογενειακής ψυχοθεραπείας, διαπιστώνει κανείς γρήγορα όχι μόνο το βαθμό της αταξίας στο τρόπο που επικοινωνούν μεταξύ τους αλλά και τους μηχανισμούς που μπορεί να οδηγήσουν σε σωματικές διαταραχές π.χ. πως μπλοκάρουν ο ένας την έκφραση των συναισθημάτων του άλλου, που βρίσκουν μετά διέξοδο μέσα από βιολογικούς μηχανισμούς σε συγκεκριμένες διαταραχές.    

Κατά την γνώμη μου, λοιπόν, οι μηχανισμοί που αφορούν τους τρόπους συναλλαγής ανάμεσα στο άτομο και τη οικογένεια του είναι χρήσιμοι για την κατανόηση του φαινομένου της τοξικοεξάρτησης.

Η τοξικοεξάρτηση λοιπόν, αποτελεί το τελικό στάδιο μιας δυσλειτουργίας που έχει τις ρίζες της στο παρελθόν και στην οποία ενέχεται το οικογενειακό σύστημα στο σύνολο του.

Όπως βλέπετε και στο σχήμα 7 η χρήση αποτελεί την κορυφή του παγόβουνου όπου κάτω από την επιφάνεια του νερού βρίσκονται ατομικά, οικογενειακά και κοινωνικά προβλήματα.

                  Σχήμα7.

Ο χρήστης γίνεται το θύμα, το μαύρο πρόβατο, το προβληματικό μέλος και παράλληλα δύναται να γίνει ο φορέας της αλλαγής. Είναι αυτός που θυσιάζεται για την συνοχή της οικογενειακής δομής και γίνεται ταυτόχρονα το ευάλωτο και το δυνατό μέλος της οικογένειάς του.

Αντιμετωπίζοντας το φαινόμενο της τοξικοεξάρτησης  μας δύνονται δύο επιλογές:

1.      Να ασχοληθούμε με τη χρήση ως το κυρίαρχο πρόβλημα (δηλαδή μόνο με την κορυφή του παγόβουνου).

2.      Ή να ασχοληθούμε με την χρήση ως σύμπτωμα της οικογενειακής δυσλειτουργίας, εστιάζοντας στην οικογενειακή διεργασία, την οικογένεια ως σύνολο (δηλαδή με το μέρος του παγόβουνου που δεν φαίνεται, αλλά είναι το μεγαλύτερο).

Στην πρώτη περίπτωση αντιμετωπίζουμε την τοξικοεξάρτηση:
·      Εστιάζοντας στο χρήστη ως το προβληματικό και αδύναμο μέλος της οικογένειας. Εδώ η ίδια η οικογένεια αντιμετωπίζει το χρήστη ως ασθενή, και επικεντρώνει την λειτουργία της γύρω από αυτόν.
·      Θεωρώντας το χρήστη ως τον λιγότερο κινητοποιημένο για αλλαγή.
·      Παρεμβαίνοντας εξωτερικά, δίνοντας υποκατάστατα ή φάρμακα για να καταπολεμήσουμε το σύμπτωμα.
·      Μη επιτρέποντας τη διαγενεακή και ενδοοικογενειακή διεργασία να εξελιχθεί και το σύμπτωμα να γίνει αφετηρία η οικογένεια να διαφοροποιηθεί.

Στη δεύτερη περίπτωση εστιάζουμε:
·      Στο χρήστη ως το πιο δυνατό μέλος, αυτόν που με έστω με αυτοκαταστροφικό τρόπο προσπαθεί να φέρει στην επιφάνεια τις πραγματικές δυσλειτουργίες της οικογένειάς του.
·      Στο χρήστη ως τον πιο κινητοποιημένο για αλλαγή
·      Δεν παρεμβαίνουμε εξωτερικά με υποκατάστατα
·      Επιτρέπουμε την διαγενεακή και την ενδοοικογενειακή διεργασία να αξιοποιήσει το σύμπτωμα ως αφετηρία  για διαφοροποίηση του οικογενειακού συστήματος.

Στην θεραπεία της τοξικοεξάρτησης στα στεγνά προγράμματα, καθώς και στην οικογενειακή θεραπεία ο στόχος είναι να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο τα άτομα επικοινωνούν και δημιουργούν σχέσεις, όπως και οι σχέσεις με διάφορες ιδέες, ιδεολογικά κατασκευάσματα και στάσεις ζωής.

Με βάση τη συστημική προσέγγιση η εκδηλούμενη προβληματική συμπεριφορά, όπως η χρήση ναρκωτικών, θεωρείται αποτέλεσμα δυσλειτουργίας του όλου οικογενειακού συστήματος. Με βάση την αρχή ότι τα συστήματα ισορροπούν μέσα από την συνεχή επικοινωνία και αλληλοαντίδραση των επιμέρους μερών τους και τη λειτουργία αυτών ως όλο, θεωρείται ότι είναι απαραίτητο να υπάρχει το πρόβλημα για να εξυπηρετήσει τη λειτουργία του συγκεκριμένου συστήματος.



Η πορεία στη χρήση


Το σύμπτωμα της τοξικομανίας εμφανίζεται λοιπόν, μέσα στην οικογένεια κάποια στιγμή ως λύση κάποιων προβλημάτων της. Είναι η παράδοξη λύση στο βασανιστικό δίλημμα όπως το βιώνει τόσο ο έφηβος όσο και η οικογένεια του, να μείνει ή να φύγει από το σπίτι. (σχήμα 8).

             Σχήμα 8

Οι οικογένειες στις οποίες  εμφανίζεται το σύμπτωμα της τοξικοεξάρτησης δεν έχουν καταφέρει:
1.      Να μεταδώσουν στο άτομο το αίσθημα ότι ανήκει στην οικογένεια
2.      Να το κοινωνικοποιήσουν, να το βοηθήσουν να καταστεί μια συγκροτημένη και ανεξάρτητη προσωπικότητα.

Η Περιέργεια, η μίμηση, ο πειραματισμός, η έλξη για το απαγορευμένο, η μυθοποίηση των ναρκωτικών, οι παρέες , η  μεγάλη και εύκολη διαθεσιμότητα των ουσιών, είναι λόγοι που μπορούν να οδηγήσουν ένα νέο να πειραματιστεί με τις ουσίες. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι οπωσδήποτε ένας νέος θα οδηγηθεί στην εξάρτηση.

Μόνο τα άτομα – κυρίως οι έφηβοι – που είναι μπλεγμένοι στην παραπάνω προβληματική είναι δυνατόν να στραφούν στη χρήση κάποιας ναρκωτικής ουσίας – συνήθως χασίς – σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να ανήκουν κάπου  και να είναι κάποιοι, και από εκεί, μέσα από ένα μηχανισμό κοινωνικοποίησης στη ναρκωκουλτούρα να οδηγηθούν στην εξάρτηση και στον τρόπο ζωής που αυτή συνεπάγεται.

Με άλλα λόγια, η εξάρτηση απαιτεί τη συνάντηση μιας προσωπικής, ψυχολογικής κρίσης με την κοινωνική. Η συνάντηση αυτή διαμεσολαβείται  πάντα από την κρίση της συγκεκριμένης οικογένειας. (σχήμα 9.)

                                               Σχήμα 9.
                
                                                                                                             


Ο ρόλος της οικογένειας στη θεραπεία της τοξικοεξάρτησης
και στην υποτροπή

Έχει ενδιαφέρον να αναφερθώ με λίγα λόγια για το ρόλο που διαδραματίζει η οικογένεια στην διαδικασία απεξάρτησης του χρήστη καθώς και στην υποτροπή του χρήστη από την διαδικασία αυτή.

Η οικογένεια στην Ελλάδα παραμένει μέχρι σήμερα ένας σημαντικός θεσμός που λειτουργεί προληπτικά και προστατευτικά για τα μέλη της και ενισχυτικά για την αντιμετώπιση της εξάρτησης και την αποφυγή επιδείνωσης. Παρ’ όλες τις μεταβολές στη σύνθεση, τη μορφή και τις λειτουργίες του οικογενειακού δεσμού, η ελληνική οικογένεια διατηρεί τη λειτουργία ενός προστατευτικού / υποστηρικτικού δικτύου, το οποίο δραστηριοποιείται για την αντιμετώπιση δυσκολιών / κρίσεων που αντιμετωπίζουν τα μέλη της.
Είναι σημαντικό, η οικογένεια να εντάσσεται σε παράλληλη με το άτομο θεραπεία, γιατί αν το οικογενειακό σύστημα δεν αλλάζει (δεν απαντά δημιουργικά στις ανάγκες του ρόλου της, και το κάθε μέλος της δεν αναπτύσσει αυτόνομη δραστηριότητα), τότε αποτελεί έναν αυξημένο παράγοντα υποτροπής.

Το άτομο μετά την κύρια θεραπευτική φάση έχει ανάγκη (ή και την τάση) να θέλει να δοκιμάσει την νέα του ταυτότητα σε οικογενειακό επίπεδο και απέναντι στη αντοχή του στη χρήση ουσιών. Χρειάζεται κατά κάποιον τρόπο να «πιστοποιήσει» την αλλαγή του απέναντι σε δύο καταστάσεις που τον χαρακτήριζαν πριν την θεραπεία, και αποτελούσαν ισχυρά σημεία αναφοράς.

Η οικογένεια αποτελεί ένα ασφαλές καταφύγιο για το άτομο που βρίσκεται σε κρίση ή που αντιμετωπίζει προσωπικές δυσκολίες και προβλήματα. Και αυτό γιατί η οικογένεια έχει την τάση να απλώνει την φτερούγα της όταν ένα μέλος της είναι σε κίνδυνο ή δυσκολία.

Η οικογένεια λοιπόν αποτελεί τον κατεξοχήν παράγοντα που στην υποτροπή ενός μέλους της μπορεί να απαντήσει με υποτροπή δική της (καταργώντας έτσι την αυτονομία του ατόμου και τη λειτουργικότητα του συστήματος).


Τι αποτελεί λειτουργική συναλλαγή σήμερα

Ας δούμε όμως τι αποτελεί λειτουργική συναλλαγή σήμερα; Ποιες είναι οι λειτουργίες που πρέπει να έχει η σημερινή οικογένεια; προσπαθώντας να αποτυπώσουμε, παράλληλα, τις μεταμορφώσεις που οφείλει να κάνει η οικογένεια του τοξικομανούς κατά την διάρκεια της απεξάρτησης και της οικογενειακής θεραπείας.  

Ο σύγχρονος πατέρας και η σύγχρονη μητέρα λοιπόν, μπροστά στην κοινωνική αλλαγή, και στις μεταμορφώσεις που έχει υποστεί η σημερινή οικογένεια,  έχοντας σαν μοναδική βιωμένη γνώση τον τρόπο του δικού τους μεγαλώματος, βρίσκονται με πολύ αγωνία μπροστά σε βασικά ερωτήματα: τι είναι σωστό, τι είναι λάθος σήμερα; Τι χρειάζεται να κάνω για να βοηθήσω τα παιδιά μου να βγουν πιο ολοκληρωμένοι και υπεύθυνοι άνθρωποι στο σημερινό κοινωνικό πλαίσιο που είναι πια ολόκληρος ο κόσμος. Το ερώτημα είναι λοιπόν πως ετοιμάζει η οικογένεια τα παιδιά που γεννάει ώστε: όπως / καθώς μεγαλώνουν να αρτιώνουν την προσωπικότητά τους και να εντάσσονται δημιουργικά στο κοινωνικό πλαίσιο που ζει η οικογένεια και σε όποιο κοινωνικό πλαίσιο τους καλέσει η ζωή να ζήσουν. Βάζοντας έμφαση στο όπως / καθώς μιλάω για την εξέλιξη των ηλικιών των παιδιών, μια και άλλες επιδεξιότητες χρειάζονται για να μεγαλώσει ένα παιδί 0-2 χρονών, άλλες από 2-7 χρονών, άλλες από 7-12 χρονών και άλλες από 12-18 χρονών.

Ποια είναι λοιπόν τα βασικά στοιχεία τα οποία ο σύγχρονος πατέρας και η σύγχρονη μητέρα χρειάζονται να έχουν για το μεγάλωμα των παιδιών τους; Το «έτσι κάνουν όλοι, έτσι θα κάνω και εγώ», δεν μπορεί πλέον να στηρίξει το μεγάλωμα των παιδιών μια και αυτό αποτελούσε γνώρισμα της παραδοσιακής ομογενοποιημένης κοινωνίας.

Στην εποχή της πληροφορίας και της παγκοσμιοποίησης, το σύστημα αξιών ΚΛΟΝΙΖΕΤΑΙ, ο άνθρωπος χάνει πολλά από τα παραδοσιακά του στηρίγματα και δρα περισσότερο στο ατομικό παρά στο συλλογικό επίπεδο. Χρειάζονται, λοιπόν οι γονείς νέες πληροφορίες και δεξιότητες για να ανταποκριθούν στο ρόλο τους: Η συναισθηματική εξέλιξη και οι νοητικές διεργασίες – φυσικές σε κάθε άνθρωπο είναι αυτές που μας βοηθάνε κάθε φορά να κατανοήσουμε τι συμβαίνει.

Έτσι, μεγαλώνω έναν άνθρωπο σήμερα, σημαίνει τον βοηθάω να ξεκαθαρίζει την εικόνα του εαυτού του καθώς μεγαλώνει, δηλαδή να ξεκαθαρίζει τις αξίες του και να απαντάει σε τρία βασικά ερωτήματα: Ποιος είμαι, Που πάω, & Γιατί πάω εκεί που πάω.

Η οικογένεια χρειάζεται να είναι ενήμερη και να απαντά  δημιουργικά στα παρακάτω ερωτήματα.

  • Γιατί αποτελούμε οικογένεια;
  • Τι μας κρατάει μαζί;
  • Ποιοι είναι ρόλοι που έχουμε;
  • Ποιοι είναι οι κανόνες συμπεριφοράς;

Το πρώτο ερώτημα απαντά στο Σκοπό της Οικογένειας  : H ψυχοκοινωνική επιβίωση των μελών ανάγεται σε βασικό σκοπό για την δημιουργία της Οικογένειας.

Αν ο σκοπός απαντά στο «γιατί είμαστε μαζί» οι αξίες απαντούν στο «τι μας κρατάει μαζί».

Ενώ οι αξίες χρησιμεύουν στη διατήρηση της συνοχής και σταθερότητας της βασικής δομής, οι ρόλοι παραπέμπουν σε προδιαγραφές για την ανάθεση και ανάληψη ευθυνών στα άτομα που κρατούν δομικές θέσεις στο οικογενειακό σύστημα.

Και τέλος οι αντιλήψεις, οι στάσεις κ.λ.π. για τις διάφορες όψεις της καθημερινής συνύπαρξης, καθορίζουν τους επιμέρους «κώδικες συμπεριφοράς» που διέπουν την ενδοοικογενειακή συναλλαγή. (Αφορούν τις διάφορες αντιλήψεις για την ορατή συμπεριφορά σε σχέση με συγκεκριμένες δραστηριότητες όπως το φαγητό, ο ύπνος, η ψυχαγωγία και ούτε κάθε εξής. 

Όσο πιο πολύ ξεκαθαρίζει, σήμερα, ο άνθρωπος την εικόνα του εαυτού του τόσο πιο πολύ αναπτύσσει τα κριτήρια με τα οποία εντάσσεται στο κοινωνικό πλαίσιο, με υγιή τρόπο και απομακρύνεται από το ενδεχόμενο της εξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες και όχι μόνο.

Εμφανής λοιπόν η ανάγκη νέων πληροφοριών για το ρόλο του γονιού. Επειδή εμείς οι μεγάλοι βάζουμε τον «τόνο» της ζωής μέσα στην οικογένεια έχουμε την ευθύνη να διεργαζόμαστε τις πληροφορίες να είμαστε σε επαφή με τα συναισθήματά μας και να μαθαίνουμε ευρύτερα τη ζωή όπως / καθώς μεγαλώνουμε. Τότε μιλάμε για ένα γονεϊκό σύστημα που εξελίσσεται.

Ένα τέτοιο σύστημα αποτελεί την πρώτη βασική και σταθερή αναφορά για το σύστημα αξιών, του τρόπους του σκέπτεσθαι, του αισθάνεσθαι και του ανήκειν.

Αυτόματα τα παιδιά «υποχρεώνονται» να κάνουν πράξη, το σκέφτομαι, αισθάνομαι, ανήκω, να αποκτήσουν δηλαδή τις επιδεξιότητες που χρειάζεται να αναπτύξει ο σύγχρονος άνθρωπος.

Έτσι η πυρηνική οικογένεια γίνεται εργαστήρι ανάπτυξης ζωής.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ



  1. Μόνικα μακ Γκόλντρικ – Ράντι Γκέρσον, Το Γενεόγραμμα, Αθήνα, Κέδρος, 1999.
  2. Murray Bowen, Τρίγωνα στην οικογένεια, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα,1998.
  3. Χάρις Κατάκη, Οι τρεις ταυτότητες της Ελληνικής οικογένειας, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα,1998.
  4. Daniel Goleman, η συναισθηματική νοημοσύνη, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα,1998.
  5. Βασιλική Παπαδιώτη – Αθανασίου, οικογένεια και όρια, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2000.
  6. Monica McGoldrick, Ανοίγοντας τα παλιά σεντούκια, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα,2002.
  7. Jane Bluestein, Γονείς, έφηβοι και όρια, Αθήνα, Δίοδος, 2000.
  8. Jean Berceret, Τοξικοεξάρτηση και προσωπικότητα, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα,1999.
  9. Χάρις κατάκη, Το μωβ υγρό, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα,1997.
  10. Γιώργος Βέλτσιος, οικογένεια και φαντασιακές σχέσεις, Αθήνα, Παπαζήση, 1979.
  11. Γιάννης Τσιάντης, Ψυχική υγεία του παιδιού και της οικογένειας, τέυχος Α, Αθήνα, Καστανιώτης, 2000.
  12. Γιάννης Τσιάντης, Ψυχική υγεία του παιδιού και της οικογένειας, τέυχος Β, Αθήνα, Καστανιώτης, 1993.
  13. Ρίτσαρντ Σένετ, Η τυραννία της οικειότητας, Αθήνα, Νεφέλη, 1999.
  14. Augustus Y. Napier, Το ζευγάρι ο εύθραυστος δεσμός, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα,1997.
  15. Τσιάντης Γιάννης – Δραγώνα Θάλεια, Μωρά και μητέρες, Αθήνα, Καστανιώτης, 1999.
  16. Βασίλη Φίλια, Κοινωνιολογικές προσεγγίσεις, Αθήνα, Σύγχρονη εποχή, 1991.
  17. Εξαρτήσεις, Οι εξαρτήσεις στην Ελλάδα- Η διεθνής εμπειρία- Για την ενημέρωση του αναγνώστη, τεύχος 1, Αθήνα, Ιούλιος 2002.
  18. Τετράδια ψυχιατρικής, τεύχος 73, Εξαρτήσεις, Αθήνα, Ιανουάριος- Φεβρουάριος- Μάρτιος 2001.
  19. Επιθεώρηση κοινωνικών ερευνών, τεύχη 49, 61, 62, 69, 78, 79, 80, 81, 98-99, 103.
  20. Κοινωνιοδημογραφικά χαρακτηριστικά και συνθήκες χρήσης των ατόμων που απευθύνθηκαν στα συμβουλευτικά κέντρα του ΚΕ.Θ.Ε.Α. από το 1995 έως το 1999, Διαχρονική μελέτη, ΚΕ.Θ.Ε.Α. 2001.






[1] Η εξέλιξη των φάσεων της Ελληνικής Οικογένειας θα δοθεί σχηματικά, ορίζοντας ως Χ τον χρόνο και ως Χ1, Χ2, Χ3, Χ4 την εξέλιξη της οικογένειας στον χρόνο, από την παραδοσιακή της μορφή ως το αυτονομημένο άτομο και τις διαφοροποιήσεις στις διαπροσωπικές και τις διαφυλικές σχέσεις.