Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έρωτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έρωτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Ο Μισάνθρωπος του Μολιέρου: η αλήθεια του έρωτα κι ο έρωτας για την αλήθεια.

Παρακολούθησα με πολύ ενδιαφέρον τη θεατρική παράσταση Μισάνθρωπος του Μολιέρου στο σανίδι του Θεσσαλικού θεάτρου. Για μια ακόμη φορά το «Θεσσαλικό» στάθηκε στο ύψος της 50χρονης ιστορίας του και δημιούργησε μια εξαιρετική παράσταση, πάνω σε ένα κλασσικό έργο, με σπουδαίες ερμηνείες και δοσμένο σκηνοθετικά με «ξεκάθαρο» τρόπο, από την
Ioli Andreadi (Ιόλη Ανδρεάδη). Οι λιτές γραμμές, το ελαφρύ χιούμορ, οι δραματικές εντάσεις, η έμφαση στην απόδοση των μηνυμάτων που κουβαλά το κείμενο, δεν επιτρέπουν καθόλου, επί δύο ώρες, να αποσπαστεί η προσοχή του θεατή από την σκηνή. Δραματουργικά η σκηνοθεσία και η καλή ηθοποιία κρατούν πάνω τους το βλέμμα και το ενδιαφέρον των θεατών. Προσωπικά ενθουσιάστηκα και κρατώ ότι ένα κλασσικό έργο αποδόθηκε με κλασσικό και λιτό τρόπο, ξεγυμνωμένο από περιττές εξάρσεις, επιτρέποντας να «μυηθούμε» στα συγκλονιστικά θέματα που θίγει ο Μολιέρος.
Ο Μισάνθρωπος του Μολιέρου δεν είναι απλώς μια κωμωδία χαρακτήρων, είναι ένα έργο βαθιά υπαρξιακό, που θέτει στο κέντρο του ένα διαχρονικό ερώτημα: μπορεί ο άνθρωπος να ζήσει μέσα στην κοινωνία χωρίς να προδώσει την αλήθεια του; Και, ακόμη το πιο οδυνηρό, μπορεί να αγαπήσει χωρίς να τη σχετικοποιήσει και να εγκλωβιστεί στην απολυτότητά της;
Ο Άλκηστος, ο κεντρικός ήρωας του έργου, δεν είναι μισάνθρωπος με τη στενή έννοια του όρου. Δεν μισεί τους ανθρώπους, μισεί την υποκρισία τους. Είναι ένας άνθρωπος που λέει την αλήθεια, όχι όμως οποιαδήποτε αλήθεια, αλλά τη δική του, αδιαπραγμάτευτη, απόλυτη και ηθικά φορτισμένη. Η αλήθεια αυτή, αντί να λειτουργεί ως γέφυρα, γίνεται τείχος. Τον πνίγει, τον απομονώνει, τον κρατά φυλακισμένο μέσα στη βεβαιότητά του. Ο Άλκηστος δεν αντέχει τις κοινωνικές συμβάσεις, τα μικρά ψέματα, τις ευγενικές παραχωρήσεις που καθιστούν δυνατή τη συμβίωση. Κι έτσι, ενώ διεκδικεί την αυθεντικότητα, καταλήγει να είναι και να νιώθει μόνος.
Εδώ ακριβώς αναδύεται το παράδοξο του έργου: η αλήθεια, όταν δεν αντέχει τη συνάντηση με τον Άλλο, μετατρέπεται σε μια μορφή βίας. Δεν είναι πια μια αλήθεια που αποκαλύπτει τον εαυτό μας, αλλά μια αλήθεια που προσπαθεί να επιβληθεί.
Η πιο οξεία δοκιμασία της αλήθειας στον Μισάνθρωπο δεν διαδραματίζεται στο κοινωνικό πεδίο, αλλά στον έρωτα. Η αλήθεια και ο έρωτας φτιάχνουν μια εύθραυστη συνύπαρξη. Η σχέση του Άλκηστου με τη Σελιμένη αποκαλύπτει το βαθύτερο ερώτημα του έργου: πόση αλήθεια χωράει ο έρωτας;
Ο έρωτας δεν αντέχει την ωμότητα της απόλυτης αλήθειας. Χρειάζεται χώρο για ασάφεια, παιχνίδι, φαντασίωση. Χρειάζεται, ενίοτε, σιωπή. Η Σελιμένη κινείται μέσα στην κοινωνία με ευελιξία, αποδέχεται τη σχετικότητα, γνωρίζει ότι η αλήθεια δεν λέγεται πάντα ολόκληρη, ούτε πάντοτε τη σωστή στιγμή. Ο Άλκηστος, αντίθετα, ζητά έναν έρωτα «καθαρό», απόλυτα ειλικρινή, έξω από τις κοινωνικές συμβάσεις. Σαν να επιθυμεί μια αγάπη απογυμνωμένη από κάθε συμβολικό ένδυμα.
Όμως ο έρωτας δεν είναι μόνο αλήθεια, είναι και επιθυμία. Και η επιθυμία γεννιέται συχνά από αυτό που δεν λέγεται, από το κενό, από την έλλειψη. Όταν όλα ειπωθούν, όταν όλα φωτιστούν ανελέητα, ο έρωτας κινδυνεύει να απομαγευτεί. Η αλήθεια του έρωτα δεν είναι ταυτόσημη με τη διαφάνεια, είναι μια αλήθεια βιωματική, συχνά αντιφατική, που αντέχει την αμφισημία.
Το δράμα του Άλκηστου θα μπορούσε να περιγραφεί ως η σύγκρουση ανάμεσα στον έρωτα της αλήθειας και στην αλήθεια του έρωτα. Ο ήρωας αγαπά περισσότερο την αλήθεια του παρά τον άνθρωπο που έχει απέναντί του. Δεν μπορεί, ή δεν θέλει, να διακινδυνεύσει τη βεβαιότητά του για χάρη της σχέσης. Έτσι, αντί να σχετιστεί, θυμώνει, απελπίζεται κι εν τέλει αποσύρεται.
Σε αυτό το σημείο ο Μισάνθρωπος συνομιλεί γόνιμα με το σύγχρονο ερώτημα που θέτω στο νέο μου βιβλίο, το «Μετά τον έρωτα τι;». Διότι το ερώτημα αυτό δεν αφορά το τέλος του έρωτα, αλλά τη μεταμόρφωσή του. Τι συμβαίνει όταν ο έρωτας καλείται να αντέξει την πραγματικότητα, τη φθορά, την επιρροή των κοινωνικών συνθηκών; Πώς συνεχίζεται όταν οι φαντασιώσεις υποχωρούν και η σχέση χρειάζεται διαφορετική νοηματοδότηση, επανα-ρύθμιση, και η συμβίωση μπαίνει σε νέες διαπραγματεύσεις;
Το έργο του Μολιέρου μας υπενθυμίζει ότι οι ανθρώπινες σχέσεις διακατέχονται από ένα διαχρονικό πόθο και παράλληλα μια διαχρονική δυσκολία. Άλλη, βέβαια, η εποχή του Μολιέρου, άλλη η σημερινή, όμως ο πόθος για έρωτα και συντροφικότητα παραμένει ίδιος. Και εξίσου ίδια παραμένει η δυσκολία της τέχνης του «σχετίζεσθαι». Σήμερα, μάλιστα, η απαίτηση για «απόλυτη ειλικρίνεια» στις σχέσεις συχνά συγχέεται με την απαίτηση για συναισθηματική διαφάνεια χωρίς όρια, οδηγώντας σε νέες μορφές απογοήτευσης και μοναξιάς.
Ο Μισάνθρωπος μας υπενθυμίζει ότι η σχέση δεν είναι ένας τόπος «απόλυτης» αλήθειας, αλλά ένας χώρος συνάντησης. Και η συνάντηση προϋποθέτει όχι μόνο αλήθεια, αλλά και ανεκτικότητα, αμοιβαιότητα και ένα είδος συμβολικής διαμεσολάβησης. Ο έρωτας δεν σώζεται ούτε με ψέματα ούτε με την ανελέητη ειλικρίνεια. Σώζεται όταν η αλήθεια συναντά την επιθυμία και μαθαίνει να μιλά χωρίς να την καταστρέφει. Σώζεται όταν ο καθένας επιχειρεί να συνθέτει την αλήθεια του με την αλήθεια του άλλου.
Ίσως, τελικά, ο Άλκηστος να μην είναι μισάνθρωπος, αλλά ένας άνθρωπος που δεν άντεξε το μυστήριο της σχέσης. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η διαχρονική αξία του έργου: μας καλεί να αναρωτηθούμε όχι αν λέμε την αλήθεια, αλλά πώς τη λέμε, σε ποιον, και με ποιο τίμημα για τον έρωτα και τη συντροφικότητα.
Η αλήθεια είναι σαν το διαμάντι, έχει πολλές πλευρές (οπτικές) και είναι πολύτιμη.
Ένα κλασσικό έργο οφείλει όχι μόνο να δίνει απαντήσεις, αλλά και να δημιουργεί ερωτήματα. Φεύγοντας από το θέατρο, όσοι επιλέξετε να δείτε την παράσταση, θα φύγετε χορτάτοι με συμβολισμούς, και ταυτόχρονα με ποικίλα ερωτηματικά που θα αιωρούνται στις σκέψεις σας. Ένα δώρο που προτείνω να κάνετε στους εαυτούς σας και στους αγαπημένους σας, είναι και το δικό μου βιβλίο (Μετά τον έρωτα τι;, εκδόσεις Αρμός, 2025). Ίσως βοηθήσει κι αυτό τις προσωπικές σας αναζητήσεις για το σπουδαίο ζήτημα της αλήθειας των σχέσεων.
Ιδιαίτερη μνεία θα κάνω στη δική μας Marsela Lena, η οποία στον ρόλο της Αρσινόης, τα έδωσε όλα επί σκηνής και περισσότερο ώριμη από ποτέ έδωσε μια καταπληκτική ερμηνεία και βεβαίως σε όλους τους ηθοποιούς που στήριξαν με πάθος τους ρόλους τους, τον καταπληκτικό Gerasimos Gennatas, ο οποίος, παίζοντας με μια φυσικότητα, στήριξε ως συναισθηματικός βραχίονας το έργο και έδεσε όλες τις ερμηνείες πάνω του, τη Στεφανία Καραγιάννη, στο ρόλο της Ελιάνθης, τον Stathis Kokkoris (Στάθη Κόκκορη) στο ρόλο του Ορόντη, τον Asteris Krikonis (Αστέρη Κρικώνη) στο ρόλο του Φιλήντα, και τη Nadia Margariti (Nάντια Μαργαρίτη) στο ρόλο της Σελιμένης.
Τέλος, η ¨ξεκάθαρη" γλώσσα του κειμένου οφείλεται και στην καταπληκτική μετάφραση του "δασκάλου" Yangos Andreadis (Γιάγκου Ανδρεάδη), ενός ανθρώπου που γνωρίζει να διαβάζει σε βάθος τα λογοτεχνικά -κι όχι μόνο- δημιουργήματα.

Το πένθος και η αναγέννηση του «ανεκπλήρωτου»

Επειδή πληθαίνουν οι ανεκπλήρωτες έρωτες, οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες και τα ανεκπλήρωτα όνειρα, σκέφτηκα να γράψω κάτι σχετικό, μόνο και μόνο για να συμβάλλω στην εκπλήρωση μιας δυνατότητας που έχουμε οι άνθρωποι να εκπληρώνουμε τους έρωτες, τις επιθυμίες και τα όνειρά μας. Σε ένα κόσμο βουβό, που κόβει την ελπίδα και δημιουργεί ποικίλες ματαιώσεις, ας έχουμε τουλάχιστον ενεργεί την ελπίδα και την αίσθηση του ονείρου.
.......................................................................................................................................………………………………
Υπάρχει μια μορφή πένθους που σπάνια αναγνωρίζεται, επειδή δεν διαθέτει το υλικό της μνήμης για να νομιμοποιηθεί. Δεν αφορά ό,τι έζησε κανείς και χάθηκε, αλλά ό,τι άγγιξε το κατώφλι της ύπαρξης και δεν βιώθηκε ποτέ. Είναι το πένθος του ανεκπλήρωτου έρωτα. Ενός έρωτα που γεννήθηκε μόνο στη φαντασία ενός ανθρώπου. Ενός έρωτα που παρότι δεν διαπέρασε τη σάρκα, δεν είναι ανύπαρκτος, καθώς παραμένει υπαρκτός ως δυνατότητα.
Όπως σημειώνει ο Byung-Chul Han, ο έρωτας ζει από την απόσταση και την έλλειψη -εκεί όπου ο «άλλος» δεν κατέχεται, αλλά παραμένει ανοιχτός ως δυνατότητα. Όπου ο «άλλος» εγγράφεται στη συνείδηση όχι ως εμπειρία, αλλά ως ίχνος. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας ενσαρκώνεται σ’ αυτό το ενδιάμεσο πεδίο, ενσαρκώνεται σε ένα βλέμμα που διήρκεσε λίγο περισσότερο απ’ όσο «έπρεπε», σε μια λέξη που δεν ειπώθηκε, σε μια κίνηση που σταμάτησε την τελευταία στιγμή. Πρόκειται για μια σχεδόν-εμπειρία, μια εν δυνάμει συνάντηση που δεν ολοκληρώθηκε, αλλά άφησε πίσω της ένα ισχυρό ψυχικό αποτύπωμα.
Αυτός ο έρωτας ενώ δεν προσφέρει αναμνήσεις δημιουργεί φαντασιακές εικόνες και προσδοκίες. Επομένως το πένθος που τον συνοδεύει είναι ιδιόμορφο γιατί ο άνθρωπος δεν θρηνεί γεγονότα αλλά εκδοχές αυτών. Το πένθος δεν αφορά στιγμές που χάθηκαν, αλλά ενδεχόμενους εαυτούς που δεν πρόλαβαν να υπάρξουν. Το υποκείμενο δεν πενθεί τον άλλο ως πρόσωπο, αλλά τον εαυτό του μέσα σε μια σχέση που δεν πραγματώθηκε ποτέ. Πενθεί τη ζωή που δεν έζησε, το χρόνο που δεν εκτυλίχθηκε, τον κόσμο που έμεινε σε αναστολή. Πενθεί τις χαμένες οπτικές ενός εαυτού που θα μπορούσε να γίνει.
Αυτό το πένθος είναι πιο σιωπηλό και πιο ασαφές, αφού ούτε έχει εικόνες να στηριχθεί, ούτε αφηγήσεις να αναπαράγει. Τρέφεται απλά από υποθέσεις, από ένα επαναλαμβανόμενο «κι αν…», που όχι μόνο δεν οδηγεί σε συμπεράσματα, αλλά αφήνει ανοιχτή μια διαρκή εκκρεμότητα.
Ο ανεκπλήρωτος έρωτας είναι σαν μια φωτογραφία που αποτυπώνει μια φανταστική στιγμή, η οποία όμως δεν είναι απλά μια ψευδαίσθηση. Η ψυχική οικονομία δεν διακρίνει αυστηρά ανάμεσα στο βιωμένο και στο δυνητικό. Ό,τι επενδύθηκε ως δυνατότητα, μπορεί να βιωθεί ως απώλεια. Η καρδιά δεν πενθεί μόνο ό,τι υπήρξε ως γεγονός, πενθεί και ό,τι δεν άντεξε να υπάρξει, ακόμη κι αν δεν υλοποιήθηκε στο φάσμα της πραγματικότητας.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο αναδύεται μια απρόσμενη ευαισθησία, η ικανότητα του ατόμου να θλίβεται για κάτι που δεν έζησε, μια ικανότητα που υποδηλώνει ότι κάποτε βρέθηκε σε θέση διαθεσιμότητας, ότι ήτανε, έστω και στιγμιαία, ανοιχτός στη συνάντηση. Μ’ αυτή την έννοια το πένθος του ανεκπλήρωτου έρωτα δεν συνιστά μόνο απώλεια, ή ατολμία, αλλά και ένδειξη ζωής και επιλογής -έστω ασυνείδητης- πορείας.
Το γεγονός ότι κάποιος μπορεί να πενθεί κάτι ανεκπλήρωτο σημαίνει ότι η επιθυμία δεν έχει σιγήσει. Και αυτό, όσο επώδυνο κι αν είναι, αποτελεί μια ισχυρή ένδειξη ότι η καρδιά, το πάθος, παραμένει ενεργό, ικανό να στραφεί ξανά προς το ενδεχόμενο του έρωτα. Γιατί το πένθος του ανεκπλήρωτου έρωτα δεν αφορά μόνο το πρόσωπο με το οποίο δεν συναντηθήκατε ποτέ, αλλά την εκδοχή μιας ζωής που παρέμεινε αβίωτη. Γιατί κάθε έρωτας που δεν γεννήθηκε, συμπαρασύρει μαζί του και έναν κόσμο που δεν επιλέχθηκε. Συμπαρασύρει, επίσης, επιλογές που δεν έγιναν, εκδοχές που δεν ξετυλίχθηκαν, εαυτούς που δεν απέκτησαν μορφή. Μέσα στη σιωπή αυτού του πένθους, δεν θρηνείτε μόνο η απουσία μιας σχέσης, αλλά και η σκιά μιας ζωής που θα μπορούσε να ήταν δική σου, αλλά δεν υπήρξε ποτέ.

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2021

Ο έρωτας είναι προπάντων επαλήθευση της μοναξιάς μας

 

Ο έρωτας μπορεί να σε στείλει στα ουράνια, αλλά και στα τάρταρα, είναι δηλαδή αναγεννητικός, αλλά και ματαιωτικός ταυτόχρονα. Μπορεί να πάρει τόσες μορφές, όσες και είναι και οι εκφάνσεις της ζωής. Μπορεί να μείνει ανεκπλήρωτος, να γιγαντωθεί ή και να ξεχαστεί ως φλόγα που έσβησε. Μπορεί να είναι στιγμιαίος, αλλά και διαρκής, μπορεί να μας κάνει γενναίους, αλλά και δειλούς, μπορεί να αναδείξει την καλύτερη ή και τη χειρότερη πλευρά του εαυτού μας.

Το μόνο σίγουρο είναι πως η ζωή κινείται διαρκώς από την δύναμή του και δίχως αυτόν θα ήταν υπαρξιακά κενή. Ο έρωτας είναι μια χοάνη αντιθέσεων που δημιουργούν μια αέναη κίνηση προς τα μπρος. Παραμένει επομένως ζωντανός όσο θρέφεται από τη διαρκή ορμή της αλλαγής που φέρει μέσα του.  Η αλλαγή είναι το μυστικό για να μην πεθάνει ο έρωτας και η αλλαγή θέλει δύο ανεξάρτητους συντρόφους, που ο ένας θα σέβεται και θα διαφυλάττει την αυτονομία του άλλου.

Ο έρωτας στις μέρες μας όμως συνήθως απλά ακολουθεί τις επιταγές της αγοράς, δηλαδή της ροπής προς την κατανάλωση που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο άνθρωπο. Η καταναλωτική συνείδηση του ανθρώπου έχει καταφέρει ούτως ή άλλως να σαρώσει και να εγκολπώσει πολλές από τις ενδοψυχικές του διεργασίες και να εγκιβωτισθεί μέσα της ο ρυθμός των διαπροσωπικών σχέσεων.

Από τη μία επομένως οι κοινωνικές συμβάσεις κι από την άλλη η εμπορευματοποίηση των ανθρώπινων σχέσεων μορφοποιήσαν τον έρωτα έξω από τις ανθρώπινες του διεργασίες, του αφαιρέσαν δηλαδή τις συγκινησιακές εκείνες ταυτίσεις που εξελισσόταν στο εσωτερικό γίγνεσθαι της ανθρώπινης συνείδησης.

Η αποπροσωποποίηση του έρωτα είναι κατά κάποιο τρόπο το σύμβολο της εποχής μας,  όμως οι εκφάνσεις του έρωτα δια μέσου της εμπορευματοποίησης υποτάσσουν το πρόσωπο στις επιταγές της «αγοράς» και το υποβαθμίζουν στην κοινοτυπία της.  

Αυτή η εργαλειοποίηση του έρωτα τον μετατρέπει σε προϊόν που όσο περισσότερο καταναλώνεται τόσο δημιουργεί μια ψευδαίσθηση ευφορίας - και λέω ψευδαίσθηση διότι η ευφορία κρύβεται στην «παραγωγή» του έρωτα κι όχι στην κατανάλωσή του.

Είναι βέβαια γεγονός πως ο σύγχρονος άνθρωπος έχει μια ροπή προς την ευκολία της κατανάλωσης και παρότι ζούμε στην εποχή της απομάγευσης, επιθυμεί να γίνονται όλα με έναν μαγικό τρόπο. Παύει δηλαδή ο άνθρωπος να αντιλαμβάνεται το μέγεθος των πραγμάτων και τα αξιώνει μόνο μέσα από την ανάγκη του να καταναλώνει προϊόντα, σχέσεις και ανθρώπους. Μια ακόρεστη ανάγκη που αποξενώνει τον άνθρωπο από τις σχέσεις του και τον απογυμνώνει από τις συναισθηματικές του συνδέσεις με τους άλλους. Ο άλλος γίνεται απλά εκείνος που θα ικανοποιήσει την επιθυμία και την ανάγκη για αγάπη, αποδοχή, πληρότητα, γίνεται δηλαδή ένα αντικείμενο προς εκμετάλλευση.  

Ο έρωτας όμως γεννιέται στο σταυροδρόμι των προσωπικών μας επιδιώξεων για αλλαγές, μας βρίσκει εκεί που μεγαλώνει η εσωτερική ανάγκη να αλλάξουμε φάση ζωής και να ορίσουμε διαφορετικά τα νοήματα της. Ας πούμε για πρώτη φορά στη ζωή του ανθρώπου -εκεί κάπου κοντά στην εφηβεία- ο έρωτας φαντάζει ως το μαγικό εισιτήριο για τον κόσμο των ενηλίκων, εκεί όπου φαντάζεται ο έφηβος πως θα «διοικεί» τον εαυτό του δίχως περιορισμούς και απαγορεύσεις. Γι’ αυτό και είναι τόσο ισχυρά τα συναισθήματα που έχουν οι ερωτευμένοι, επειδή συνδέονται με την πορεία προς την ολοκλήρωση και την αυτοπραγμάτωση.

Και κάπου εκεί έρχεται η σύγχυση των νοημάτων του, γιατί η παγίδα του έρωτα είναι πως δημιουργεί την εντύπωση πως ο «άλλος» θα σου δίνει αυτό που σου λείπει στην πορεία προς την αυτοσυνειδησία και την αυτοποίηση. Αυτός είναι κι ο λόγος που οι περισσότερες ερωτικές σχέσεις καταλήγουν σε σχέσεις οργής ή  δυσλειτουργούν, αναπαράγοντας μοτίβα σχέσεων που κουβαλούν οι σύντροφοι από το παρελθόν τους.

Χρειάζεται επομένως να κατανοούμε πως ο έρωτας λειτουργεί σαν μια υπενθύμιση όσων διαρκώς αναζητούμε στον εαυτό μας κι όσων αλλαγών έχουμε χρέος να κάνουμε στο διάβα της ζωής μας. Έρχεται δηλαδή να μας ανοίξει τα μάτια στην αλήθεια του εαυτού και των σχέσεων κι όχι να μας καθηλώσει στην υποκειμενικότητα των επιθυμιών μας. Είναι η ευκαιρία να δούμε τον εαυτό και τον κόσμο αλλιώς κι ως εκ τούτου αφού τον συναντήσουμε χρειάζεται να τον υπερβούμε, διότι μέσα από την υπέρβαση του έρωτα θα συναντήσουμε ατόφιο τον εαυτό μας και θα του επιτρέψουμε να εξελιχθεί μέσα από τη συνάντηση με τον άλλο.

Ο έρωτας έχει μέσα του τη δύναμη της ζωής και συστατικά της ύπαρξής μας. Είναι η προσωποποίηση της εσωτερικής πάλης των αντιθέτων που συνθέτουν το ανάγλυφο ψηφιδωτό του ανθρώπινου ψυχισμού. Ο έρωτας μέσα από την υποταγή του εγώ στον άλλο υποδεικνύει την τρωτότητα του ανθρώπου και επαληθεύει την μοναξιά του, δηλαδή το χρέος να πορευτεί με αυτοσυνειδησία προς την αυτοπραγμάτωση. Όπως λέει κι ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος

Νὰ σοῦ γλείψω τὰ χέρια, νὰ σοῦ γλείψω τὰ πόδια –

ἡ ἀγάπη κερδίζεται μὲ τὴν ὑποταγή.

Δὲν ξέρω πῶς ἀντιλαμβάνεσαι ἐσὺ τὸν ἔρωτα.

Δὲν εἶναι μόνο μούσκεμα χειλιῶν,

φυτέματα ἀγκαλιασμάτων στὶς μασχάλες,

συσκότιση παραπόνου,

παρηγοριὰ σπασμῶν.

Εἶναι προπάντων ἐπαλήθευση τῆς μοναξιᾶς μας,

ὅταν ἐπιχειροῦμε νὰ κουρνιάσουμε σὲ δυσκολοκατάχτητο κορμί.

 

Η πλάνη του έρωτα

Ο έρωτας έχει μια ελλειπτική τροχιά, όπως ο πλανήτης μας, πλανάτε σε μια τροχιά έλλειψης και συνεχούς ροής η οποία δημιουργεί τη βαρύτητα, τη έλξη δηλαδή προς το γήινο επίπεδο και σε μεταφορά την γείωση στο θάνατο ως υπαρξιακό δεδομένο της ζωής. Ο έρωτας δηλαδή παλεύει με τον θάνατο, είναι το αναγεννησιακό μας ελιξίριο γι’ αυτό και δημιουργεί την πλάνη της αιωνιότητας. Είναι μια πλάνη ο έρωτας, είναι η μοίρα μας, η μοίρα της επιθυμίας που όπως λέει ο Καραγάτσης σκοτώνει το αντικείμενό της, ώστε αυτή να διαιωνιστεί. Και ποτέ δεν είσαι έτοιμος για αυτόν διότι πάντα θα σε βρίσκει απροετοίμαστο, πάντα θα σε αιφνιδιάζει, διότι κυοφορεί μέσα του την ανάγκη για αλλαγή. Ο έρωτας ενέχει ένα αιφνιδιασμό τον οποίο δεν μπορούμε να διαχειριστούμε και πάντα είναι κατανοήσιμος στο βαθμό και στο μέγεθος που το αντέχουμε και το μπορούμε να τον κατανοήσουμε.

Εν τέλει ο έρωτας μας φέρνει ενώπιον της ικανότητάς μας να προσαρμοζόμαστε, να κατανοούμε το καινούργιο, να επεξεργαζόμαστε τις ήττες και το άγχος της επιλογής και διαρκώς μας σπρώχνει να ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας μέσα από την κατανόηση του άλλου.

Κι επειδή ο έρωτας ενέχει αυτή την ανακυκλική διάσταση μεταξύ ανύψωσης και πτώσης, η ματαίωση που προκαλεί οδηγεί μεν σε μια εσωτερική κατάρρευση, που αν της δώσουμε νόημα μπορεί να μετατραπεί σε γνώση.

Και η γνώση δεν είναι παρά πως ερωτεύσιμες είναι μόνο οι ελεύθερες ψυχές κι όχι εκείνες που αναζητούν να αγαπηθούν από ανάγκη.

 

 

 

 

Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2018

Έρως ανίκατε μάχαν



Έρωτα ανίκητε στη μάχη  Έρωτα, ανίκητε σε κάθε μάχη, συ που κυριαρχείς όπου κι αν πατήσεις, συ που ξενυχτάς τα κορίτσια με τα τρυφερά μάγουλα, που δρασκελάς πάν' από θάλασσες και τρυπώνεις στους κήπους, κανείς δε γλυτώνει από εσένα, μήτε Θεός μήτε θνητός. Όποιον αγγίξεις, τον επαλαβώνεις (ύμνος στον έρωτα, απόσπασμα από την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή).
Ο λόγος για τον έρωτα και η αφορμή ο εορτασμός του αγίου Βαλεντίνου, αλλά και η μεγάλη συχνότητα με την
 οποία με  επισκέπτονται  άνθρωποι που τους απασχολούν οι ερωτικές τους σχέσεις. Ξεκινώντας με μια πρώτη διαπίστωση, θα λέγαμε  πως είναι δύσκολο να δουλεύεις ψυχοθεραπευτικά με ερωτευμένους. Αυτό  γιατί η ψυχοθεραπεία είναι μια προσπάθεια αυτογνωσίας που απαιτεί μακροβούτια στον εσωτερικό μας εαυτό κι ο έρωτας είναι τόσο εμμονικά εστιασμένος στο πρόσωπο του άλλου που είναι σχεδόν αδύνατο να πείσεις έναν ερωτευμένο να πάρει το βλέμμα του από εκεί. Η μοναδική ρωγμή στην εν λόγω εμμονή δύναται να γίνει όταν η γοητεία του έρωτα δώσει τη θέση της στην ερωτική απογοήτευση.
Ο έρωτας είναι ένα δυνατό συναίσθημα, είναι στη φύση μας, είναι πηγή έμπνευσης και ζωής, κουβαλά μια αρχέγονη ορμή, η οποία μέσα από την εξέλιξη των πολιτισμών πήρε τρεις διαφορετικές μορφές, τον έρωτα που συνδέεται με την σεξουαλικότητα, τον ρομαντικό έρωτα και τη συναισθηματική εγγύτητα.
Τι είναι όμως ο έρωτας, μια εσωτερική διεργασία η οποία ενσαρκώνεται στο πρόσωπο του άλλου ή μια εξωτερική συνθήκη που μας βρίσκει σαν βέλος; Το αντικείμενο του πόθου είναι ένα και πάντα συγκεκριμένο ή είναι ο δικός μας πόθος που μπορεί να βρει αντανάκλαση σε διάφορα πρόσωπα, καταστάσεις ή/και ιδέες;
Ο έρωτας είναι μια διαρκής αναζήτηση του άλλου ως εαυτού, είναι ως εκ τούτου αντιφατικός, αμφίσημος και περικλείει μέσα του τα πάντα ή το τίποτα, είναι δηλαδή ταυτόχρονα άπειρος και μηδενικός. Στον έρωτα παραδίδεις τα κλειδιά του εαυτού σου στον άλλο, το εγώ συγχωνεύεται και ταυτόχρονα δραπετεύει από τα στενά όρια του σώματος. Όταν ερωτεύεσαι αλλάζει το σύμπαν γύρω σου, αλλάζεις οπτική, χαμογελάς, έχεις διάθεση, νιώθεις να σε διαπερνά μια αίσθηση ευφορίας. Ως ερωτευμένος αισθάνεσαι μια πληρότητα, ο έρωτας κατακλύζει το είναι σου, δεν χωρά τίποτα άλλο εκτός από το βλέμμα του άλλου. Ακόμη και σε βιολογικό επίπεδο αισθάνεσαι τις αλλαγές, φουσκώνουν τα στήθη, πετούν πεταλούδες στο στομάχι, γυαλίζει το μάτι, κ.α.
Ο ερωτευμένος φτάνει στο μέγιστο της υποκειμενικότητας, αγγίζει τα όρια της τρέλας ή ενός υπεράνθρωπου ψυχισμού. Αυτό που αισθάνεται είναι ένα κράμα επιθυμίας, φόβου και ηδονής που δημιουργεί ένα δικό του χρόνο, ο οποίος διαπερνά το παρόν και σταματά σε ένα συντελεσμένο μέλλοντα που αφήνει πάντα την αίσθηση του  ανικανοποίητου. Με άλλα λόγια, ο ερωτευμένος δεν χορταίνει, δεν του αρκεί ο χρόνος, τον διακατέχει μια διαρκή αίσθηση έλλειψης και προσμονής της συνάντησης με τον άλλο. Ο ερωτευμένος ζει μόνο για τον άλλο, χάνει τον εαυτό του μέσα σε μια γλυκιά περιδίνηση που μοιάζει λιγάκι με αυτή της ψύχωσης. Ο ερωτευμένος είναι «τρελός», ζει σε μια κατάσταση ασυνείδητου άγχους διάλυσης του Εγώ και συγχώνευσης με τον άλλο. Έχει, επομένως, και το άγχος του αποχωρισμού, γι’ αυτό και η ερωτική απογοήτευση μοιάζει πάντοτε να είναι ανυπέρβλητη.
Αντιλαμβανόμενοι την ορμή του έρωτα κατανοούμε πως αυτός κινείται τόσο σε συμβολικό και φαντασιακό όσο και σε πραγματικό επίπεδο. Ειδικότερα, είναι μια μαγική κατάσταση που αγγίζει ολόκληρο το είναι του ανθρώπου, τα ένστικτα, τις αισθήσεις, τα συναισθήματα, τον ψυχισμό, τη λογική και το σώμα του. Αφού, λοιπόν, είναι τόσο απόλυτος που μπορεί να μας κάνει να χάσουμε τον εαυτό μας, τι συμβαίνει και ερωτευόμαστε; Γιατί είναι τόσο σημαντικός ούτως ώστε να  ασχολούνται μαζί του και να τον εξυμνούν ποιητές, ζωγράφοι, φιλόσοφοι, ακόμη και επιστήμονες; Ίσως, διότι κουβαλάει ένα αίτημα αλλαγής, μας βγάζει από τη ρουτίνα, μας κινητοποιεί και ανοίγει το συναίσθημα στο «όλο», πέρα και έξω από το αντικείμενο του πόθου. Έχει, ταυτόχρονα, τη δύναμη της μεταμόρφωσης, την ιερότητα της τρέλας και βρίσκεται στον αντίποδα του θανάτου, άρα κουβαλάει τη δύναμη της ζωής και της εξέλιξης. Αποτελεί την αντανάκλαση αυτού που γυρεύουμε και το βρίσκουμε στον άλλο, τον αντικατοπτρισμό των ελλειμάτων μας στην εικόνα του. Για το λόγο αυτό τον συναντούμε συχνά στην εφηβεία και στην πρώτη νιότη, εκεί όπου η ταυτότητά μας είναι υπό διαμόρφωση οπότε ο άλλος αναλαμβάνει το ρόλο  μιας συνεχούς υπενθύμισης αυτού που μας λείπει. Ο έρωτας μπορεί, επομένως, να μας διδάξει την αλλαγή, αφού καθρεπτικά μας καταδεικνύει τις ελλείψεις μας. Στα μάτια του άλλου μπορούμε να βρούμε το επόμενο βήμα προς την εξέλιξη και την αυτοπραγμάτωσή μας. Αυτή ακριβώς είναι και η δύναμη του έρωτα, το να δημιουργεί μια κίνηση προς τα εμπρός και να δίνει ζωή.
Ο έρωτας έχει μεγάλη ένταση και μικρή διάρκεια, γιατί ουσιαστικά λειτουργεί ως δόλωμα για το μετασχηματισμό του εαυτού μας. Αποτελεί ένα στιγμιαίο κέντρισμα που  δημιουργεί συναισθήματα ευφορίας. Είναι σα να φυσάει ένα αεράκι γλυκό και δροσερό αλλά αυτό το αεράκι είναι το προοίμιο μιας αλλαγής. Περιλαμβάνει μια διαρκή αναζήτηση, σαν ένα διαρκές ερωτηματικό που εκκινεί τις δυνάμεις της ψυχής. Πίσω από την εξιδανίκευση του έρωτα υπάρχει ο πόθος για αυτοπραγμάτωση και η διαδρομή προς την εσωτερική αναζήτηση του άλλου μας μισού εαυτού. Ο αληθινός έρωτας κρύβει, θα λέγαμε, την προτροπή «γίνε το άλλο σου μισό». Υπό αυτή την έννοια ο έρωτας μας ξεγελά, γιατί αυτός είναι που ξεγελά, όχι ο άλλος, οδηγώντας μας μέσα από την ευφορία στο δύσκολο δρόμο της αυτοπραγμάτωσης. Ειδάλλως, ο διαρκής έρωτας, αυτός που ψάχνει συνεχώς να ολοκληρωθεί μέσα από τον άλλο, μας αφήνει μισούς και εξαρτημένους από το αντικείμενο του πόθου.
Αχ έρωτα!!!