Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2023

Έγκλημα και κοινωνία

Η ελληνική κοινωνία παρουσιάζει σχισματικές διαστάσεις και δημιουργεί κενά στο συλλογικό δεσμό μέσα στα οποία εκφύουν διάφορα παρασιτικά φαινόμενα. Το ηθικό μας πλαίσιο έχει ρωγμές, έχει σχετικοποιηθεί και αναπτύσσεται με αντικρουόμενα στοιχεία. Το καλό και το κακό έχουν τόσες πολλές αναγνώσεις που έχει εξατμισθεί εντελώς η ουσία τους. Το ίδιο σχετικοποιημένη παρουσιάζεται και η διαδικασία της κοινωνικοποίησης, δηλαδή οι διεργασίες μεγαλώματος των παιδιών κι άρα η ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον.

Προκειμένου να συνειδητοποιήσουμε το βαθμό του κινδύνου που δημιουργούν οι ρωγμές στον κοινωνικό ιστό ας αναλογιστούμε τι είδους εγκλήματα συμβαίνουν στη χώρα μας. Διότι μεταξύ άλλων ένα ενδεικτικό στοιχείο για την κατανόηση της κουλτούρας κάθε κοινωνίας είναι και το «έγκλημα». Το κάθε έγκλημα, εκτός από τις προσωπικές συνιστώσες, φανερώνει τη γενικότερη κουλτούρα μιας κοινωνίας και αναδεικνύει τα προβλήματα κάθε εποχής. Στο χαρακτήρα κάθε εγκλήματος -και κατά συνέπεια του εγκληματία- καταγράφονται οι πολιτικές και ιδεολογικές συνιστώσες μιας κοινωνίας. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η κοινωνική, ηθική και νομική αντιμετώπιση του εγκλήματος, δηλαδή η μορφή της τιμωρίας του, η οποία  κινείται παράλληλα στο ποινικό και στο κοινωνικό-ψυχικό πεδίο.

Τα κίνητρα της εγκληματικής πράξης, οι οριακές καταστάσεις που το συνοδεύουν, καθώς και οι ψυχικές και κοινωνικές διεργασίες που συντελούνται ως τη διάπραξή του, εκβάλουν στις παρυφές του κοινωνικού πλαισίου κι αναδεικνύουν τις πυρηνικές διαστάσεις της κοινωνίας. Ένα από τα μείζονα ζητήματα που αναδεικνύουν τα εγκλήματα που συμβαίνουν στη σύγχρονη Ελλάδα είναι η ΦΤΩΧΕΙΑ. Εξάλλου τα περισσότερα είναι από «φτωχούς» ενάντια σε «φτωχούς». Να σημειώσω πως η έννοια της φτώχειας εμπεριέχει καταρχάς το απόλυτο μέγεθος της ταξικής θέσης και τάξης κι από κει και πέρα επιμερίζεται σε όλες τις ιδεολογικές, πνευματικές, ηθικές και ψυχικές της διαβαθμίσεις.

Στην κοινωνία μας εξελίσσεται αθόρυβα ένας «εμφύλιος φτωχών», όπως αποτυπώθηκε ανάλγητα στο έγκλημα του Πειραιά. Φτωχοί εναντίον φτωχών με τα νήματα του πολέμου να τα κινεί η άρχουσα τάξη. Και οι φτωχοί …φτωχαίνουν όλο και περισσότερο, οικονομικά, πνευματικά, ηθικά, ψυχικά.

Η βαρβαρότητα αυτού του κοινωνικού εμφυλίου έχει πολλές παραφυάδες, αναπτύσσεται σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα και …σε δόσεις μας σοκάρει σχεδόν καθημερινά. Παράλληλα με τη βαρβαρότητα στις σχέσεις αναπτύσσεται ένα άλλο υβριδικό, αλλά όχι καινούργιο, εργαλείο που λειτουργεί ως μοχλός χειραγώγησης, ο εκφασισμός ορισμένων πολιτών κι ο εκφασισμός της συμπεριφοράς σε πολλούς άλλους.

Και επιπλέον εντείνεται όλο και περισσότερο η ατομικότητα και η κοινωνική μοναξιά, που οδηγούν αμφότερες σε καταστάσεις ματαίωσης κι απόγνωσης. Ο καθένας μόνος του νιώθει αδύναμος να αντιδράσει και να δράσει διαφορετικά.

Φτωχοί όλης της χώρας ενωθείτε… η κοινωνία μάς χρειάζεται όλους. Ας μεταμορφώσουμε τις ρωγμές του κοινωνικού σώματος σε δίοδο για να περάσει μέσα το φως της ανθρωπιάς μας.

Μια από τις πρώτες ρωγμές στο κοινωνικό σώμα που χρειάζεται να διορθώσουμε είναι το λεγόμενο πελατειακό κράτος, ένα διαπλεκόμενο σύστημα που διασυνδέει με στρεβλώσεις τον πολίτη με το πολιτειακό σύστημα. Μια διαχρονική μάστιγα που από τη μια μας καθιστά συμμέτοχους κι από την άλλη βεβαίως συντηρεί και αναπαράγει τις υφιστάμενες κοινωνικές δομές και κρατά τη χώρα στην υπανάπτυξη. Το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα είναι η επόμενη μάστιγα, ένα σύστημα που το λυμαίνονται οι μεγαλο-εργολάβοι, οι εφοπλιστές, μια αστική τάξη που ενδιαφέρεται μόνο για την …περιφέρειά της κι ουδόλως λειτουργεί πατριωτικά. Ένα πολιτικό σύστημα που λειτουργεί ως αξιωματούχος της αστικής τάξης και βάζει το δάχτυλο στο μέλι με κάθε ευκαιρία. Κατά συνέπεια μια άλλη μάστιγα είναι ένα αδύναμο, ισχνό κράτος, ένα κράτος που δεν αναπτύσσεται, δεν λειτουργεί υπέρ των πολιτών, υπέρ της κοινωνικής ευημερίας. Ένα κράτος, έρμαιο κάθε κυβέρνησης, που αδυνατεί να συγκροτηθεί σε σώμα και να λειτουργεί αποτελεσματικά ανεξαρτήτως κυβερνητικών προθέσεων. Έχω κουραστεί ας πούμε να βλέπω υπουργούς, περιφερειάρχες και δημάρχους, να «συντονίζουν» επιχειρήσεις και να σεργιανούν πάνω από αποκαΐδια και πλημμυρισμένα τοπία για να μην τους χαρακτηρίσουμε ως αδιάφορους. Αυτό που χρειαζόμαστε κάθε φορά είναι το ΚΡΑΤΟΣ κι όχι τους πολιτικούς, τη λειτουργία των δομών και των θεσμών κι όχι των πολιτικών εκπροσώπων. Η δική τους δουλειά εξάλλου δεν είναι πάντα στο μέτωπο, αλλά κυρίως πίσω στον οραματισμό, στον σχεδιασμό και στην υλοποίηση των πολιτικών που θα κληθούν να εφαρμόσουν οι λειτουργοί του κράτους κι ολόκληρη η κοινωνία… Εξάλλου οι Έλληνες στο πεδίο της «μάχης» ανταποκρινόμαστε με μια αξιοσημείωτη παλικαριά, με σθένος κι αυτοθυσία, με φιλότιμο κι ενσυναίσθηση, όπως συμβαίνει όλο αυτό το διάστημα με όσους συμμετέχουν στις πυροσβέσεις, στις επιχειρήσεις απεγκλωβισμού, αλλά και στις κάθε λογής καθημερινές πράξεις υπευθυνότητας κι αλληλεγγύης.

Το φιλότιμο όμως και η υπερπροσπάθεια δεν επαρκούν κι όλες οι παραπάνω ρωγμές μας καθιστούν ανίκανους να οραματιστούμε μια καλύτερη κοινωνία, μια κοινωνία που θα οικοδομήσει όλες τις υποδομές που χρειάζεται για να αναπτυχθεί, σε υλικό, κοινωνικό, πνευματικό και ψυχικό επίπεδο.

Σαφώς οι παραπάνω σκέψεις δεν έχουν καταγγελτικό ύφος και δεν αφορίζουν συλλήβδην το κοινωνικό σώμα. Απευθύνομαι ωστόσο στις υγιείς δυνάμεις του τόπου, σε όσους έχουν τη δύναμη να συμπορευτούμε σε ένα διαρκή αγώνα αυτός ο τόπος να θέσει τις βάσεις για να γίνει καλύτερος, να προκόψει και να προοδεύσει με γνώμονα την δικαιοσύνη, την ισονομία, την αλληλεγγύη, τον Άνθρωπο. Να σταματήσουμε τον εμφύλιο στις τάξεις των «φτωχών» και να δούμε τα πραγματικά μας προβλήματα κατάματα. Και κυρίως να συνειδητοποιήσουμε πως μόνο ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ μπορούμε να τα καταφέρουμε… ειδάλλως ο επόμενος Αντώνης θα είναι κάποιος από μας.

Κυριακή 19 Μαρτίου 2023

Τέμπη: τα νανουρίσματα που έγιναν μοιρολόγια - Το συλλογικό τραύμα και το συλλογικό πένθος που προκάλεσε η τραγωδία

Τέμπη: τα νανουρίσματα που έγιναν μοιρολόγια

Το συλλογικό τραύμα και το συλλογικό πένθος που προκάλεσε η τραγωδία[1]


[1] Το παρόν κείμενο στηρίχθηκε στην προφορική ανακοίνωση μου σε διαδικτυακή εκδήλωση με θέμα «Συλλογικό τραύμα, αποθέματα και φωνές αντίστασης» που διοργάνωσαν οι ΣΥΝΗΧΗΣΕΙΣ στις 12 Μαρτίου 2023. 

            Ο ανθρώπινος πόνος δεν έχει σύνορα, δεν έχει ιδεολογικό υπόστρωμα, δεν καθορίζεται από κοινωνικές επιταγές και σίγουρα δεν προσαρμόζεται στα τηλεοπτικά καλούπια. Έχει υπόσταση από μόνος του, εισχωρεί μέσα μας και μας καθορίζει με τρόπο ανάλογο του μεγέθους του. Ο συλλογικός πόνος το ίδιο, μας διαπερνά εξίσου έντονα, συνειδητά ή ασυνείδητα. Ανοίγει πληγές κι αφήνει σημάδια. Άλλους τους παγώνει, τους ακινητοποιεί, τους κάνει να νιώθουν ανήμποροι κι ως εκ τούτου τους θυμώνει και τους καταθλίβει και άλλους τους ωθεί μέσα από το σκοτάδι τους να αναζητήσουν τελικά το φως.

Οι πληγές των ανθρώπων μοιάζουν με μια χαραμάδα, ένα άνοιγμα -μικρό ή μεγάλο- στις σάρκες της ψυχής. Με μια ρωγμή που χρειάζεται την φροντίδα μας και την φροντίδα των συνανθρώπων μας. Αυτή η φροντίδα μπορεί να αποτελέσει και το φως που μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να υπερβεί τον πόνο. Έτσι μέσα και μετά το πένθος, ως προσωπικό βίωμα του πόνου, το μεγάλο βήμα είναι η δημιουργία συλλογικής συνείδησης. Μια αρμονική συνύπαρξη με τους άλλους ανθρώπους, η οποία καλύπτει το αίσθημα της ανυπαρξίας και δίνει συνοχή στο νόημα της ζωής.

Επιπλέον το κοινό νόημα προφυλάσσει από τον κίνδυνο της κυριαρχίας μίας στείρας οργής για ό,τι προκάλεσε τον πόνο, μιας οργής που προέρχεται από το αίσθημα αδικίας. Απεναντίας οδηγεί στη μετατροπή της σε μια δυνατή συλλογικότητα ικανής να μπορεί να ανατρέψει τις πηγές του πόνου.

Μέσω της ανάπτυξης συλλογικής συνείδησης μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο με ξεκάθαρα αιτήματα. Έτσι, μετά το θρήνο και τη διαμαρτυρία, πρέπει να αναρωτηθούμε τελικά, τί θέλουμε, ποια Ελλάδα θέλουμε, ποιον κόσμο θέλουμε για τα παιδιά μας. Αλλά και πόσο υπεύθυνοι είμαστε οι ίδιοι για όλα αυτά, πόσο ο εφησυχασμός πέρασε μέσα στην ψυχή μας. Πόσο η διαμορφωθείσα κατάσταση έχει παγιώσει έναν ατομισμό και μία εκχώρηση της ευθύνης αποκλειστικά στους άλλους, στους θεσμούς. Οφείλουμε πλέον μέσα από αυτό το δράμα να επαναπροσδιοριστούμε ως πολίτες. Για να αλλάξει η Ελλάδα πρέπει να αλλάξουμε εμείς…

Καθώς γράφω σκέφτομαι και καταθέτω κάποιες διαπιστώσεις:

1.               Η πρώτη επώδυνη διαπίστωση είναι ότι η δική μου γενιά, των σημερινών πενηντάρηδων, θα πληρώσει ένα βαρύ τίμημα για όλες τις κακοδαιμονίες και παθογένειες που στηρίξαμε ή ανεχθήκαμε. Θα δούμε τα παιδιά μας να υποφέρουν, να μην έχουν προοπτική, να φεύγουν μετανάστες, να πεθαίνουν…

2.               Ο θάνατος είναι ένα συγκλονιστικό γεγονός που στις μέρες μας έχει γίνει ταμπού. Ο βιολογικός θάνατος έχει συρρικνωθεί και εξοβελιστεί στους νοσοκομειακούς χώρους, μακριά από το οικείο περιβάλλον, σαν να είναι ασθένεια. Ακόμη κι αν γνωρίζουμε πως είναι σημαντικό να πεθαίνεις ανάμεσα σε δικούς σου ανθρώπους, η αγωνία για επιμήκυνση της ζωής, μας στερεί τελικά αυτό το δικαίωμα. Δεν μπορώ να φανταστώ επομένως πόσο τραγικό κι αδιανόητο είναι να πεθαίνεις νέος, με βίαιο τρόπο, ανυποψίαστος και μόνος μέσα σε ένα βαγόνι. Και δεν μπορώ να φανταστώ την συντριβή των δικών τους ανθρώπων που έχασαν το παιδί τους, την αδελφή τους και τον αδελφό τους, κοκ. Που όχι μόνο έχασαν τον άνθρωπό τους, αλλά χάθηκαν και τα ίχνη του, χάθηκε η σωματική του υπόσταση, αυτή που μας είναι αναγκαία για να αποχαιρετιστούμε. Το συζητούσαμε χθες σε μια εκπαιδευτική ομάδα υποψηφίων ψυχοθεραπευτών πως η ελληνική γλώσσα δεν έχει κάποια λέξη για τον γονιό που χάνει το παιδί του και ίσως η πιο κοντινή λέξη για να τον περιγράψει είναι το χαροκαμένος…

3.               Συνειδητοποιώ για ακόμη για ακόμη μια φορά το ελάχιστο της ψυχικής δυνατότητας που έχουμε να σταθούμε δίπλα στον ανθρώπινο πόνο. Δεν μπορεί τον ανθρώπινο πόνο να τον υποστηρίξει ένας ειδικός ψυχικής υγείας στα όρια ενός γραφείου. Είναι μια ψευδαίσθηση που δεν μας ακυρώνει γιατί φυσικά κι έχουμε να επιτελέσουμε ένα έργο σημαντικό αλλά ο ανθρώπινος πόνος, η δυστυχία, η τραγωδία δεν αφορούν τα γραφεία των ειδικών αλλά κυρίως τον δημόσιο διάλογο, το πως πενθούμε συλλογικά, το πως διεργαζόμαστε συλλογικά το πένθος, πως συμμετέχουμε κι εμείς ως θεραπευτές σε αυτό. Γιατί αν κι εμείς μείνουμε στο ό,τι επειδή είμαστε ειδικοί γνωρίζουμε και συμμετέχουμε στις διεργασίες του πένθους είμαστε  απλά σε λάθος δρόμο. Γιατί αυτό το βιώνουμε ως άνθρωποι κι όχι ως ειδικοί… «Ειδικοί» επομένως είναι όλοι κι όλοι μαζί μπορούμε να κάνουμε το πένθος και τον θρήνο μια γόνιμη νέα αρχή. Το πένθος θέλει ανθρώπους, ομάδες, κοινότητα και χρόνο…

4.               Βιώνουμε στην εποχή μας την διάρρηξη των σχέσεων. Των διαπροσωπικών, των συντροφικών, των οικογενειακών, των κοινωνικών. Και φυσικά την διάρρηξη των σχέσεων μεταξύ εξουσίας και λαού, μεταξύ θεσμών και πολιτών. Θα σταθώ λιγάκι παραπάνω στο τελευταίο καθώς μοιάζει πλέον η ρήξη μεταξύ των πολιτικών εκπροσώπων της οικονομικής ελίτ και του λαού να είναι απόλυτη, αλλά δυστυχώς όχι εύκολα κατανοητή από όλους. Τα κροκοδείλια δάκρυα το μαρτυρούν, οι ξεδιάντροπες δηλώσεις επίσης, η ξετσιπωσιά τους το ίδιο. Και φυσικά το μαρτυρούν οι καλογραμμένες -σε δεύτερο χρόνο- ομιλίες τους. Εκεί όπου αναδύεται το 4ο μου συμπέρασμα

5.               Πως έχουμε χάσει το νόημα των λέξεων. Ο πρωθυπουργός για παράδειγμα έβαλε στο χαρτί όλα όσα εμείς θέλουμε να πούμε, αλλά για αυτόν είναι λέξεις κενού περιεχομένου γιατί η δική του ευθύνη είναι αλλού. Οι λέξεις λοιπόν, όπως η ριμάδα η λέξη ευθύνη έχει χάσει πλήρως το νόημά της και περιφέρεται ανάξια μεταξύ ατομικής, συλλογικής, αντικειμενικής και δεν ξέρω γω ποιας άλλης κατεύθυνσης, μα πάντα πάνω στις ράγες της συγκάλυψης και της μη ανάληψής της.

6.               Στην Ελλάδα υπάρχει ένα έλλειμα λειτουργίας του κράτους, ως ενιαίας οντότητας. Η μορφή του κράτους είναι το κράτος-λάφυρο. Αυτό συμβαίνει κυρίως επειδή διαχρονικά, από συστάσεως του, το έχουμε εκχωρήσει στα κόμματα και στις κυβερνήσεις. Δεν πιστέψαμε ποτέ πως το κράτος μπορεί να λειτουργήσει ανεξάρτητα από αυτά, πως μπορεί να έχει μια άλλη δυναμική, άρα κι εμείς να συμμετέχουμε και να ελέγχουμε διαφορετικά την λειτουργία του. Και τέλος,

7.               Η παρακμή που βιώνουμε και τόσο επώδυνα αποτυπώθηκε στην τραγική σύγκρουση των τραίνων είναι προϊόν βαθιάς απορρύθμισης, οικονομικής, πολιτικής, πολιτισμικής και επιστημονικής.

Διανύουμε την δεύτερη δεκαετία μιας συνθήκης συνεχόμενων κρίσεων όπου κυριαρχούν πλείστα δυσλειτουργικά κοινωνικά φαινόμενα. Σε αυτό το κοινωνικό περιβάλλον, οι διακρίσεις, οι αποκλεισμοί, η εγκατάλειψη, η βία, ο θάνατος δεν είναι τυχαία γεγονότα, ούτε δυστυχώς περιστασιακά. Έχουν ένα ξεκάθαρο πολιτικό υπόβαθρο, δηλαδή ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό πλαίσιο, το οποίο γεννά αντίστοιχα επιμέρους κοινωνικά, οικονομικά, πολιτισμικά φαινόμενα. Αυτό σημαίνει πως οι ταξικές ανισότητες σε συνδυασμό με την διαφθορά της εξουσίας παράγουν στρεβλά φαινόμενα σε όλο το φάσμα της κοινωνίας και αυτό μας υποχρεώνει να συμβάλλουμε περισσότερο αποφασιστικά στην ανάδειξη των κατάλληλων θεωρητικών και ιδεολογικών εφοδίων για την ανατροπή των κοινωνικών παθογενειών και την αύξηση του δημοκρατικού ελέγχου των κυβερνήσεων από την βάση.  

Γι’ αυτό και είμαι ιδιαίτερα συγκινημένος με διάφορες πρωτοβουλίες που συνεπαίρνουν τον κόσμο σε μαζικές συγκεντρώσεις, με πρωτοβουλίες επιστημόνων που προσπαθούν να κατασκευάσουν τα αναγκαία θεωρητικά και ιδεολογικά στηρίγματα και με ένα σωρό άλλες δράσεις, διότι στις μέρες μας αυξάνεται το χρέος να τοποθετούμαστε δημοσίως και να δρούμε συλλογικά.

Αναρωτιέμαι, επίσης, σε μια περίοδο όπου το βέβαιο είναι πως οι ζωές μας συρρικνώνονται και γίνονται όλο και πιο αναλώσιμες τι άραγε έργο παράγουμε στο πεδίο της ψυχοθεραπείας κλεισμένοι μέσα στα ψυχοθεραπευτικά μας γραφεία, τι έργο  αποδίδουμε πίσω στην κοινωνία όταν επιχειρούμε μόνο ελιγμούς στα συναισθηματικά μονοπάτια της ψυχής του ανθρώπου; Χρειάζεται κι εμείς να αναρωτηθούμε για την δική μας χρησιμότητα και την δική μας συμμετοχή στον κοινό αγώνα για την ανατροπή ενός ιδεολογικού πλέγματος και μιας κουλτούρας που αρρωσταίνει το κοινωνικό σώμα  και παράγει φαινόμενα ατομικής ψυχικής απορρύθμισης.

Γιατί ποιος άλλος μπορεί να είναι ο ρόλος της εκάστοτε επιστήμης εάν όχι αυτός. Δηλαδή να αφυπνίζει τις συνειδήσεις των ανθρώπων, να τους τροφοδοτεί με νέες γνώσεις και να τους βοηθά να ανατροφοδοτούν το παρόν τους. Η  επιστήμη, μεταξύ αυτών και η ψυχοθεραπεία, είναι μια πολιτική πράξη.

Τώρα, ποιες είναι οι σκέψεις μου για το πως χρειάζεται να δράσουμε:

Εν μέσω πένθους, θρήνου και οργής χρειάζεται να μερέψουμε τον θυμό μας και να αυξήσουμε την ένταση της οργής προς τη σωστή κατεύθυνση. Βλέπετε πως ενώ η ελληνική κοινωνία συντάσσεται γρήγορα και στέκεται αλληλέγγυα σε κάθε πόνο, σε  κάθε οδυνηρό γεγονός ή συνθήκη, εξίσου γρήγορα διχάζεται και ακροβολίζεται σε μια ιδιότυπη εμφυλιακή σύγκρουση που την καθηλώνει σε γνώριμα σχήματα υποταγής.  

Από την περίοδο της πανδημικής κρίσης όπου επιχειρείτε με επιτυχία το σενάριο χειραγώγησης της κοινωνίας μέσω της ατομικής ευθύνης, άρα της αυτοσυμμόρφωσης και του κατακερματισμού της, έχουν αυξηθεί οι εκφάνσεις διχασμού και διαίρεσης των πολιτών και παράλληλα της ομογενοποίησής τους σε μια συγκεκριμένη μορφή. Οι Έλληνες πολίτες νιώθουν αποδυναμωμένοι, ενίοτε αναπαράγουν τις δυσλειτουργίες και τις παθογένειες του συστήματος κι όσοι νιώθουμε πως παράγουμε αντίσταση είμαστε συνεχώς με μια αγωνία για το πώς μπορούμε να δράσουμε.

Προσωπικά κι ύστερα από την εμπειρία της «συναισθηματικής εξέγερσης» του κινήματος που εντέχνως ονομάστηκε των «αγανακτισμένων» όπου επέτρεψα τον θυμό μου να κινείτε ανεξέλεγκτα ακόμη και σε λάθος κατευθύνσεις, τότε που ο πάνδημος θυμός  κυρίως κατάφερε να θρέψει σε συλλογικό επίπεδο τις συνθήκες να αναπτυχθούν φασιστικές νοοτροπίες, επιθυμώ να σταθώ πλέον με μια άλλη ωριμότητα και κυρίως να μην επιτρέψω, στο μέτρο του δυνατού- την διαίρεση μας. Όλοι εμείς που το Ε1 φτάνει ως ένα όριο, όλοι εμείς που βιώνουμε άμεσα -περισσότερο ή λιγότερο- τις άμεσες αρνητικές συνέπειες ενός διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος, είμαστε στην ίδια πλευρά. Ακόμη κι αν πιστεύουμε -στο πλαίσιο του πελατειακού συστήματος- πως ατομικά μπορεί να βγούμε κερδισμένοι, είναι πλέον τελείως ξεκάθαρο πως αυτή είναι η μεγαλύτερη πλάνη της μεταπολίτευσης στην Ελλάδα. Το ρουσφέτι, η αναξιοκρατία κι άλλες τέτοιες παθογένειες είναι το βασικό εργαλείο χειραγώγησης με καταστροφικές συνέπειες για την κοινωνία, το περιβάλλον, τον άνθρωπο, για όλα, πλην το κέρδος ορισμένων.

Ο πόνος μας ενώνει, ο θυμός μας διαιρεί, μας κομματιάζει –

τον θυμό μας επιχειρεί να αξιοποιήσει ένα καλά οργανωμένο σύστημα προπαγάνδας

 

Εδώ είναι το κλειδί. Εδώ που ο θυμός μεταφέρεται στον αδελφό, στον συνάνθρωπο, εδώ που ο θυμός εστιάζει σε λάθος λεπτομέρειες και διχάζει άσκοπα τους ανθρώπους: ιδιωτικοί υπάλληλοι εναντίον των δημοσίων, αγρότες εναντίον εμπόρων, ναυτεργατών εναντίων υπαλλήλων στον τουρισμό, δεξιοί εναντίον αριστερών, κ.ο.κ. Μια ολόκληρη χώρα όπου ο ένας στρέφεται κατά του άλλου, η μια επαγγελματική ομάδα στρέφεται εναντίον μιας άλλης. Και στο μεταξύ η οικονομική ελίτ θερίζει ανεμπόδιστα και η κερδοφορία τους έχει γίνει ταυτόσημη με την ανάπτυξη και την πρόοδο.

Από την άλλη εμείς σε κάθε καταστροφή, σε κάθε δύσκολη συνθήκη γενεαλογικά στεκόμαστε με γενναιότητα, με θάρρος, με αλληλεγγύη και αλτρουισμό. Σε πολλές δύσκολες ιστορικές περιόδους οι Έλληνες επέδειξαν το θάρρος της ύπαρξης και σταθήκαν γενναία δίνοντας ακόμη και την ζωή τους στον βωμό της ελευθερίας, της ισονομίας, της δικαιοσύνης, της αλήθειας. Πόσους ήρωες έχει η ιστορία μας και πόσους ήρωες έχει η καθημερινότητά μας;

Ύστερα όμως στην επόμενη φάση μας κατακλύζει ο θυμός, το δίκιο μας πιάνει από την μύτη κι από τον σβέρκο, γινόμαστε σκληροί, άπονοι, ταμπουρωνόμαστε στα δικά μας και βυθιζόμαστε στα ατομικά μας συμφέροντα. Και κάπου εκεί το συλλογικό καλό διαγκωνίζεται στην αδυναμία μας να συνθέσουμε έναν κοινό δρόμο για να το υπηρετήσουμε και συνθλίβεται στον εμφύλιο πόλεμο της προσωπικής μας δικαίωσης.  

Τότε στις αρχές των μνημονίων θυμάμαι πως ήμουν πολύ θυμωμένος κι αντιπαραθετικός. Σήμερα δεν τα βάζω με όσους έχουν διαφορετικές θέσεις ή αντιλήψεις γιατί κυρίως όλοι μαζί χρειάζεται να φτιάξουμε ένα υγιές και δυνατό σύστημα κοινωνικού ελέγχου, ώστε καμιά εξουσία να μην τολμά να σκέφτεται και να δρα αυθαίρετα. Αυτό για το οποίο χρειάζεται να αγωνιστούμε όλοι μαζί είναι ενάντια στην ασέβεια και την προδοσία της εξουσίας, μιας ελίτ που κυβερνά ξεδιάντροπα την χώρα, λυμαίνεται τον πλούτο της κι αφήνει πίσω της διαλυμένες ζωές. Ζωές που άλλοτε ζουν με δόσεις, όπως στην οικονομική κρίση, με τρόμο, όπως στην πανδημική κρίση και με φιλοδωρήματα τώρα στην μεταπανδημική εποχή του pass.

Ο αγώνας για να αλλάξουμε την Ελλάδα μας δεν αφορά βέβαια μόνο τον έλεγχο της ελίτ, αλλά κι ένα σωρό άλλες παθογένειες, οι οποίες συντηρούν κι αναπαράγουν αυτή την δύναμη της ελίτ. Θέλει πολύ δουλειά ακόμη για να ξαναγίνουμε ένας λαός του μόχθου, της δημιουργικότητας, της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης, δίχως να προσμένουμε το κακό για να το πετυχαίνουμε.

Ας αγωνιστούμε λοιπόν ενάντια καταρχάς στην ματαίωση και στην ενοχή, αλλά και στην τεράστια ανοχή μας στην φρίκη.

Κι όπως λέει η φίλη μου Κατερίνα Χλωροκώστα, το οφείλουμε στη μνήμη των παιδιών που δεν μπορέσαμε να προστατεύσουμε. Των παιδιών που χάσαμε, την ώρα που κοιμόμασταν βαθιά... Το οφείλουμε στα νανουρίσματα που έγιναν μοιρολόγια...

Ήμουν στην κηδεία ενός από τα παιδιά που χάσαμε, ο πόνος αβάσταχτος, οι γονείς, τα αδέλφια κεραυνοβολημένοι. Ο κόσμος βουβός, βουβός θρήνος και βουβή οργή. Όλοι θέλουν να ξεσκεπαστεί η αλήθεια και κυρίως να πληρώσουν επιτέλους όλοι όσοι έχουν τις πραγματικές ευθύνες με τις πράξεις ή τις παραλήψεις τους.

Όταν η τραγωδία έχει κάποιο γνωστό πρόσωπο δεν αλλάζει την οδύνη, έχει όμως κάτι πιο συγκλονιστικό, κι όσο πιο κοντά τόσο πιο επώδυνο. Έτσι πονεμένος κι οργισμένος σας μιλώ αυτή την στιγμή, συ μεριζόμενος για το λίγο της ψυχικής μου συμμετοχής, όπως και του καθενός από μας, απέναντι στο ρεαλισμό του πένθους των ίδιων των ανθρώπων που μετέχουν σε αυτό… αλλά και στην ψυχική οδύνη όσων τυχερών επέζησαν, αλλά κουβαλούν την φρίκη και την οδύνη στην ψυχή τους…και βεβαίως όσων βρέθηκαν στο σημείο της σύγκρουσης και στα νοσοκομεία της πόλης μου για να συνδράμουν…

Κι όσο δεν υπάρχουν λόγια για τον ανείπωτο θρήνο, τόσο μεγαλώνει η ορμή και το  σθένος μου σε ό,τι έχω ονομάσει αντίσταση. Αναγνωρίζω βεβαίως τα προσωπικά μου όρια, δεν αποδέχομαι όμως την ματαίωση και την ενοχή με την οποία επιχειρούν να μας διαποτίσουν και επιστρατεύω ακόμη και την επιστήμη που υπηρετώ, της ψυχοθεραπείας στο πεδίο της κλινικής της εφαρμογής, σε αυτή την κατεύθυνση, στην κατεύθυνση της αντίστασης… 

Εν κατακλείδι, είμαστε ιστορικά στην εποχή που δεν έχουν ωριμάσει οι αλλαγές στα ιδεολογικά σχήματα και στις οριστικές ανατροπές στις μορφές κοινωνικής συγκρότησης. Η ρεαλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας επιτάσσει την αύξηση του κοινωνικού ελέγχου από όλους εμάς ώστε οι εκάστοτε εξουσίες να τον νιώθουν στο μέγιστο δυνατό στο πετσί τους. Δεν εκχωρούμε την ευθύνη για τις ζωές μας σε κανένα, παίρνουμε στα χέρια μας τον κοινωνικό έλεγχο…

Για να γίνει η επανάσταση πρέπει πρώτα να μπει η ιδέα, πρέπει να ξέρουμε τι πολεμάμε, θέλουμε απλά να διώξουμε αυτή την κυβέρνηση; Ε, και! Θα φύγει αυτή, θα έρθει μια άλλη. Τι θέλουμε επομένως να αλλάξουμε; Χρειάζεται ένας διάλογος εσωτερικός κι ένας διάλογος με τους άλλους, για να καθορίσουμε τι θέλουμε ώστε να μπορούμε να αγωνιστούμε για αυτό. Εμείς λοιπόν θα αλλάξουμε τον κόσμο, γιατί η αλλαγή έρχεται μέσα από την συνειδητοποίηση, από την αντοχή στην ματαίωση και την αξιοποίησή του θυμού ώστε να βάλουμε την οργή στα σωστά κανάλια.

Εμείς είμαστε η αλλαγή που ονειρευόμαστε… Εξάλλου η επανάσταση πριν γίνει θα είναι συμβολική.

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2022

Η Κιβωτός του κόσμου … έγειρε


Χρειάζεται να προσεγγίσουμε το ζήτημα της κιβωτού του κόσμου με αρκετή σύνεση, δίχως κραυγές, δίχως βέβαια διάθεση κουκουλώματος, αλλά και δίχως διάθεση να το ξεχειλώσουμε φτάνοντας σε λεκτικές βαρβαρότητες, οι οποίες συχνά βαδίζουν παράλληλα με την βαρβαρότητα των πράξεων που καταγγέλλουμε.

Καταρχάς θέλω να κάνω μια διευκρίνιση: το θέμα που αναδεικνύεται επιβάλλεται να το δούμε αφενός υπό την οπτική της συνολικής εικόνας των θεσμών του ελληνικού κράτους για την παιδική προστασία και να αναλύσουμε πως λειτουργούν σε αυτό οι αντίστοιχες δομές. Αφετέρου να δούμε ξεχωριστά, πέρα δηλαδή από τις ωφέλειες και τις στρεβλώσεις του θεσμικού πλαισίου, την λειτουργία της δομής της κιβωτού του κόσμου, όχι μόνο υπό το πρίσμα των σημερινών καταγγελιών, τις οποίες βεβαίως οι αρμόδιοι φορείς χρειάζεται να ελέγξουν διεξοδικώς.

Το δικό μας θεσμικό πλαίσιο χαρακτηρίζεται από μια σχεδόν ανύπαρκτη κρατική πολιτική για την παιδική προστασία και παρά τις καλές προθέσεις αυτή έχει αφεθεί στην τύχη της και κυρίως έχει αφεθεί στα χέρια διαφόρων δομών ιδρυματικού χαρακτήρα. Οι δομές αυτές ξεπλένουν την αδυναμία της επίσημης κρατικής και κοινωνικής μέριμνας, ωστόσο η κυριαρχία τους στο πεδίο της παιδικής προστασίας τείνει σε ορισμένες περιπτώσεις να αποκτά ηγεμονικά και σχεδόν παρα-κρατικά χαρακτηριστικά (με την έννοια ότι το υποκαθιστούν). Αποκτούν δηλαδή ένα πρόσωπο «εγκυρότητας» που δεν χωρά αμφισβητήσεις, κριτικές και αξιολογήσεις, πόσο μάλλον σοβαρών ελέγχων και διαρκούς εποπτείας. Μπαίνουν στο απυρόβλητο κάτω από την σκέψη «δεν φτάνει που κάνουν την βρώμικη δουλειά, θα τους ελέγξουμε κι από πάνω». Ώσπου ξεσπά ένα σκάνδαλο ή μια καταγγελία για κάτι επιλήψιμο και τότε όλοι τρέχουμε και δεν φτάνουμε για το κακό που μας βρήκε. Και πρώτα και κύρια όλοι αυτοί οι «αγνών» προθέσεων δημοσιογραφίσκοι που αισθάνονται ότι έχουν την δύναμη να ανεβάζουν και να κατεβάζουν τους ανθρώπους σύμφωνα με τα δικά τους μυαλά.  

Το ζήτημα δεν είναι επομένως να βάλουμε στον στόχο την κιβωτό του κόσμου βάσει, σοβαρών μεν, αλλά αναπόδεικτων ακόμη καταγγελιών, όσο κι αν υπάρχει ένα κακό προηγούμενο που μας κάνει περισσότερο καχύποπτους ή τουλάχιστον ενεργοποιεί πιο άμεσα τα αντανακλαστικά μας: είμαστε μια κοινωνία σε αναστάτωση με όσα συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό τόσο εδώ όσο και αλλού στον κόσμο. Η περίπτωση της 12χρονης στην Αθήνα αποδεικνύει με κρότο, τόσο την ανεπάρκεια ορισμένων οικογενειών να φροντίσουν τα παιδιά τους, όσο και την διάχυση της φαυλότητας των αξιών σε όλο το φάσμα της ελληνικής κοινωνίας, ακόμη και στις λεγόμενες «άριστες» και καλές οικογένειες, στους νοικοκυραίους με άλλα λόγια. Παράλληλα με όσα συμβαίνουν ο λογισμός μας είναι φορτισμένος και από τις αποκαλύψεις περιπτώσεων όπου ιερείς ασελγούσαν σε παιδιά, τόσο στην Ελλάδα, όσο κυρίως στο εξωτερικό.

Παρά ταύτα ο φακός χρειάζεται να εστιάσει, έστω κι έτσι -πάλι δηλαδή μέσω καταγγελιών- στο πλαίσιο της παιδικής προστασίας και να συζητήσουμε βάσει ρεαλιστικών στοιχείων και με όρους επιστημονικούς προς τα πού θέλουμε και μπορούμε να πάει θεσμικά η παιδική προστασία στην χώρα μας.

Το σύνθημα είναι κανένα παιδί σε ίδρυμα

Η ιδρυματική φροντίδα είναι από μόνη της κακοποιητική για τα παιδιά. Είναι δύσκολο για όλους εμάς να γνωρίζουμε πως λειτουργούν οι ιδρυματικές δομές, χρειάζεται όμως να αναρωτηθούμε εάν θα φανταζόμασταν τον εαυτό μας να ζει εκεί. Πόσο μάλλον να φανταστούμε την ζωή παιδιών που βρίσκονται εκεί μετά από επώδυνες περιπέτειες ορφάνιας, εγκατάλειψης ή ανεπάρκειας των βιολογικών γονέων τους.

Το ζήτημα επομένως που αναδύεται είναι τι είδους παιδική προστασία θέλουμε στην Ελλάδα, ποιο μοντέλο θα ακολουθήσουμε;

Το ιδρυματικό μοντέλο γνωρίζουμε κι από άλλες περιπτώσεις, όπως των ψυχικά ασθενών, ότι έχει στην Ελλάδα μια δημοφιλία. Παρά την από 20ετίας κατευθυντήρια οδηγία του ΟΗΕ για εξάλειψη των ιδρυμάτων για παιδιά, στην Ελλάδα τα παιδιά που χρειάζονται προστασία μεγαλώνουν ακόμη σε ιδρυματικού, δημόσιου, ιδιωτικού ή εκκλησιαστικού τύπου δομές. Δομές που από την φύση τους φέρουν αναχρονιστικά χαρακτηριστικά όπως η κατάργηση της υποκειμενικότητας στο όνομα της ομάδας, το αυστηρό τελετουργικό πρόγραμμα και η κοινωνική απομόνωση (εξ’ ου και ιδρυματικά-χάνουν δηλαδή την επαφή με την κοινωνία).

Και το παράδοξο είναι πως ενώ υπάρχει αρκετά μεγάλος αριθμός οικογενειών που αναζητούν παιδιά προς υιοθεσία (και ενώ παράλληλα έχουν αυξηθεί οι παράνομες, οι δια-φυλετικές και οι διακρατικές υιοθεσίες) πολλά παιδιά που είδαν το σκληρό πρόσωπο της κοινωνίας και της οικογένειας μέσα από διάφορες μορφές εγκατάλειψης και κακοποίησης καταλήγουν έρμαια ιδρυματικών πρακτικών. Ξανά-πληγώνονται δηλαδή, όπως υποστηρίζει και η παγκόσμια έκθεση των Ηνωμένων Εθνών για την βία κατά των παιδιών, η οποία με λίγα λόγια λέει πως τα παιδιά των ιδρυμάτων διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να υποστούν ή να ασκήσουν βία και να αναπτύξουν προβληματικές συμπεριφορές, καθώς και προβλήματα κοινωνικής ένταξης, όταν έρθει η ώρα να εγκαταλείψουν το ίδρυμα.

Γιατί λοιπόν τα παιδιά δίχως οικογένεια μεγαλώνουν σε ιδρύματα; τι συμβαίνει στην Ελλάδα και αυτός ο τρόπος παιδικής προστασίας έχει κυριαρχήσει απόλυτα, παρά την  παραδοχή πως η αναδοχή και η υιοθεσία λειτουργούν περισσότερο προστατευτικά;

Ενδεχομένως οι απαντήσεις να κρύβονται στην ίδια την δομή της οργανωμένης πολιτείας, αλλά και της ίδιας της κοινωνίας μας και πιο εξειδικευμένα στην κουλτούρα που διέπει τέτοιου είδους ζητήματα. Πόσο έτοιμη είμαστε, ας πούμε, ως κοινωνία να υπηρετήσουμε τις λύσεις της αναδοχής και της υιοθεσίας αυτών των στερεοτυπικά «δύσκολων» παιδιών. Από την άλλη βεβαίως χρειάζεται να αναζητήσουμε τις απαντήσεις ακολουθώντας την διαδρομή του χρήματος, δηλαδή στην διαχείριση των κληροδοτημάτων, στο κέρδος των παράνομων υιοθεσιών, στην ανάπτυξη ιδιωτικών συμφερόντων, κ.ο.κ. Τέλος να αναζητήσουμε τις απαντήσεις στην υφιστάμενη ροπή της ελληνικής κοινωνίας προς ιδρυματικού τύπου λύσεις σε διάφορα κοινωνικό-ψυχικά φαινόμενα, όπως οι ιδρυματικού τύπου δομές ψυχικής υγείας.

Η ευχή είναι τούτη η υπόθεση να ανοίξει τον δρόμο προς την ενίσχυση του θεσμού της αναδοχής και της υιοθεσίας ως ένα εναλλακτικό μέτρο παιδικής προστασίας. Και αν δεν βρεθούν ανάδοχες οικογένειες για όλα τα παιδιά τότε οι δομές θα πρέπει να είναι κρατικές ή στενά εποπτευόμενες από το κράτος, με επάρκεια πόρων, επάνδρωση με κατάλληλο προσωπικό και κυρίως δομές ανοιχτές στην κοινότητα. Η διασύνδεση με την κοινότητα είναι ένα δύσκολο αλλά αναγκαίο εγχείρημα για την υγιή ανάπτυξη αυτών των παιδιών, για παράδειγμα είναι σημαντικό να πετύχουμε τις συνθήκες εκείνες ώστε τα παιδιά που μεγαλώνουν σε μια δομή να πηγαίνουν στο δημόσιο σχολείο της γειτονιάς τους.

Και κάτι ακόμη, η αναδοχή όπως επισήμανα παραπάνω είναι μια σημαντική αλλά δύσκολη υπόθεση και η ελληνική κοινωνία μοιάζει ανέτοιμη να αναλάβει ένα τέτοιο φορτίο στις πλάτες της. Είναι λιγοστοί οι άνθρωποι που θα θελήσουν εγκάρδια να βάλουν στους κόλπους της οικογένειάς τους ένα λαβωμένο παιδί. Καμιά φορά σκέφτομαι πως ούτε ένα πληγωμένο ζωάκι δεν προτιμούμε, το θέλουμε κι αυτό γερό κι από κούνια. Και δεν μας αδικώ, η ζωή έγινε τόσο δύσκολη και περίπλοκη που ο καθένας από μας δεν θέλει άλλες σκοτούρες στο κεφάλι του. Χρειάζεται επομένως να αλλάξουν πολλά σε όλες τις παραμέτρους της κοινωνίας μας, πολιτειακές, πολιτισμικές, οικονομικές, ώστε να καταστούμε λιγάκι παραπάνω αλληλέγγυοι. Ως τότε η έννοια της φιλανθρωπίας θα παίρνει πάντα το πάνω χέρι, δεδομένου πως η αλληλεγγύη σιωπά.

Κάπου εκεί μπαίνει κι ο πατέρας Αντώνιος, ο οποίος έκανε αυτό που μπορούσε να κάνει σύμφωνα με την δική του κουλτούρα και την εκκλησιαστική του παράδοση. Γιατί έτσι κι αλλιώς εάν ένα παιδί βρεθεί στο δρόμο τα πράγματα είναι σαφώς εξαιρετικά πιο δύσκολα. Τουλάχιστον εκεί έχει μια στέγη, ευκαιρίες για μόρφωση, κλπ. Αν αποδειχθεί ότι πέραν τούτου έχουν συμβεί κι άλλα γεγονότα, όπως κακοποιήσεις παιδιών, από τον ίδιο ή άλλους στο πλαίσιο των δομών αυτών, τότε ναι ας υπάρξει η δίκαιη ετυμηγορία των θεσμικά κατάλληλων οργάνων, της αστυνομίας και της δικαιοσύνης.

Από κει και ύστερα χρειάζεται μια βαθύτερη κατανόηση του ζητήματος της λειτουργίας των ιδρυματικών δομών, περισσότερο εμπεριστατωμένη και επιστημονική. Θα αναφερθώ επί τροχάδην σε κάποια σημαντικά ζητήματα:

·         Τα παιδιά που διαμένουν εκεί κουβαλούν πολλά τραύματα, τα οποία ενδεχομένως να επαναβιώνουν ως μια μαθημένη συνθήκη ενός οικείου μοτίβου ζωής. Είναι γνωστό πως οι άνθρωποι έχουν την τάση να δημιουργούν τις συνθήκες επαναβίωσης των πρώιμων παιδικών τους τραυμάτων, ώσπου αυτά να επουλωθούν ψυχικά. Τα ψυχικά αυτά τραύματα δεν επουλώνονται όμως ούτε με το αυστηρό πρόγραμμα και τις ιδρυματικές συνθήκες διαβίωσης, ούτε βεβαίως με την προσευχή, την επιβράβευση ή την τιμωρία κι άλλες εκκλησιαστικού τύπου παρεμβάσεις.

·         Οι ιδρυματικού τύπου δομές οργανώνουν την λειτουργία τους γύρω από το σύμπτωμα της «προβληματικής συμπεριφοράς». Όλο το σύστημα επικεντρώνεται στο να θεραπεύσει την προβληματική συμπεριφορά, σχεδόν αγνοώντας τις ψυχικές διεργασίες που έχουν συντελεστεί ώστε να την διαμορφώσουν. Κι αντί να θεραπεύουν τις αιτίες στέκονται στο σύμπτωμα, τους ενδιαφέρει δηλαδή η συμμόρφωση κι όχι η κατανόηση, η πειθαρχία κι όχι η γνώση, η ιεράρχηση κι όχι η επικοινωνία, κ.ο.κ. Σε αυτή την περίπτωση αυτό που σταδιακά όμως επιτυγχάνεται είναι πως το σύμπτωμα, όσο κι αν το πολεμάς αυτό πολλαπλασιάζεται κι ως λερναία Ύδρα παίρνει μυθικές διαστάσεις, τέτοιες ώστε να καθοδηγεί την λειτουργία του συστήματος. Το σύμπτωμα μεγαλώνει τόσο που τελικά δεν το βλέπει κανείς, έτσι κυριαρχεί δίχως να υπάρχει εστιασμός σε αυτό, κυριαρχεί ενόσω η ιδρυματική δομή κάνει πως δεν υπάρχει. Η εκάστοτε όμως προβληματική συμπεριφορά, την οποία κουβαλούν πολλά παιδιά που διαβιώνουν σε δομές από την οικογένειά τους, διασυνδέεται με δυσλειτουργικά μοτίβα σχέσεων, κακοποιητικές συμπεριφορές, ψυχικές διαταραχές και άλλου είδους διαγενεακά τραύματα και βεβαίως συνήθως με μπόλικη φτώχια. Κοινή συνισταμένη της παλιάς με την νέα ζωή είναι πως τα παιδιά νιώθουν πως διαβιούν σε ένα καθεστώς ανελευθερίας, όπου οι ζωές τους κυριαρχούνται από τον «νόμο» είτε της οικογένειας είτε του ιδρύματος.

Όσο επομένως ασχολείται κανείς με την προβληματική διάσταση αυτών των παιδιών, επιχειρώντας βέβαια να τους συνετίσει και να τους εντάξει σε μια διαφορετική κουλτούρα, δεν θα επιτύχει και πολλά εάν δεν ενδιαφερθεί το ίδιο και για την επούλωση, άρα για την ουσιαστική αντιμετώπιση των τραυμάτων. Διότι αυτό σημαίνει πως ο άνθρωπος έχει την ευκαιρία να αλλάξει ουσιαστικά κι όχι να προσαρμοστεί σε ένα διαφορετικό περιβάλλον.

·         Η προσαρμογή δεν είναι θεραπεία

Η ιδρυματοποίηση δημιουργεί μια ρήξη στο βιογραφικό συνεχές του παιδιού συχνά το ίδιο τραυματική με την προ ηγηθείσα τραυματική εμπειρία της κακοποίησης, της εγκατάλειψης, της ορφάνιας. Επιπροσθέτως, τους δημιουργεί και μια ρήξη με το κοινωνικό σώμα, δεδομένο πως οι ιδρυματικές δομές έχουν έναν πολύ διαφορετικό τρόπο λειτουργίας από ότι ισχύει στο υπάρχον κοινωνικό πλαίσιο. Η κουλτούρα διαπαιδαγώγησης με άλλα λόγια είναι πολύ διαφορετική με την κουλτούρα που θα συναντήσουν τα παιδιά ως ενήλικες ώστε να κοινωνικοποιηθούν ομαλά στο κοινωνικό σύνολο.

·         Είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε πως οι ιδρυματικές δομές δεν περιορίζουν μόνο τα παιδιά, αλλά επηρεάζουν βαθύτατα και τους εργαζομένους σε αυτές. Αυτό έχει ως συνέπεια αρκετά συχνά οι εργαζόμενοι σε αυτές τις δομές να παθαίνουν επαγγελματική εξουθένωση, να παραιτούνται, να αποκτούν ποικίλες αγκυλώσεις και εν τέλει να μετασχηματίζονται και οι ίδιοι σε ιδρυματικές προσωπικότητες. Αυτό μπορεί να γεννήσει και συμπεριφορές που υπερβαίνουν τις ηθικές γραμμές και γίνονται κακοποιητικές.

Φανταστείτε επομένως το μείγμα από τη μία τραυματισμένων παιδιών, κουρασμένων εργαζομένων και μιας δομής που ξέφυγε από τις πρώτες της αναφορές και γιγαντώθηκε υπερβολικά, τι μπορεί να προκύψει. Μοιάζει σχεδόν ανεξέλεγκτο…

·         Κι από την άλλη αυτό που χρειάζεται να φωτίσουμε είναι πως η συγκεκριμένη δομή στηρίχθηκε στις πλάτες ενός ιερωμένου. Είναι αναμενόμενο κατά κάποιο τρόπο αυτή η μεθοδολογία εκκλησιαστικού τύπου σε πολλά σημεία της να είναι αναχρονιστική (π.χ. στηρίζεται στην πειθάρχηση και στην τιμωρία). Επίσης συνήθως η λειτουργική υποστήριξη αυτών των δομών γίνεται από ανθρώπους που ασπάζονται αυτού του είδους την μεθοδολογία (δεν φαντάζομαι δηλαδή τον εαυτό μου να εργαζόταν εκεί) κι όχι σε ανθρώπους που έχουν εξειδίκευση και εμπειρία, πέρα φυσικά από τα απαραίτητα κάθε φορά προσόντα. Η εκκλησιαστική αντίληψη για τον σωφρονισμό και οι θρησκευτικές ιδεοληψίες βέβαια δεν είναι το ζητούμενο εδώ, κι αυτό γιατί η ίδια η πολιτεία άφησε όλο το βάρος της παιδικής προστασίας σε ένα τέτοιο φορέα, ο οποίος αφέθηκε στην τύχη του, δίχως δηλαδή έλεγχο και εποπτεία του κράτους. Ποιου κράτους θα μου πείτε τώρα, του κράτους της διάχυσης της ευθύνης και της γραφειοκρατικοποίησης των πάντων…

·         Το πρόβλημα με τις εκκλησιαστικού τύπου ιδρυματικές δομές είναι ο δογματισμός που φτάνει πολλές φορές να καταργεί τα όρια της ανθρώπινης ελευθερίας. Αφού είσαι τρόφιμος – εξυπηρετούμενος συμμετέχεις στο σώμα της δομής με απόλυτη αφοσίωση και πειθαρχία. Γεγονός που αντιλαμβανόμαστε πως οδηγεί είτε σε αφομοιωτικές, είτε σε αντιδραστικές συμπεριφορές, σε δύο πλευρές δηλαδή του ίδιου νομίσματος που η προσωπικότητα ενός παιδιού δομείται δογματικά πάνω στις ράγες του κλειστού δογματικού συστήματος της δομής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι αθρόες βαπτίσεις παιδιών, δεδομένου πως η εν-βάπτιση στα ιδεώδη του χριστιανισμού αποκτά κυριολεκτικές και συμβολικές διαστάσεις.

·         Συνοπτικά, οι ιδρυματικές δομές, παρά το αρχικό αξιακό και ιδεολογικό τους περίβλημα, με το πέρασμα του χρόνου και την «ενδυνάμωσή» τους, ενίοτε αποκτούν παθολογικά χαρακτηριστικά, όπως αδιαφάνεια και έλλειψη ενημέρωσης για την ακριβή λειτουργία τους, έλλειψη εξωτερικού ελέγχου και εποπτείας, προσωποκεντρικά κι εξουσιαστικά χαρακτηριστικά, φαινόμενα αυθαιρεσίας ή κακοποίησης, διασύνδεση με άλλους φορείς εξουσίας (κόμματα, ΜΜΕ, κλπ)

Μην βαράμε λοιπόν έναν παπά που είχε αυτές τις δογματικές, θρησκευτικές παιδαγωγικές αντιλήψεις, παπάς είναι, δεν είναι ούτε παιδαγωγός, ούτε ειδικός ψυχικής υγείας. Προφανώς ξεκίνησε με καλές προθέσεις να σώσει ό,τι σώζεται σε αυτό το μεγάλο αγκάθι της κοινωνίας μας, τα παιδιά που κινδυνεύουν στο σπίτι τους ή κινδυνεύουν να μείνουν στο δρόμο. Βεβαίως εάν αποδειχθεί πως κι ο ίδιος ή άλλοι συνεργάτες, υπάλληλοι, εργαζόμενοι, κ.α. έχουν διαφθαρεί και συμμετέχουν σε οικονομικές ατασθαλίες ή κακοποιητικές πράξεις τότε αλίμονο, αλλά ας περιμένουμε να αποφανθεί επ’ αυτού ο έλεγχος και η δικαιοσύνη.

Επαναλαμβάνω πως το ζήτημα είναι πως κανένα ίδρυμα δεν είναι ο κατάλληλος χώρος για την ανατροφή και το μεγάλωμα των παιδιών. Τα παιδιά χρειάζονται «γονείς» όχι μόνο τους βιολογικούς εάν αυτό δεν είναι ασφαλές, αλλά πρόσωπα αναφοράς που θα είναι κοντά τους μέσα από μια σχέση επικοινωνίας κι όχι μια επαγγελματική σχέση.

 

Κοινωνία της απάθειας και του κανιβαλισμού

Η κιβωτός του κόσμου αναδεικνύει βεβαίως και κάποιες από τις διαχρονικές δυσλειτουργίες της ελληνικής κοινωνίας, αυτές που κινούνται μεταξύ της κοινωνικής απάθειας και του κοινωνικού κανιβαλισμού.

Στο πλαίσιο αυτό ένα διαχρονικό θέμα είναι η συχνή αντιμετώπιση κάποιων προσώπων είτε ως ηρώων είτε ως αποδιοπομπαίων τράγων. Εξυμνούμε τα έργα κάποιου με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο τον καταδικάζουμε, μέσω της χειραγωγημένης ενημέρωσης, δίχως δηλαδή άλλη γνώση ή επεξεργασία. Σαν να έχουμε την ανάγκη να κατασκευάζουμε από τη μία ήρωες, ώστε να εξυψώνετε το ηθικό μας ανάστημα κι από την άλλη «μοιραίους θύτες» που θα πάρουν στην πλάτη τους όλη την κακοδαιμονία μας.

Το άλλο διαχρονικό θέμα που αναδύεται είναι ο ψηφιακός «λιθοβολισμός» κάθε φορά που η κοινή γνώμη στέκεται μπροστά σε φαινόμενα που την «σοκάρουν». Τούτο ξεκινά από διάφορους τηλε-περσόνες που έχουν κάνει επιστήμη την ξεφτίλα στον πως αντιμετωπίζουν τα διάφορα κοινωνικά θέματα. Είναι αυτοί που και την μάνα τους θα ξεπουλούσαν εάν αυτό ανέβαζε την τηλεθέαση. Λύση; μία και μοναδική, μαύρο σε ότι φανερά ξεχειλώνει την ενημέρωση και την μετατρέπει σε ένα ριάλιτι σόου.

Ένα άλλο διαχρονικό θέμα είναι σαφώς η λεγόμενη κομματική εκμετάλλευση του τύπου «κακή κυβέρνηση» «καλή αντιπολίτευση» όποιος κι αν κυβερνά. Η ψηφοθηρία αγγίζει τα όρια της παραφροσύνης στα ένθεν κι ένθεν επιχειρήματα.

Τόσο οι μεν όσο και οι δε κάνουν τον κόσμο να πιστεύει πως όλα είναι μαύρα, σκοτεινά και βρώμικα. Σαν αυτό να ξεπλένει τις συνειδήσεις μας και να μας προστατεύει: δεν είμαστε εμείς μέσα σε αυτόν τον κύκλο, δεν μας αφορούν εμάς όλα αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο γύρω μας.

Τα κανάλια μας τροφοδοτούν πολύ συχνά πλέον με μια τοξική τροφή, το ωμό κρέας όποιου ένοχου ή αθώου (λίγη σημασία έχει) πέσει στα χέρια τους. Η τοξικότητα αυτή συντηρεί τους ανθρώπους σε ένα λήθαργο και μια ρηχότητα με την οποία αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα και συμμετέχουν σε αυτή. Γίνεται βεβαίως κι ένα ξέπλυμα συνειδήσεων σε κάθε ανάθεμα που δημιουργούμε ως κοινωνία. Γιατί ως γνωστό τα αναθέματα είναι χρήσιμα για να εναποθέτουμε εκεί όλες μας τις ενοχές ως άτομα κι ως κοινωνίες.

Οι βρωμιές του κόσμου όμως παίρνουν έτσι μια γενικευμένη μορφή όπου όλοι οι πολιτικοί είναι απατεώνες, όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι τεμπέληδες, όλοι οι εκπαιδευτικοί μωροί, οι γιατροί χρηματίζονται, οι παπάδες είναι άρρωστοι, κ.ο.κ.

Όχι, δεν είναι αυτή η μορφή της κοινωνίας μας, γίνονται όμορφα πράγματα και υπάρχουν όμορφοι άνθρωποι, όλοι αυτοί που μοχθούν, που δεσμεύονται, που στέκονται αλληλέγγυα, που αντιστέκονται, με μικρές ή μεγάλες πράξεις, σε όσα συμβαίνουν. Ας φωτίσουμε αυτές τις ιστορίες κι αυτούς τους ανθρώπους. Προσωπικά γίνομαι μάρτυρας τέτοιων αφηγήσεων από γενναίους ανθρώπους που με όχημα την ψυχοθεραπεία προσπαθούν να θεραπεύσουν τα τραύματά τους και να μπουν στον δρόμο της αυτοπραγμάτωσης, να ζήσουν δηλαδή συνειδητά, ευτυχισμένα κι αλληλέγγυα.

 

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2022

Επιτήρηση και επικοινωνία

Ακούω πολλές φορές οι γονείς να μιλούν για τις αγωνίες τους σχετικά με την προστασία των παιδιών τους από διάφορους κινδύνους, σωματικούς, συναισθηματικούς και κοινωνικούς. Στο πλαίσιο μιας ιδιάζουσας «δημοκρατικής» σχέσης με τα παιδιά τους ωστόσο δεν μπορούν εύκολα να ορίσουν τα μέσα της προστασίας, δηλαδή τα όρια και να θωρακίσουν τις άμυνες των παιδιών τους έναντι των παραπάνω κινδύνων. Και πώς να το καταφέρουν όταν σε αυτή τους την προσπάθεια είναι τραγικά μόνοι. Η κάθε οικογένεια είναι μόνη σε ένα κατακερματισμένο κοινωνικό σώμα που χαρακτηρίζεται από μια ιδεολογική ασάφεια κι από μια έλλειψη κοινών σκοπών και νοημάτων. Από έλλειψη δηλαδή μιας κοινής κουλτούρας, η οποία θα είναι ισχυρή, συνεκτική και παράλληλα θα σέβεται την ανθρώπινη ιδιαιτερότητα…

Ας πάρω τα πράγματα από την αρχή. Προσωπικά μεγάλωσα στην λεγόμενη ελληνική επαρχία ή ύπαιθρο, σε ένα καμπίσιο χωριό στη διάρκεια του σχολικού έτους και σε μια ορεινή κοινότητα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Τα φυσικά όρια και των δύο κοινοτήτων αποτελούσαν τον δικό μας κόσμο, μια και η επαφή με τον υπόλοιπο ήταν σχετικά περιορισμένη. Στα όρια της κοινότητας όλα τα παιδιά νιώθαμε μια πλήρη ελευθερία κινήσεων, καθώς ο έλεγχος για το που θα πάμε και τι θα κάνουμε μας αφορούσε -ή έτσι νιώθαμε- εντελώς προσωπικά. Όμως η επιτήρηση ήταν παρούσα, δεδομένου πως στα στενά όρια της μικρής κοινωνίας τα πάντα σχεδόν μπορούσαν να γίνουν φανερά. Άσε που τα όρια δεν τα έβαζαν μόνο οι γονείς του καθενός μας, αλλά όλη η κοινότητα. Κατά κάποιο τρόπο επίσης τα όρια τα έβαζε η ίδια η κουλτούρα της κοινότητας, κοινωνοί της οποίας γινόμασταν από τα γεννοφάσκια μας.

Μεγαλώνοντας και φτάνοντας μπροστά στην ενηλικίωση, η δική μου γενιά προσπάθησε να αμφισβητήσει αυτό το πλαίσιο επιτήρησης και να ορίσει ένα καινούργιο περισσότερο φιλελεύθερο σύστημα σχέσεων. Επαναστατήσαμε σε ό,τι νιώθαμε πως μας στένευε και επιχειρήσαμε μια «εξέγερση» από τα δεσμά της οικογένειας και της κοινότητας. Η σεξουαλική «απελευθέρωση», η διάνοιξη των μοτίβων του «σχετίζεσθε» και η επικράτηση ενός περισσότερο ατομικιστικού μοντέλου νοηματοδότησης της ζωής ήταν μερικές από τις συνέπειες της παραπάνω «εξέγερσης». Συνέβησαν πολλές καλές αλλαγές στην κοινωνία μας μέσω αυτής της μετάβασης, τόσο στην κουλτούρα του κόσμου, όσο και στην κουλτούρα των θεσμών και των νόμων. Τότε ήταν που άλλαξαν οι οπτικές για τον γάμο (ψηφίστηκε ο πολιτικός γάμος), για την τεκνοποίηση, για το διαζύγιο, κ.ο.κ. Η ατομο-κεντρική δυναμική όμως αυτών των αλλαγών έφτασε ως τις μέρες μας να έχει σχετικοποιήσει σχεδόν τα πάντα και από τα στενά όρια της κοινότητας να περάσουμε στα ξεχαρβαλωμένα της «παγκόσμιας» κοινωνίας.

Φτάσαμε επομένως μπροστά σε μια αναγκαιότητα, να ξαναδημιουργήσουμε ένα περιβάλλον κοινής κουλτούρας και επιτήρησης των αξιωμάτων που την συνθέτουν.  

Ώσπου βέβαια να το καταφέρουμε εν συνόλω, η κάθε οικογένεια χρειάζεται να προσανατολιστεί προς το παραπάνω πλαίσιο ανατροφής. Να ξεμάθει με λίγα λόγια την αντίληψη πως η ανατροφή ταυτίζεται με τις παροχές και να βρει τα νέα νοήματα της στην εκ-παίδευση των αξιών και της υπευθυνότητας και της δέσμευσης έναντι αυτών. Ασφαλώς μέσα από διαδικασίες που να θρέφουν την επικοινωνία, την ασφάλεια, την εμπιστοσύνη.

Αυτές οι διαδικασίες χρειάζονται την διαρκή επιτήρηση μας….

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2022

Από την αντίδραση στην αντίσταση

ή ο μετασχηματισμός των υπηκόων σε πολίτες

Η φιλελεύθερη ιδεολογική ηγεμονία στο πολιτικο-οικονομικό και κοινωνικό γίγνεσθαι της Δύσης (κι όχι μόνο) ουδόλως επηρεάστηκε από τις διάφορες εκφάνσεις διαφορετικών, κυρίως βέβαια αντιδραστικών φωνών που επιχειρούν να αντιστρατευτούν στην κυριαρχία της. Αντιθέτως το κυρίαρχο μοντέλο αναπαράγεται ανεμπόδιστα σε σημείο να θεωρείται ως φυσική εξέλιξη των πραγμάτων. Η κυριάρχηση και φυσικοποίηση του καπιταλιστικού συστήματος καθιστά από αδύναμες έως και γραφικές πολλές από τις μορφές αντίδρασης και περιθωριοποιεί κάθε ιδέα, αντίληψη και πρακτική που εναντιώνεται στο κυρίαρχο οικονομικό και σε προέκταση σε πολιτικό και κοινωνικό μοντέλο.

Οι αποδυναμωμένες εκφράσεις ενός διαφορετικού μοντέλου κοινωνικής αναπαραγωγής και οικονομικής ανάπτυξης στηρίζονται κυρίως στην αντιδραστικότητα έναντι του συστήματος κι όχι στην δόμηση μιας σθεναρής αντιπρότασης. Παραμένοντας στην αντιδραστικότητα όλες αυτές οι φωνές καθίστανται εγκλωβισμένες στους μηχανισμούς του συστήματος που καταπολεμούν κι άθελά τους βοηθούν στην αναπαραγωγή του.

Από την άλλη η αντιπρόταση μοιάζει αυτή την στιγμή μια ουτοπία πλην μιας ρεαλιστικής ιδέας ότι η ουσιαστική και σθεναρή αντίσταση (κι όχι αντίδραση) στο υπάρχον σύστημα μπορεί να την τροφοδοτήσει σταδιακά με νέες πιο συμπαγείς αντιλήψεις και η ουτοπία ενός δικαιότερου κόσμου να ανοίξει νέους δρόμους για την ανθρωπότητα. Επίσης, η διαφορετική θέση και στάση στα πεπραγμένα μπορεί να δημιουργήσει μια αλληλουχία δεδομένων ικανών κάποια στιγμή να ανατρέψουν την υπάρχουσα κανονικότητα. Κυρίως όμως δίνει ένα πλαίσιο αγωνιστικότητας που βγάζει τους ανθρώπους από την δίνη της μονομέρειας και της πολιτικής ορθότητας, δίνοντάς τους μια προοπτική μετασχηματισμού.

Η φαντασιακή δόμηση ενός δικαιότερου κόσμου στο μέλλον μπορεί να τροφοδοτήσει το παρόν με αισιοδοξία, να θρέψει την αγωνιστικότητα και να οπλίσει με θάρρος ώστε οι υπήκοοι να ξαναγίνουν πολίτες… 

Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2021

Οι ψυχικές διεργασίες ως εποικοδόμημα των κοινωνικών συνθηκών

Οι ψυχικές διεργασίες ως εποικοδόμημα[1] των κοινωνικών συνθηκών

Πολλές φορές οι άνθρωποι αναρωτιούνται για τις συμπεριφορές τους ή βάζουν στο μικροσκόπιο τις συμπεριφορές των άλλων σε μια προσπάθεια τους να τις κατανοήσουν. Είναι πολύ βαθιά η ανάγκη να κατανοεί ο άνθρωπος τις συμπεριφορές, τις δικές τους και των άλλων. Να τις εντάσσει κάπου, να τις δίνει ένα σχήμα, μια μορφή και να αναπτύσσει ένα ερμηνευτικό πλαίσιο. Πολλές φορές όμως μοιάζει αδύναμος να κατανοήσει τα γιατί πίσω από ορισμένες συμπεριφορές. Φαίνεται πως αυτές έρχονται από πολύ βαθιά ως αυτοματοποιημένες αντιλήψεις, οι οποίες καθορίζουν την τελική πράξη. Ενεργούμε επομένως με γνώμονα κάποια στερεοτυπικά μοτίβα, δίχως τη συνειδητή γνώση εάν αυτά αποτελούν δική μας επιθυμία και επιλογή.

Για παράδειγμα υπάρχουν γυναίκες οι οποίες παντρεύονται επειδή έμειναν έγκυοι, ή αντίστοιχα οι σύντροφοί τους δεσμεύονται σε μια σχέση όχι επειδή είναι ερωτευμένοι αλλά από μια περίεργη αίσθηση καθήκοντος, η οποία παραπέμπει σε άλλες εποχές. Εν τω μεταξύ η γυναίκα βολεύεται σε αυτή τη συνθήκη, μα αρκετές φορές, ελλείψει ενός ουσιαστικού συντροφικού δεσμού, εγκιβωτίζει (ή αιχμαλωτίζει) το παιδί στην ύπαρξή της. Ταυτόχρονα ο άντρας εγκυμονεί ένα μίσος και μια κακία για το παιδί που κυοφορεί η σύζυγός του γιατί το θεωρεί ως την αιτία που αποδέχθηκε κι εν τέλει εγκλωβίστηκε σε ένα γάμο που δεν ήθελε. Το παιδί γίνεται ανεπιθύμητο και ταυτίζεται με τα δεσμά του γάμου, όχι τα ιερά, αλλά αυτά που δένουν δυο ανθρώπους χειροπόδαρα σε ένα γαϊτανάκι δεσμεύσεων που τους στερεί την προσωπική τους ελευθερία. Ο πατέρας γίνεται έτσι απρόσωπος, αδυνατεί να χτίσει υγιή σχέση με το παιδί, το οποίο συνήθως απαξιώνει τόσο όσο απαξιωτικός είναι και με τη σύζυγό του. Η απόμακρη συντροφική σχέση μετατρέπεται σε κακοποιητική σχέση με το παιδί. Το χειρότερο είναι πως το παιδί σε ένα τέτοιο γάμο αντιλαμβάνεται ως φυσιολογική στάση όλες τις παραπάνω συμπεριφορές και τις εντάσσει στο σύστημα αποδοχής. Νιώθει δηλαδή πως ανήκει όσο γίνεται αποδέκτης τόσο της κτητικότητας της μαμάς, όσο και της αποστασιοποίησης του μπαμπά. Μεγαλώνει επομένως στο χάσμα μιας δυσλειτουργικής σχέσης, είτε ως εκκρεμές που καλύπτει τα κενά της, είτε ως θύμα σύμμαχος του ενός γονιού, μαθαίνοντας να συνάπτει τριγωνοποιημένες σχέσεις, είτε υιοθετώντας μια παθητική συμπεριφορά, αγγίζοντας τα όρια της θλίψης και της μιζέριας. Ένα παιδί, δηλαδή, που μεγαλώνει ως θύμα ενός κακού γάμου και ως εκ τούτου ένα παιδί που έχει όλες τις προδιαγραφές να γίνει ένας θύτης ως ενήλικας.

Υπάρχουν γυναίκες που ενώ είναι πολύ δυναμικές παντρεύονται έναν αδύναμο και χειραγωγίσιμο άντρα, όχι γιατί τους ερωτεύονται αλλά γιατί η οικονομική τους κατάσταση μπορεί να τους εξασφαλίσει μια άνετη ζωή. Βαθιά μέσα τους όμως υποτιμούν και περιφρονούν έναν τέτοιο άντρα και φυσικά απέχουν πολύ από το να ζουν με έναν άνθρωπο που θαυμάζουν και χαίρονται με τα επιτεύγματά τους. Ως αντίτιμο της δικής τους φυλάκισης σε ένα τέτοιο γάμο παίρνουν το πάνω χέρι στις συναισθηματικές υποθέσεις, ενίοτε με αυταρχικό κι άλλοτε με διπλωματικό τρόπο. Και φυσικά εκτός της συναισθηματικής ευθύνης των παιδιών, οικειοποιούνται και τα ίδια. Τα παιδιά μεγαλώνουν με ένα εξουσιαστικό μητρικό κι ένα ασθενικό πατρικό πρότυπο. Και ειδικά ένας γιος μεγαλώνει με πρότυπο έναν πατέρα άβουλο κι αδύναμο χαρακτήρα. Αυτός ο γιος θα αναζητά σε όλη του τη ζωή ένα ισχυρό πρότυπο πατέρα κι ως εκ τούτου πάντα θα έχει μια ελλειμματική προσωπικότητα, θα είναι ένα οιωνεί θύμα και περίπου θα ακολουθήσει το μοτίβο ζωής του πατέρα του.

Υπάρχουν άντρες που είναι ευνουχισμένοι από τις μητέρες τους και με κομμένα τα φτερά τους αναζητούν την μητρική εκείνη φιγούρα που θα τους αγκαλιάσει και θα τους στέργει σε κάθε τους παράπονο. Κι όταν τις βρίσκουν διαισθάνονται πως σκοντάψανε σε ένα αντίστοιχο μοτίβο γυναίκας με αυτό της μητέρας τους. Τότε είναι που θυμώνουν και μετατρέπονται σε θύτες, στα κακά και άτακτα παιδιά που υπήρξαν και με τη μάνα τους. Ίσως γίνουν και κακοποιητικοί με τη σύντροφό τους, διότι ο θυμός εύκολα μεταβάλλεται σε οργή και δυστυχώς από πίσω έχουν στημένο -ως πρότυπο συμπεριφοράς- όλο το πατριαρχικό σκηνικό που τους επιτρέπει ακόμη και την βία. Και σε αυτές τις περιπτώσεις η σύντροφος που έχει μάθει στο όνομα μιας αρρωστημένης αγάπης να υπομένει απλά αντέχει και θυσιάζεται στο βωμό των άλλων. 

Σαφώς με ψυχολογικούς όρους μπορούμε να ερμηνεύσουμε τις συμπεριφορές των ανθρώπων και να τις εντάξουμε σε ένα εννοιολογικό πλαίσιο. Όμως νομίζω πως η ψυχολογική βάση των γεγονότων απορρέει από τις κοινωνικές τους αιτιάσεις. Εξάλλου η ψυχολογία αποτελεί το εποικοδόμημα και τη βάση κάθε συμπεριφοράς τη διαμορφώνουν οι κοινωνικές συνθήκες, οι νόμοι, τα μοτίβα, οι αντιλήψεις, οι προκαταλήψεις, η κουλτούρα εν γένει, μέσα στην οποία δρουν οι άνθρωποι και διαμορφώνουν τον χαρακτήρα τους.

Οι κοινωνικές συνθήκες ορίζουν τα όρια μέσα στα οποία θα αναπτυχθεί η προσωπικότητα. Μέσα στο κοινωνικό χαρμάνι θα σμιλευτεί το αμάλγαμα του καθενός. Κι όσο πιο στεγανό είναι το κοινωνικό πλαίσιο τόσο περισσότερο δύναται να επηρεάζει μονοδιάστατα την καλλιέργεια των προσωπικοτήτων. Όταν παραδείγματος χάρη ακόμα και σήμερα υπάρχουν φωνές που ταυτίζουν την έκτρωση με εγκληματική πράξη ή στραβοκοιτούν μια ανύπαντρη μητέρα, τότε θα υπάρχουν γάμοι αταίριαστοι στους οποίους θα γεννούνται παιδιά με την ψυχοσύνθεση των παιδιών της πρώτης ιστορίας. Όταν ακόμη το χρήμα εξουσιάζει τον κόσμο και καθίσταται ως η υπέρτατη αξία που πρέπει να αποκτηθεί με κάθε μέσο, τότε θα εξακολουθούν να γίνονται γάμοι συμφέροντος και οι οικογένειες θα αποτελούν οικονομικές μονάδες, μέσα στις οποίες θα ανατρέφονται παιδιά σαν αυτό της δεύτερης ιστορίας.

Όσο ακόμη η πατριαρχία ενυπάρχει στην κουλτούρα των ανθρώπων και διαμορφώνει τους κοινωνικούς ρόλους, τότε θα υφίσταται το μοντέλο της κακοποιητικής σχέσης, όπου ο άντρας σχετίζεται εργαλειακά με την σύντροφό του, η οποία αντιστοίχως έχει μάθει να αντέχει και να υπομένει τις δύσκολες και επώδυνες καταστάσεις, για διάφορους λόγους που δεν σχετίζονται μόνο με την ενδοψυχική της υπόσταση, αλλά και με τους κοινωνικούς περιορισμούς που υφίσταται η γυναίκα στα πατριαρχικά περιβάλλοντα.

Δεν μπορούμε επομένως να εξηγούμε όσα συμβαίνουν μόνο με ψυχολογικούς όρους, επειδή οι άνθρωποι είμαστε κοινωνικά όντα και οι συμπεριφορές μας κινούνται μέσα στο εκάστοτε κοινωνικό περίγραμμα. Βεβαίως κι έχουμε τη δυνατότητα των επιλογών μας, ενίοτε όμως αυτές κινούνται στα όρια του πλαισίου αναφοράς. Υπάρχουν πάντα και οι υπερβάσεις των κοινωνικών ορίων, άλλοτε δημιουργικά κι άλλοτε καταστροφικά, εκείνες οι υπερβάσεις που συναντούμε σε πολλούς υπέροχους ανθρώπους που έδωσαν ακόμη και τη ζωή τους για υψηλότερα ιδανικά, σε αυτούς που τους περιχαράκωνε η κοινωνία, αλλά και σε πολλούς άλλους που οι υπερβάσεις και οι επιλογές λειτουργούν αυτοκαταστροφικά κι εν τέλει υπέρ της αναπαραγωγής της υφιστάμενης τάξης πραγμάτων.

Επομένως πίσω από κάθε θύτη, από κάθε θύμα και πίσω από κάθε φόβο και κάθε υπέρβαση βρίσκονται συγκεκριμένες δομές εξουσίας και μηχανισμοί αναπαραγωγής του κοινωνικού γίγνεσθαι, πίσω από κάθε προσωπική ιστορία βρίσκεται η συλλογική κουλτούρα της κοινωνίας αναφοράς.

Υπάρχει μια σειρά στην οποία μπορεί να δει κανείς πόσο το πλαίσιο ορίζει τις ζωές των ανθρώπων και καθορίζει σε μεγάλο βαθμό πως θα αναπτυχθούν οι ιδιαιτερότητές τους. Αναφέρομαι στην σειρά «η ακτή της κοκαΐνης», η οποία ακολουθεί την ζωή ενός νεαρού ψαρά, ο οποίος στις αρχές της δεκαετίας του 1980 βρίσκεται στην δίνη των αλλαγών που φέρνει το παράνομο εμπόριο και η διακομιδή των ναρκωτικών. Στις ακτές της ισπανικής Γαλικίας ένας ατρόμητος ψαράς με εξαιρετικές ικανότητες στην οδήγηση των ψαράδικων ταχύπλοων και καϊκιών και με σπινθηροβόλο βλέμμα, μπαίνει αρχικά στην μεταφορά παράνομου καπνού και σταδιακά μετατρέπεται ως ο Βαρόνος των ναρκωτικών της Γαλικίας. Η σειρά περιγράφει εύγλωττα πως ένας συνηθισμένος νέος μετατρέπεται σε κάτι που δεν μπορούσε ποτέ να φανταστεί εξαιτίας της απόφασης των διακινητών και εμπόρων κοκαΐνης να επιλέξουν στις ακτογραμμές της Γαλικίας για την είσοδο και διακίνηση της κοκαΐνης στην Ισπανία και την Ευρώπη. Η ζωή του αλλάζει ριζικά επειδή αλλάξαν ριζικά οι συνθήκες γύρω του. Υπάρχει πάντα η δυνατότητα της προσωπικής επιλογής, όμως δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει την επιρροή των εξωτερικών γεγονότων στην διαμόρφωση της ζωής του καθενός. Φανταστείτε αντίστοιχα κάνοντας ένα ταξίδι στο χρόνο και φτιάξτε ένα σκηνικό στο οποίο όλα τα πρόσωπα της νεότητάς σας βρίσκονται αίφνης εκτεθειμένα σε κάτι αντίστοιχο με τον πρωταγωνιστή της σειράς. Ζείτε σε έναν τόπο όπου δεν συμβαίνει κάτι μεγάλο και ξαφνικά αυτός γίνεται τόπος διακίνησης και εμπορίου ναρκωτικών ουσιών. Πόσοι από τους ανθρώπους του περιβάλλοντός σας θα είχαν μια διαφορετική πορεία στη ζωή εξαιτίας αυτής της ανατροπής; Και πόσο αυτή η διαφορετική πορεία θα μετασχημάτιζε ριζικά την προσωπικότητά τους.

Τα γεγονότα της σειράς διαδραματίζονται με φόντο τη νέα κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα που διαμορφώνεται με την ένταξη της Ισπανίας στην ευρωπαϊκή οικονομική ένωση. Οι ψαράδες είναι σε απόγνωση και ουσιαστικά το επάγγελμά τους σβήνει μπροστά στους νέους κανονισμούς αλιείας της ευρωπαϊκής ένωσης. Είμαστε στην φάση που η κεντρική διοίκηση της ΕΟΚ καθορίζει τις πολιτικές ανάπτυξης και την παραγωγική ροή των κρατών-μελών της, δηλαδή στην φάση όπου έχει εκχωρηθεί επί της ουσίας η διακυβέρνηση της κάθε χώρας στο ευρωπαϊκό ιερατείο, ή κατά άλλους στην κυριαρχία της Γερμανίας. Στον παραγωγικό καταμερισμό που αποφασίζει η κεντρική ευρωπαϊκή διοίκηση οι τοπικές οικονομίες αποδιοργανώνονται με βίαιο τρόπο και αυτό εγείρει ποικίλες κοινωνικές και ψυχολογικές συνέπειες στους πολίτες αυτών των περιοχών, όπως συνέβη και στην Ισπανική Γαλικία. Η οικονομική γεωγραφία του τόπου αλλάζει δραματικά και οι άνθρωποι προσπαθούν να επιβιώσουν και να ελιχθούν στις νέες συνθήκες. Σε αυτή τη βίαιη μετάβαση οι άνθρωποι συνθλίβονται ψυχικά και παράλληλα επιχειρούν να δράσουν ώστε να αποφύγουν τις δραματικές συνέπειες της κοινωνικής αλλαγής. Σε αυτό το σταυροδρόμι κι όταν οι ακτογραμμές του τόπου επιλέγονται από τα καρτέλ των ναρκωτικών ως πόρτες εισόδου, αρκετοί αρπάζουν αυτά τα νέα δεδομένα ως τη μοναδική ευκαιρία να δημιουργήσουν κάτι μεγάλο. Μάλιστα ιδεολογικοποιούν τη νέα τους παράνομη δραστηριότητα λέγοντας πως έχουν καθαρή τη συνείδησή τους δεδομένου πως δεν κάνουν κάτι κακό, «εμείς μόνο τα μεταφέρουμε» υποστηρίζουν για να ξεπλύνουν τη συνείδησή τους.  

Μπορεί κανείς να ερμηνεύσει σαφώς με ψυχολογικούς όρους την επιλογή του κάθε ανθρώπου και να διακρίνει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τη διαμορφώνουν, ωστόσο είναι αναγκαίο να θέτουμε αυτούς τους όρους υπό την κυριαρχία του κοινωνικού.

Σε κάθε περίπτωση λοιπόν που έρχεται στην επικαιρότητα και αναδύεται η ιστορία ενός θύτη κι ενός θύματος (συναισθηματικά ή σωματικά) ή ανθρώπων που τους χαρακτηρίζει ένα σύμπλεγμα ψυχοσωματικών αντιδράσεων μπορούμε να μιλάμε επισταμένως για τις ενδοψυχικές τους εκφάνσεις, ωστόσο είναι σημαντικό να προσεγγίσουμε το ζήτημα των κοινωνικών αιτιάσεων, όπως για παράδειγμα των δομών εξουσίας και της βίας που ενυπάρχει στους κόλπους των εκάστοτε κοινωνικών συστημάτων, το βαθμό κατανόησης και διαφοροποίησης από τα κοινωνικά και οικογενειακά μοτίβα συμπεριφορών κ.ο.κ. Οι διάφοροι ρόλοι (θύμα, θύτης και σωτήρας), καθώς και οι ψυχοσωματικές εκφάνσεις του κοινωνικού διαμορφώνονται μέσα σε ένα συγκεκριμένο κάθε φορά δίκτυο εξουσιών, αντιλήψεων και αξιών. Γιατί όπως λέει ο Hermann Hesse ( 1877-1962) «Κάθε άνθρωπος δεν είναι απλά ο εαυτός του. Είναι το μοναδικό, συγκεκριμένο, πάντα σημαντικό και αξιόλογο σημείο όπου διασταυρώνονται τα φαινόμενα του κόσμου, με τρόπο ξέχωρο, μοναδικό. Για τούτο, κάθε ιστορία ανθρώπινη είναι σημαντική, αιώνια και ιερή. Για τούτο, κάθε άνθρωπος, ενόσω ζει και εκπληρώνει τη θέληση της φύσης, είναι μια ύπαρξη υπέροχη που της πρέπει υπέρτατη προσοχή».



[1] Κυριολεκτικά σημαίνει οποιαδήποτε δομή είναι στηριγμένη πάνω σε μια άλλη, ενώ μεταφορικά αναφέρεται στους θεσμούς, τις αντιλήψεις και τις ιδέες μιας κοινωνίας, τα οποία στηρίζονται στην οικονομική δομή της κοινωνίας, σύμφωνα με την μαρξιστική θεωρία. Κατ’ επέκταση οι άνθρωποι ως υποκείμενα αποτελούν τα ενεργά «συστατικά στοιχεία» των υλικών κοινωνικών σχέσεων. Δεν επιδίδονται απλώς στην υλοποίηση των δυνατοτήτων αλλαγής των υλικών κοινωνικών σχέσεων, οι οποίες υπάρχουν ανεξάρτητα από αυτούς, αλλά η ίδια η δραστηριότητα τους, η ίδια η αυτοπραγμάτωση τους αποτελεί ταυτόχρονα μια διαδικασία αλλαγής των υλικών κοινωνικών σχέσεων. Αποτελεί δηλαδή η δραστηριότητα τους μια χρησιμοποίηση των διαθέσιμων αντικειμενικών δυνατοτήτων αλλαγής, η οποία δημιουργεί συνάμα δυνατότητες αλλαγής των υλικών κοινωνικών σχέσεων. Κατ’ αυτό τον τρόπο, εποικοδόμημα είναι η δραστηριότητα των ανθρώπων η οποία κατευθύνεται από την κοινωνική συνείδηση και συμπεριλαμβάνει (εκτός της κοινωνικής συνείδησης και) τη συνένωση, την οργάνωση των ανθρώπων ως υποκειμένων, καθώς και τα υλικά μέσα πραγματοποίησης αυτής της δραστηριότητας (πολιτική – νομική θεσμικότητα, μέσα παρεμβατισμού, καταστολής κ.λπ.