Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψυχολογία ομάδων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψυχολογία ομάδων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Ιουλίου 2017

Η δύναμη της ομάδας


«Άμα άνθρωπος άμα και ομάς»
‘Σωκράτης’

Και κάπου εδώ τελείωσε το survivor… Αναρωτόμενος τι είναι αυτό που έκανε τόσο δημοφιλή αυτό το τηλε-παιχνίδι επιβίωσης σκέφτηκα πόση δύναμη έχει η «ομάδα». Το ίδιο υποστηρίζουν και οι πρωταγωνιστές του παιχνιδιού, οι οποίοι μιλούν για την εμπειρία τους με φράσεις όπως, «το survivor με άλλαξε ως άνθρωπο, ήταν η καλύτερη εμπειρία που έχω ζήσει στην ζωή μου, κλπ”.
Θυμήθηκα ένα άλλο τηλεοπτικό προϊόν, τη σειρά του Καπουτζίδη “Στο παρά πέντε”, η οποία είχε κάνει επίσης μεγάλη αίσθηση και την ανάλογη τηλεθέαση στο ελληνικό κοινό. Ποια ομοιότητα έχει με το survivor; μα την δύναμη της ομάδας. Στο παρά πέντε ο σεναριογράφος είχε καταφέρει να συνδυάσει την διαφορετικότητα των χαρακτήρων σε μια δυναμική ομάδα, με χαρακτηριστικά αποδοχής και νοιαξίματος. Είχε δε προσδώσει στην ομάδα ένα κοινό παρελθόν (το αεροπορικό δυστύχημα) και ένα κοινό σκοπό που τους ένωνε στο από δω και πέρα. Και οι πέντε πρωταγωνιστές βγήκαν διαφορετικοί από αυτοί τους την εμπειρία, πιο ώριμοι και πιο συντροφευμένοι. Στο survivor αντίστοιχα μια ομάδα ανομοιογενών και άγνωστων ως εκείνη την ώρα ανθρώπων συμβιώνει κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες και προσπαθεί να “επιβιώσει” ως ομάδα με στόχο την νίκη και την επικράτηση έναντι της άλλης ομάδας. Δημιουργούνται συνθήκες ανταγωνισμού, συγκρούσεις, συνθέσεις, εξομολογήσεις, συναισθήματα. Οι συμμετέχοντες νιώθουν “ομάδα”, μοιράζονται, απαιτούν, μαθαίνουν και βγαίνουν διαφορετικοί από αυτή τους την εμπειρία. Είναι σαν οι ομάδες που δημιουργούν τόσο στενούς δεσμούς να λειτουργούν ως κολυμβήθρες. Νοηματοδοτούν τη ζωή μας διαφορετικά, και συμβολικά μας αλλάζουν ακόμη και τα ονόματα: Ντάνος, Χρανιόλας, Πρώην μισθοφόρος, κλπ.
Οι σύγχρονοι άνθρωποι βλέπουμε με μανία τέτοιου είδους θεάματα γιατί με έναν τρόπο αναπληρώνουν το χαμένο αίσθημα του ανήκειν. Κλεισμένοι στον εαυτό μας και μη δημιουργώντας ισχυρούς δεσμούς αρεσκόμαστε να βλέπουμε από την κλειδαρότρυπα της tv τους άλλους να παλεύουν στο πλαίσιο μιας συλλογικότητας για ένα σκοπό. Δεν είναι τυχαίο που η παραγωγή του survivor επέλεξε να μην προβληθεί το παιχνίδι τα πρώτα χρόνια της κρίσης, όταν οι άνθρωποι προσπαθούσαν να δημιουργήσουν κάποιου είδους συλλογικότητες (κίνημα των αγανακτισμένων, κοινωνικά ιατρεία και εθελοντικά κινήματα), οι οποίες όμως κατέρρευσαν άδοξα, κάτω από τις συμπληγάδες πέτρες της ίδιας κρίσης που τις δημιούργησε. Ο άνθρωπος έχει επομένως ανάγκη να δημιουργεί και να ανήκει σε ομάδες, ακόμη κι όταν αυτές αποτυγχάνουν, διότι μόνο μέσα σε αυτές μπορεί να λέγεται άνθρωπος.

Ένας άγγλος ποιητής ο John Donne έγραφε στις αρχές του 17ου αιώνα, «Κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί, ακέριος μοναχός του». Ο άνθρωπος είναι συνυφασμένος με την έννοια της ομάδας και νιώθει ελεύθερος μόνο όταν ανήκει κάπου. Το που ανήκουμε και πως είναι βέβαια ένα θέμα. Ποιος είναι ο κύκλος των δικών μας ανθρώπων. Ο σημερινός έλληνας νιώθει δικούς του ανθρώπους κυρίως την οικογένειά του και τους φίλους του. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου πως η ελληνική οικογένεια και οι παρέες αποτελούν ακόμη και σήμερα το καταφύγιο που απευθύνεται κανείς στα ζόρια. Οι ομάδες των δικών μας ανθρώπων όμως δεν σταματούν εκεί, αλλά πλέον πέρνουν κι άλλες μορφές συλλογικότητας, ας, κλπ.﷽﷽χοθεραπελλογικότητας,  όπως εθελοντικές ομάδες, σωματεία, οργανώσεις, κόμματα, ομάδες υποστήριξης & ψυχοθεραπείας, κλπ.
Η συμμετοχή μας σε ομάδες «δικών μας ανθρώπων» είναι σημαντική για την ψυχοκοινωνική μας «επιβίωση». Μας προσφέρει την αίσθηση του ανήκειν, της σύνδεσης, της ασφάλειας και της οικειότητας. Οι ομάδες, με πρωταρχική αυτή της οικογένειάς μας, είναι ένα «σχολείο» μάθησης και επαναμάθησης νέων εμπειριών και ιδεών κι ένα ασφαλές μέρος να επεξεργαστούμε αυτές τις εμπειρίες για να παράξουμε νέα γνώση. Ο άνθρωπος μέσα στην ομάδα γίνεται πιο παραγωγικός και αποκτά νόημα το έργο και η δράση του. Εκεί μαθαίνει να υπάρχει και να συνυπάρχει ταυτόχρονα.
Η επίδραση της ομάδας στο άτομο είναι καθοριστική. Καθορίζει τις στάσεις και τις αξίες μας. Ενισχύει την έννοια της προσωπικής ευθύνης και την διαμόρφωση της αυτοεκτίμησης μας. Παίζει καθοριστικό ρόλο στην ψυχική και την σωματική μας υγεία. Η ομάδα όταν λειτουργεί με υγιή τρόπο ενέχει μια ευεργετική διάσταση, μας κάνει καλύτερους ανθρώπους. Ανακύπτει φυσικά το ερώτημα, ποιες είναι υγιής ομάδες και πως μπορούν να λειτουργήσουν ευεργετικά στον άνθρωπο. Η απάντηση έρχεται από το ίδιο το κοινό συναίσθημα των ανθρώπων –ειδικά των νέων- που απορίπτουν τις παραδοσιακές ομάδες (όπως τα κόμματα) και αναζητούν νέες μορφές συλλογικότητας, οι οποίες θα ενέχουν μέσα τους τα στοιχεία της δημιουργικότητας, της προόδου, της εξέλιξης. Τέτοιες ομάδες μπορεί να είναι μια start up επιχείρηση, μια εθελοντική ομάδα, ένα σωματείο ειδικού σκοπού, κ.α.
Μια τέτοια ομάδα είναι και μια ομάδα ψυχοθεραπείας. Σε αυτή δημιουργούνται όλες εκείνες οι προϋποθέσεις ο άνθρωπος να γνωρίσει τον εαυτό του και να εξελιχθεί. Είναι πολύ μεγάλη η έκθεση του ανθρώπου που αποφασίζει να μπεί σε ψυχοθεραπεία, και είναι πολύ μεγάλη η υπέρβαση που χρειάζεται να κάνει τόσο ο ίδιος όσο κι ο θεραπευτής του. Στην ψυχοθεραπευτική ομάδα δημιουργείται σταδιακά ένα περιβάλλον αποδοχής, πίεσης για αλλαγή, ενδιαφέροντος και μοιράσματος, που οδηγεί σε ένα βαθύ δεσμό μεταξύ των μελών της. Δημιουργείται ένας νέος κύκλος δικών μας ανθρώπων, με διαφορετικές αφετηρίες, αλλά με κοινό στόχο την προσωπική αλλαγή και την συντροφικότητα. Η επίτευξη αυτού του στόχου απαιτεί πολλές υπερβάσεις, συναισθηματικές αποκαλύψεις και ανατροπές, έχει πόνο, λύπη, ανακούφιση και χαρά. Αποτελεί ένα γόνιμο έδαφος για να γίνουμε όλοι λίγο καλύτεροι και να μπορούμε να λέμε: αυτή η εμπειρία μου άλλαξε τη ζωή.
Αν λειτούργησε «ευεργετικά» για τους συμμετέχοντες ένα παιχνίδι σαν το survivor (που έχει κι άλλες σκοπιμότητες), φανταστείτε πόσο θετικά μπορεί να λειτουργήσει στην ζωή μας μια ομάδα, μια συλλογικότητα, μια κοινότητα ανθρώπων με στενούς και υγιής δεσμούς…

ΥΓ: Οι παίχτες του survivor έχουν φυσικά να διαχειριστούν πολλά ακόμη συναισθήματα για να μην αποβεί μοιραία η εμπειρία τους στο παιχνίδι. Έχει να κάνει κυρίως με την διαχείριση της εικόνας τους από δω και πέρα, όπου το “παιχνίδι” δεν εξελίσσεται σε ένα απομονωμένο νησί στα πλαίσια μιας μικρής ομάδας, αλλά στα πλαίσια της διαχείρισης της δημοφιλίας που θα κουβαλούν στην πλάτη τους για αρκετό χρονικό διάστημα… Όσο για τους ήδη διάσημους, στο πως θα λειτουργήσουν στην συνέχεια της καριέρας τους, όχι ως παίχτες του survivor, αλλά μέσα κι από άλλους ρόλους.



Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

Ψυχολογία των ομάδων

Έχω την τιμή να δημοσιεύσω σήμερα την εισηγητική παρουσίαση που έκανα στην Λάρισα για ένα βιβλίο σταθμό στην κλινική κοινωνική ψυχολογία: το βιβλίο Ψυχολογία των ομάδων: Κλινική Ψυχοδυναμική Προσέγγιση, του Καθηγητή Ψυχολογίας της Επικοινωνίας, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, κου Κλήμη Ναυρίδη.

Ένα βιβλίο που μπορεί να αγκαλιάσει με τις ιδέες του, επιστήμη, ζωή και τέχνη (θεωρεῖν, πράττειν, ποιεῖν) και να βοηθήσει τον αναγνώστη στην άρση όλων των φαινομενικών αντιφάσεων που διατρέχουν την ύπαρξή του.
Μέσα από το κείμενο ο αναγνώστης γίνεται φορέας της ιδεολογίας του συγγραφέα, συνδιαλέγεται με τα διάφορα επίπεδα σκέψης του, το συγγραφικό, το  ψυχολογικό, του αναλυτή ομάδας, του ακαδημαϊκού και βιώνει με τον δικό του τρόπο, άρα μαθαίνει, από αυτά. Κοινωνεί τη συλλογικότητα, την κοινή μέθεξη, το πέρασμα από το ατομικό στο ομαδικό, και φτάνει να συνομιλήσει με τον εαυτό του.
Το βιβλίο, λοιπόν, έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό εκδοτικό κενό στον τομέα της ψυχολογίας των Ομάδων, στην Ελλάδα.
Είναι ένα κείμενο που είναι σύγχρονο και ενήμερο, μια που διαβάζοντάς το κανείς μαθαίνει για τις σημερινές εξελίξεις. Απευθύνεται σε νέους επαγγελματίες και εκπαιδευόμενους, αφορά, όμως, τους πάντες από τον ειδικό επιστήμονα ως το ευρύ ενημερωμένο κοινό. Τον ειδικό γιατί το βιβλίο καταφέρνει να σε βάλει σε μια διαλεκτική σχέση που γεννά καινούργια γνώση, (σε βάζει σε μια διαδικασία να ξαναμάθεις την επιστήμη σου) και το ευρύ κοινό γιατί δεν χρησιμοποιεί, μόνο, στενά ψυχαναλυτικούς όρους.
Παρουσιάζει με εύγλωττο τρόπο τη διαδρομή των διαφόρων θεωριών και δένει αρμονικά το σήμερα με το χθες, εξηγώντας πως φτάσαμε στο σημερινό σκέπτεσθαι. Οι προσεγγίσεις που παρουσιάζονται τέμνονται και δεν αντιπαρατίθενται. Είναι συλλεγμένες με κριτικό τρόπο χωρίς να υιοθετούνται ή να απορρίπτονται άκοπα, οδηγώντας σε έναν επιστημονικό πλουραλισμό και σε έναν αναστοχασμό πάνω σε αυτές.
Επίσης, διαπραγματεύεται το θέμα όχι με ένα παγιωμένο τρόπο σαν να πρεσβεύει το βιβλίο την μόνη αλήθεια. Άντ’ αυτού προτείνει, συστήνει, πληροφορεί και παρακινεί τον αναγνώστη να αλληλεπιδράσει με το κείμενο. Σε αυτό βοηθάει ότι το κείμενο, όπως προανέφερα, είναι εύληπτο, κατανοητό και από τον μη ειδικό, ακόμη. Κατορθώνει έτσι να γίνει ευχάριστο και χρήσιμο, χωρίς όμως η απλότητά του να το κάνει απλοϊκό. Το βιβλίο δεν είναι, δηλαδή, μια απλή εισαγωγή, με την έννοια ότι κάποιος μη μυημένος μπορεί να το αξιολογήσει, ούτε είναι  κάποιο είδος τσελεμεντέ με τον οποίο κανείς μπορεί να διεξάγει, χωρίς άλλη εκπαίδευση, δουλειά με ομάδες. Το βιβλίο έχει την βαρύτητα ενός αξιόπιστου, επιστημονικά έγκυρου και έγκαιρου κειμένου. Αυτό που κυρίως διαφοροποιεί το βιβλίο αυτό, είναι η τόλμη του συγγραφέα να παρουσιάσει ένα πλούσιο υλικό από ομάδες. Έχει πολλές περιγραφές από συνεδρίες, ομάδων εκπαίδευσης, συνυφαίνοντας με αρμονικό τρόπο τη θεωρία με την πράξη. Συνήθως, παρατηρούμε, στην ελληνική βιβλιογραφία, να δημοσιεύονται μόνο οι ιδέες των συγγραφέων για τα δεδομένα της κλινικής τους πράξης. Εδώ έχουμε την πολυτέλεια και την χαρά να μπούμε σε ένα νοητό διάλογο με τα δεδομένα αυτά και τον συγγραφέα που τα ποιεί.
Τέλος, ξέρουμε ότι η θεραπεία καθώς και η εκπαίδευση εξαρτούνται από το πλαίσιο στο οποίο γίνονται. Γι’ αυτό, είναι απαραίτητο, να έχουμε μια ελληνική έκφραση, στα ζητήματα των ομάδων, όπως και την έχουμε με αυτό το βιβλίο.
Το πλαίσιο αναδύεται ως σημαντικός παράγοντας στο κείμενο και θα σταθώ λίγο παραπάνω σε αυτήν την έννοια.
Η έννοια του πλαισίου δεν είναι ένα επιστημονικό κατασκεύασμα, είναι μια φυσική ανθρώπινη διαδικασία. Διέπεται από δύο πόλους τόσο κοντινούς, όσο και μακρινούς: από το συγκεκριμένο (δηλαδή την επιβίωση) ως το άπειρο (δηλαδή την εξέλιξη). Όπως λέει ο Καρυωτάκης «με το μηδέν και το άπειρο πρέπει να συμφιλιωθούμε». Για να μπορέσει ο άνθρωπος να συγκλίνει αυτές τις δύο έννοιες είχε ανάγκη από διαμεσολαβήσεις (θρησκεία, τέχνη, επιστήμη, μεταφυσική, κτλ) και όλες γύρω από τον άξονα της ομαδικότητας – δεν θα μπορούσε, δηλαδή, ο άνθρωπος μόνος του να τις κάνει.
Για να εξελίσσεται ο άνθρωπος χρειάζεται να επεξεργάζεται τα εξωτερικά ερεθίσματα και για να το κάνει αυτό χρειάζεται ένα πλαίσιο. Ας πούμε ο πόνος και η δυσκολία χρειάζονται ένα πλαίσιο για να γίνουν μεγάλωμα.
Τι πλαίσιο είναι αυτό που προάγει το μεγάλωμα εδώ; Είναι μια μικρή ανθρώπινη ομάδα που επεξεργάζεται τις πληροφορίες και λειτουργεί με την αξία της συνεργασίας (5+_2). Η μικρή ανθρώπινη ομάδα είναι κύτταρο, δεν νοείται ανάπτυξη δίχως αυτή. Και είναι ιδιαίτερα επιβεβλημένη σήμερα όπου παρατηρείται μια κατάργηση των ενδιάμεσων κρίκων, στα διαδοχικά συστήματα αναζήτησης βοήθειας. Έτσι ο στόχος της θεραπείας, της εκπαίδευσης, της πρόληψης –και όχι μόνο- είναι η επαναφορά αυτής της σφικτής ραχοκοκαλιάς, της μικρής ομάδας, μέσα στην οποία αντί για λύσεις και αποδείξεις, προτείνουμε ένα πλαίσιο:
a.       εσωτερικού διαλόγου του κάθε μέλους
b.       διαλόγου ανάμεσα στα μέλη
c.       διαλόγου ανάμεσα σε όλα τα συμμετέχοντα συστήματα
και αυτά έτσι ώστε να ενεργοποιούνται ισόμορφες διεργασίες σε πολλαπλά επίπεδα και ομάδες.
Έχει αξία, όμως, να σταθούμε στην σύγχρονη γενεαλογία της σημασίας και αναγκαιότητας της μικρής ομάδας, και να το κάνουμε παράλληλα με το πλαίσιο στο οποίο γαλουχήθηκε τα πρώτα του χρόνια το συγγραφέας στα ζητήματα της ομάδας
Η περίοδος που βρέθηκε ο συγγραφέας στη Γαλλία, μετά το Μάη του ’68, ήταν μια περίοδος όπου, ήδη, τα νεολαιίστικα κινήματα στα πλαίσια της πολιτιστικής επανάστασης προώθησαν το αίτημα της αυτοπραγμάτωσης….. Η αναζήτηση μιας γνήσιας και αυθεντικής ατομικότητας που θα μπορούσε να πραγματωθεί πέρα και έξω από τους θεσμούς υπήρξε η βαθιά και έντονη φαντασίωση που ενέπνευσε ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας. Η δεκαετία του ’60 αποθέωσε τις ιδέες της ελευθερίας, της αυτονομίας, της δημιουργικότητας και της ατομικότητας του ανθρώπου. Χωρίς να ανήκει στις προθέσεις των πρωταγωνιστών της η πολιτιστική επανάσταση, καθώς υπέβαλλε τα πάντα σε αμφισβήτηση προκαλούσε ένα τεράστιο κύμα σχετικότητας που σάρωνε εκ βάθρων τα θεμέλια της κοινωνίας. Η κριτική που συνόδευε το σχέδιο αλλαγής του κόσμου συμπορεύτηκε με τη σχετικοποίηση των κοινωνικών νόμων, των ηθικών αντιλήψεων, των κυρίαρχων αισθητικών κριτηρίων.
Το αίσθημα όμως του κενού, της αβεβαιότητας, της ανασφάλειας, που παράγεται από την κουλτούρα της αμφισβήτησης και της κριτικής, συμπαρέσυρε όλους εκείνους οι οποίοι, επηρεασμένοι από τις νέες ιδέες, βίωναν τις συνέπειες της αλλαγής στην καθημερινή τους ζωή. Στις επόμενες δεκαετίες γινόταν φανερό ότι τα πρότυπα συμπεριφοράς και οι παραδοσιακές αξίες της οικογένειας είχαν υπονομευθεί, ενώ συγχρόνως είχε αποδυναμωθεί η ισχύς και η γοητεία των μεγάλων συλλογικών ιδεολογιών και βεβαιοτήτων του Διαφωτισμού.
Καμιά αυθεντία – ο Θεός, η παράδοση, η οικογένεια, το κόμμα, η ιδεολογία, η επιστήμη – δεν μπορούσε πλέον να εγγυηθεί μια οριστική απάντηση στο ερώτημα της ταυτότητας με τρόπο σίγουρο και αδιαφιλονίκητο. Όλες οι απαντήσεις είχαν καταστεί σχετικές. Σχετικό επίσης κατέστη το νόημα της ύπαρξης, αφού η ζωή, μετά την κατάδειξη της νοηματοδοτικής δράσης του κοινωνικού υποκειμένου, δεν είχε πλέον κανένα εγγενές νόημα. Αν η ύπαρξη θεωρείται αυτοδημιούργημα, ποίηση, τότε η μόνη αυθεντία που μπορεί να τη νοηματοδοτήσει είναι ο ίδιος ο άνθρωπος.
Αν και είχε τεθεί, λοιπόν, μέσα σε μια ατμόσφαιρα προμηθεϊκού ενθουσιασμού, στις επόμενες δεκαετίες το ερώτημα «Ποιος είμαι» άρχισε να γίνεται βασανιστικό, ένα νέο είδος καταναγκασμού. Όσο ειρωνικό και αν ακούγεται η εποχή που έθεσε τους όρους για μια πρωτοφανή εξάπλωση του αιτήματος της αυτοπραγμάτωσης, μέσω της διαφυγής των ατόμων από τους άτεγκτους κοινωνικούς καθορισμούς, κατέληξε στις επόμενες δεκαετίες στην τεράστια ανάπτυξη της ψυχοθεραπείας. Από το ’60 και ύστερα, ξεκίνησαν συστηματικές αναζητήσεις περί της αυτοπραγμάτωσης στο πλαίσιο των εφαρμοσμένων επιστημών του ανθρώπου, της ψυχολογίας ειδικότερα, οι οποίες ανέλαβαν να την αντιμετωπίσουν ως καθημερινό, πρακτικό πρόβλημα, να προσδιορίσουν θετικά το περιεχόμενό της και να υποδείξουν τον θεραπευτικό θεσμό ως τον τόπο όπου το αντίστοιχο αίτημα μπορεί να επιτευχθεί.
Παράλληλα, τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι αποδίδονται στις δομές τις αστικής κοινωνίας, θεωρούνται τρόπο τινά προϊόντα της ακραίας αποξένωσης του ατόμου στην σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία. Καθώς η κριτική αφορά τους θεσμούς, όσοι αντιμετωπίζουν προβλήματα δεν περιθωριοποιούνται ούτε στιγματίζονται. Αλλάζει έτσι η θέαση της ψυχικής ασθένειας, των ατομικών δυσλειτουργιών και των δυσλειτουργιών στις σχέσεις.
Η προσφυγή, λοιπόν, στις μικρές ομάδες δεν αποτελεί ένα συμβάν στην ιστορία των σύγχρονων κοινωνιών, αλλά ανήκει σε μια δομή νοημάτων, συμβόλων, αξιών και πίστεων που επικαιροποιούνται και χρησιμοποιούνται επιλεκτικά στην εκάστοτε συγκυρία. Η αναφορά στην μικρή ομάδα ως ένα περιβάλλον στο οποίο μπορούν να θεραπευτούν τα προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας και, κυρίως, οι επιπτώσεις τους στη συμπεριφορά των κοινωνικών υποκειμένων διατρέχει την κοινωνική διαμαρτυρία του 19ου αιώνα, εγκολπώνεται την κριτική κατά της σύγχρονης μεγαλούπολης στις αρχές του 20ού, αναζωογονείται από τις εναλλακτικές ανησυχίες των κινημάτων του ’60 και τέλος ανανεώνεται από την θεραπευτική ή/και εκπαιδευτική δουλειά με μικρές ομάδες.
Η προσφυγή στις οικείες, μικρής κλίμακας μορφές κοινωνικότητας νοήθηκε ως αντίδοτο στον ατομικισμό, τον ανταγωνισμό και τον υλισμό της σύγχρονης κοινωνίας. Πέρα από την παράμετρο αυτή, η ρητορική της μικρής ομάδας περιείχε αιχμές κατά του επιστημονισμού, ο οποίος αναγορεύοντας τον ορθό λόγο και τη σύμβαση ως θεμέλιο των κοινωνικών σχέσεων, υπονόμευε και υποτιμούσε την σοφία των απλών ανθρώπων, την αξία του θρησκευτικού βιώματος, την αυθεντικότητα του συναισθήματος, την μοναδικότητα της εμπειρίας και την σημασία της παράδοσης.
Μέσα σε αυτό το γενικότερο κοινωνικοοικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό περιβάλλον μπορεί κανείς να κατανοήσει τη δημιουργία και την απήχηση μικρών ομάδων.
Τοποθετώντας, λοιπόν, το αντικείμενό της ψυχολογίας των ομάδων στο ευρύτερο πλαίσιο της μεταβιομηχανικής κοινωνίας όπου η παράδοση και οι συλλογικές ιδεολογίες της νεωτερικότητας έχουν χάσει την ισχύ τους ως ρυθμιστικών οδηγών του τρόπου ζωής, το βιβλίο επιχειρεί να φωτίσει τη διαδικασία μέσω της οποίας οι ιδέες, οι όροι και οι έννοιες στις οποίες θεμελιώνεται η ψυχοθεραπευτική, εκπαιδευτική, και όχι μόνο, δουλειά με μικρές ομάδες, τείνουν να καταστούν αδιαφιλονίκητο discours, κυρίαρχος τρόπος αντίληψης της κοινωνικής πραγματικότητας και του κοινωνικού υποκειμένου.
Και βέβαια όπως και να δει κανείς το ζήτημα των ομάδων
§    είτε, δηλαδή, ως αποτέλεσμα της ασυνείδητης επικοινωνίας ανάμεσα στα μέλη της (ψυχανάλυση)
§    είτε ως διατομική αλληλεπίδραση στο άμεσο ομαδικό παρόν και τα αποτελέσματά της (θεωρία συστημάτων)
§    είτε ως κοινωνικό θεσμό, μέσω του οποίου  εκπροσωπούνται κοινωνικοί ρόλοι και διαδικασίες ή εκφράζονται κοινωνικές αναπαραστάσεις και στερεότυπα (κοινωνιολογία)
σημασία έχει στην κλινική παρέμβαση να εμπεριέχονται όλα τα παραπάνω. Η σύνθεσή τους μας οδηγεί, όπως λέει ο συγγραφέας «στην κατανόηση της σημασίας του βιωματικού παράγοντα και του σύστοιχου βιωματικού χαρακτήρα του βιώματος», στην εσωτερική δηλαδή διεργασία όπου το βίωμα μετατρέπεται σε γνώση.
Στο βιβλίο διαφαίνεται αυτή η συνθετική ικανότητα του συγγραφέα, ικανότητα που τον οδηγεί σε μια πιο ανθρώπινη και σχεσιακή διάσταση με την οποία, διαπραγματεύεται, εξηγεί και αντιμετωπίζει στο κείμενο και στην πράξη τις ομάδες και τους ανθρώπους της.
…Και παρότι ο ίδιος λέει ότι δεν εισαγάγει μια νέα θεωρία (μια δι-επιστημονική μετά-θεωρία των μικρών ομάδων), η κλινική του πράξη, έτσι όπως αποτυπώνεται στο βιβλίο, κάνει το πρώτο βήμα για την συγκρότηση της. Ελπίζουμε δε σε ένα μεταγενέστερο βιβλίο που να την αποτυπώνει.
Το ζήτημα των ομάδων είναι σημαντικό λοιπόν όσο και η ίδια η ύπαρξη. Περνώντας από την ευριπιδική αντίληψη, θα έλεγα το εξής : η γέννηση της ατομικής συνείδησης γέννησε τον θάνατο. Ο θάνατος γέννησε την συγκίνηση. Η συν-κίνηση γέννησε την ομάδα, την κοινωνία, τον πολιτισμό, την τέχνη.
Συγκίνηση είναι αυτό που προκαλεί το συγκεκριμένο βιβλίο, η συγκίνηση είναι το εργαλείο δουλειάς του συντονιστή ομάδας, η συγκίνηση -και μέσα από αυτή η ομάδα- φαίνεται ότι είναι αυτή που οδηγεί στην κατάλυση της ατομικότητας, χωρίς αυτή να χάνεται, στην κατάρρευση, δηλαδή,  των τειχών που την περιφρουρούν αλλά και την ενταφιάζουν.
Ευχαριστώ και προσωπικά τον συγγραφέα για το σημαντικό του αυτό έργο!!!