Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιδιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιδιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Ιουλίου 2023

Γιατί τα σημερινά παιδιά έχουν τόσα πολλά προβλήματα


Με αφορμή την αύξηση του ρυθμού με την οποία προσέρχονται τα παιδιά στο κατώφλι της συμβουλευτικής σκεφτόμουν τι είναι αυτό που κάνει άραγε τα παιδιά στην εποχή μας τόσο ευάλωτα. Για να απαντήσουμε χρειάζεται καταρχάς να δούμε το μεγάλο κάδρο των κοινωνικών θεωρήσεων και αναθεωρήσεων της έννοιας της «παιδικότητας» και συνακόλουθα των μετασχηματισμών στην δομή και τις μορφές της σύγχρονης οικογένειας.

Σε ιστορικο-κοινωνικό επίπεδο -τουλάχιστον από την δεκαετία του 1980-  παρατηρούμε τον μετασχηματισμό της ελληνικής οικογένειας από ευρεία σε πυρηνική. Η αλλαγή αυτή τροφοδότησε με νέα νοήματα τις οικογενειακές σχέσεις με κυρίαρχο την πρωτοκαθεδρία των παιδιών στην διαμόρφωση του σκοπού της ύπαρξης του οικογενειακού στερεώματος. Στο πλαίσιο αυτών των αλλαγών η παιδική ηλικία μετατράπηκε σε ένα διαρκές αίνιγμα και παράλληλα αντικατέστησε στον οικογενειακό «θρόνο» τον έκπτωτο πατέρα.

Επίσης, παράλληλα με τους μετασχηματισμούς στη μορφή και τη δομή της οικογένειας στο διάβα του χρόνου, μετακινείται και το όριο της παιδικής ηλικίας συμπαρασύροντας αντίστοιχα και τα νοήματα που της αποδίδονται. Στον ύστερο 20ο αιώνα κι ως σήμερα παρατηρούμε μια επιμήκυνση της παιδικής ηλικίας και συνάμα μια βίαιη ενηλικίωση, η οποία συνεπάγεται την αδυναμία των νέων να αυτονομηθούν και να αναλάβουν την ευθύνη του εαυτού τους.

Οι κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές δεν άφησαν βεβαίως ανέγγιχτη ούτε την περίοδο της εφηβείας. Η ύστερη παιδική ηλικία, δηλαδή η εφηβεία, συντονίστηκε στα οράματα των κοινωνικών αλλαγών της δεκαετίας του 60 (στην Αμερική) και του 80 (στην Ελλάδα) και συμπύκνωσε όλες τις προσδοκίες και επιθυμίες των νέων για κοινωνικές ανατροπές. Σημειωτέων ότι αυτή τη δυναμική εκτόξευσαν ταχύτατα τα φοιτητικά κινήματα, καθώς και άλλες ακτιβιστικές ομάδες. Η εφηβεία ταυτίστηκε με μια ορμή αλλαγής και επενδύθηκε με συγκρουσιακά στοιχεία τόσο που σχεδόν νοηματοδοτήθηκε ως κρίσιμη ή και θυελλώδης περίοδος, με (ενίοτε) ψυχοπαθολογικά χαρακτηριστικά. Η εφηβεία έγινε ο συμβολικός τρόμος και φόβος των γονιών.

Αντιλαμβανόμαστε επομένως πως η παιδική ηλικία έχει μια ρευστότητα, κινείται γρήγορα και αλλάζει μορφή διαρκώς τόσο στον οριζόντιο άξονα της ζωής του κάθε ανθρώπου, όσο και στον κάθετο άξονα των ιστορικών και κοινωνικο-πολιτισμικών αλλαγών. Η δυναμική της παιδικής ηλικίας ορίζεται και επηρεάζεται συνεπώς τόσο από τις ιστορικο-κοινωνικές όσο και αυτές τις ενδοψυχικές συνιστώσες.

Σήμερα οι άνθρωποι απολαμβάνουν μια μεγάλη σε διάρκεια και προνόμια παιδική ηλικία. Τα παιδιά έχουν γίνει ο σκοπός και το νόημα ζωής των γονιών, οι οποίοι επενδύουν σε αυτά ένα μεγάλο κομμάτι της ύπαρξής τους. Παρά όμως τις μεγάλες «κατακτήσεις» υπέρ της ποιότητας ζωής των παιδιών, η δυστυχία στους κόλπους αυτής της ηλικιακής ομάδας φαίνεται πως αυξάνει με γεωμετρική πρόοδο. Κακοποιήσεις παιδιών, νεανική βία, παιδική κατάθλιψη, ΔΕΠΥ, παιδική παχυσαρκία, κ.α.

Τι μπορεί να φταίει;

Σίγουρα ότι, ενώ τροφοδοτούμε τα σημερινά παιδιά με ένα σωρό πληροφορίες και γνώσεις, δεν τους μαθαίνουμε πώς να χτίζουν μια υγιή και δυνατή προσωπικότητα και κυρίως πώς να μάθουν να ζουν ανεξάρτητοι. Αυτό που χρειάζεται να κατανοήσουμε είναι ότι οι μη γνωστικές ικανότητες είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο, σημαντικές για τη συγκρότηση της προσωπικότητας των νέων ανθρώπων.

Ένα σημείο που καταδεικνύει τα παραπάνω είναι το πώς εκπαιδεύονται τα παιδιά στην αποτυχία. Τα σημερινά παιδιά μοιάζει να στερούνται εμπειριών που μπορεί να τους διδάξουν και να τους «εξοπλίσουν» με χρήσιμα εφόδια για την ενήλικη ζωή τους. Από τη μια η υπερπροστασία και από την άλλη ο εγκλεισμός στο διαδίκτυο δημιουργούν ένα ασφυκτικό πλαίσιο που αποτρέπει την ομαλή ψυχοκοινωνική εξέλιξη των παιδιών.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι πως προετοιμάζουμε τα παιδιά μας (στην οικογένεια, στο σχολείο κι αλλού) στο πεδίο των αξιών, των ιδεών, των πεποιθήσεων και των ιδεολογιών. Δεν εννοώ βεβαίως ότι τα σημερινά παιδιά στερούνται ηθικής, αξιών και ιδεών. Τουναντίον ίσως επειδή δεν τα έχουν από το «σύστημα» επιδιώκουν με τον δικό τους τρόπο να τα αποκτήσουν. Ωστόσο το μόνο σίγουρο είναι ότι εάν η κοινωνία μας δεν στραφεί προς αυτή την πλευρά της διαπαιδαγώγησης (αυτή που διδάσκει την αυτογνωσία, τον σεβασμό, την δικαιοσύνη, κ.α.) τότε τα παιδιά θα είναι έρμαια μιας μηχανιστικής αντίληψης για τον εαυτό τους και τον κόσμο.

Άφησα για το τέλος το μεγάλο ζήτημα των ψυχ-ιατρικών διαγνώσεων που αφορούν τα παιδιά και τους εφήβους. Ζούμε στην εποχή των διαγνώσεων και των ταξινομήσεων των συμπτωμάτων σε κατηγορίες. Κυρίαρχες έννοιες καθίστανται η ΔΕΠΥ, η παιδική και εφηβική κατάθλιψη, οι αναπτυξιακές διαταραχές, οι μαθησιακές δυσκολίες, κ.ο.κ.. Ωστόσο η υπέρ-πληθώρα των διαγνώσεων μαρτυρά την έμμεση παρεμβολή της επιστήμης στην οργάνωση της προσωπικότητας των παιδιών, στην ψυχολογικοποίηση και ψυχιατρικοποίηση της συμπεριφοράς και στον αποκλεισμό των πολιτισμικών παραγόντων από το φάσμα των γενεσιουργών αιτιών. Παράλληλα δε με τον κυρίαρχο λόγο περί της σωστής αγωγής των παιδιών και πρόληψης της επικίνδυνης συμπεριφοράς, ο οποίος επιχειρεί την κανονικοποίηση και χειραγώγηση τους, δημιουργείται ένα φάσμα κοινωνικού ελέγχου και μανιπουλαρίσματος της συμπεριφοράς.

Τρίτη 6 Μαρτίου 2018

Μιλώντας στους γονείς για το διαδίκτυο


Τα παιδιά δίνουν ένα πολύ ισχυρό νόημα ύπαρξης στους γονείς, οπότε είναι φυσιολογικό αυτοί να έχουν αγωνίες, φόβους και ανασφάλειες για το πώς θα τα προφυλάξουν από διάφορους κινδύνους. Στη βάση αυτών των αγωνιών αρκετές δεκαετίες πλέον, σε όλη την Ελλάδα, στήνονται σχολές γονέων, διοργανώνονται ομιλίες και παρεμβάσεις πρόληψης και ενημέρωσης των γονιών για τους κινδύνους και τα μέσα προστασίας από αυτούς οι οποίοι απειλούν τα παιδιά τους. Πριν λίγα χρόνια το μεγάλο βάρος έπεφτε στην πρόληψη και προστασία από τις ναρκωτικές ουσίες, έπειτα ήρθε το bullying και πλέον τα παιδιά μας κινδυνεύουν από το διαδίκτυο.
Στα πλαίσια λοιπόν ενός σκηνικού φόβου για την επικινδυνότητα του διαδικτύου τίθεται το εύλογο ερώτημα, πως η ψηφιακή τεχνολογία επηρεάζει τη ζωή των παιδιών, ποιες είναι οι ευκαιρίες, καθώς και οι κίνδυνοι που υπάρχουν; Πριν απαντήσουμε στο ερώτημα, σημαντικό είναι να δούμε πως η πραγματικότητα, μας έχει ήδη ξεπεράσει. Σήμερα η ψηφιακή τεχνολογία είναι πλέον ένα μη αναστρέψιμο γεγονός στη ζωή όλων μας και φυσικά και στη ζωή των παιδιών. Για τη σημερινή «συνδεδεμένη» γενιά το διαδίκτυο είναι μέρος της καθημερινότητας, δίνει νέες δυνατότητες και σε πολλές περιπτώσεις κάνει τη ζωή πολύ πιο εύκολη. Διαθέτει, ωστόσο, και μια επικίνδυνη όψη, που ενέχει απειλές για τα παιδιά.
Κυρίαρχος στόχος, επομένως, είναι να ελαχιστοποιηθούν οι ζημιές και ταυτόχρονα να μεγιστοποιηθούν τα οφέλη, ώστε να ιδωθεί το διαδίκτυο σαν ευχή κι όχι σαν κατάρα. Η θετική έκβαση αυτής της οπτικής εξαρτάται όμως κυρίως από τον άνθρωπο κι όχι από το διαδίκτυο, από το πώς δηλαδή αυτός, ενήλικας ή παιδί, θα επιλέξει να το χρησιμοποιήσει. Παραδείγματος χάρη, ένα ισορροπημένο παιδί θα αξιοποιήσει το διαδίκτυο για να αυξήσει την κοινωνικότητά του και να ενισχύσει τις διαπροσωπικές του σχέσεις. Θα το αξιοποιήσει, επίσης, ως ερευνητικό εργαλείο για τις σχολικές του δραστηριότητες και ως μέσο ψυχαγωγίας. Από την άλλη ένα παιδί ή ένας έφηβος με προβλήματα στη δομή της προσωπικότητάς του μπορεί να χρησιμοποιεί το διαδίκτυο σαν ένα «ασφαλές» καταφύγιο για να κρύψει τις μειονεξίες του και να πλάσει έναν περισσότερο ιδανικό, αλλά εικονικό κόσμο. Ένα παιδί επίσης που ανήκει σε ένα προβληματικό οικογενειακό πλαίσιο θα βρει στο διαδίκτυο ανακούφιση και διέξοδο. Η καλή ή κακή χρήση εξαρτάται από τη δομή της προσωπικότητας του παιδιού, τις συναισθηματικές του αντοχές και τη δυνατότητα να αυτο-προστατεύεται.
Φυσικά, τα παραπάνω δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να υπάρξουν κίνδυνοι ακόμη και για μια υγιή και δομημένη προσωπικότητα, όταν μιλάμε για παιδιά. Το κάθε παιδί μπορεί να παραπλανηθεί, να πέσει θύμα απάτης, να ξεχαστεί λίγο παραπάνω σε ένα παιχνίδι, να κάνει μια σκανδαλιά. Καλό είναι λοιπόν οι γονείς, λαμβάνοντας κάθε φορά υπόψιν και την ηλικία του παιδιού, να είναι προσεκτικοί, να επαγρυπνούν και κυρίως να είναι ανοιχτοί στην επικοινωνία με τα παιδιά τους. Επιπλέον  χρήσιμο είναι να είναι και οι ίδιοι ενήμεροι και γνώστες των νέων τεχνολογιών, ειδάλλως κινδυνεύουν να θεωρηθούν αναλφάβητοι, σε μια εποχή που η ψηφιακή παιδεία είναι τεκμηριωμένα απαραίτητη. Βέβαια όσα τεχνικά μέσα κι αν διαθέτουν για να  ελέγξουν και κυρίως για να υποστηρίξουν τα παιδιά τους ο κυριότερος παράγοντας προστασίας παραμένει -και αφορά όλους τους κινδύνους- η ενδυνάμωση των ενδοοικογενειακών σχέσεων.
Στην τελευταία ομιλία μου με γονείς παιδιών ενός Δημοτικού σχολείου, ζήτησα από τους πρώτους να κάνουν μια  άσκηση μνήμης. Να σκεφτούν: τι κινδύνους είχε η δική τους εποχή και τι μέσα προστασίας έπαιρναν οι δικοί τους γονείς; Στόχος ήταν να καταλάβουν πως η κάθε εποχή έχει τους κινδύνους της και πως οι γονείς θα έχουν πάντα τις δικές τους αγωνίες, φόβους και προβληματισμούς για το σωστό μεγάλωμα των παιδιών τους. Ιδού λοιπόν τι απάντησαν: Οι κίνδυνοι της δικής μας εποχής ήταν λιγότεροι από τους σημερινούς, αλλά αυτό ακριβώς υποστηρίζαν και οι γονείς μας τότε. Ίσως γιατί αλλιώς βλέπει τον κίνδυνο ένα παιδί κι αλλιώς ένας γονιός, δεν τους αντιμετωπίζει δηλαδή με την ίδια επικινδυνότητα. Παρά ταύτα οι κίνδυνοι που βιώναμε εμείς ως παιδιά δεν είναι οι ίδιοι με τους σημερινούς και αυτό μεγαλώνει την αγωνία μας. Τότε λοιπόν οι γονείς μας ανησυχούσαν για τις κακές παρέες, τα ναρκωτικά, το τσιγάρο, τη σωματική μας ακεραιότητα και τους τραυματισμούς από το παιχνίδι. Φοβόντουσαν ακόμη τα μηχανάκια, αναφέροντας χαριτολογώντας και το γνωστό διάλογο μάνας - γιου, «μάνα θα πάρω μηχανάκι», «θες να με πεθάνεις;».  Ένα άλλο σημείο άγχους, αγωνίας και συγκρούσεων ήταν οι σχέσεις των κοριτσιών με τα αγόρια και ο κίνδυνος ηθικού παραπτώματος. Φοβόντουσαν, τέλος, την αλητεία, τα μπιλιάρδα και τον χουλιγκανισμό.
Τι έκαναν όμως προς αποτροπή των κινδύνων, τι μέσα προστασίας χρησιμοποιούσαν; Οι απαντήσεις τους επικεντρώθηκαν ιδίως στην καλή επικοινωνία και στην εμπιστοσύνη, αλλά και στην  πειθαρχία, στην προσπάθεια  ελέγχου, στις απαγορεύσεις και στις τιμωρίες. Συνήθη ήταν επίσης, σύμφωνα με τα λεγόμενά τους και οι συμβουλές, το «κήρυγμα», ο εκφοβισμός και το κόψιμο του χαρτζιλικιού.
Καταλαβαίνουμε πως κάθε εποχή έχει τους δικούς της κινδύνους και οι γονείς πάντα θα νιώθουν αγωνία, φόβο και ανασφάλεια για το μεγάλωμα των παιδιών τους. Προφανώς, οι κίνδυνοι αλλάζουν πρόσωπο, μορφή και περιεχόμενο και πάντα μας ξαφνιάζουν, διότι δεν είναι οι ίδιοι με αυτούς που εμείς μεγαλώσαμε. Ως εκ τούτου πάντα θεωρούμε πως οι τωρινές συνθήκες είναι περισσότερο επικίνδυνες από τις προηγούμενες. Στην πραγματικότητα, εντούτοις, αυτό που ισχύει είναι πως εμείς είμαστε πλέον στη θέση των γονιών μας!

Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2018

Η ανείπωτη ιστορία μιας επιλεκτικής αλαλίας


Όταν ένας γονιός απευθύνεται σε έναν ειδικό για ένα πρόβλημα του παιδιού του σημαίνει πως το πρόβλημα αυτό έχει κυριαρχήσει σε σημαντικό βαθμό στις σχέσεις. Ο γονιός είναι συνεχώς εστιασμένος σε αυτό και ελαχίστως είναι προσανατολισμένος στη λύση του. Βρίσκεται δηλαδή σε ένα αδιέξοδο, ακινητοποιημένος, αλλά με έντονα συναισθήματα θυμού, φόβου και αγωνίας.
Η Μαρία στην πρώτη τηλεφωνική της επικοινωνία μαζί μου, μου ανέφερε πως έχει ένα πρόβλημα με την κόρη της, την Ιωάννα, και πως θα ήθελε να έρθει από κοντά για να το συζητήσουμε. Η Ιωάννα ενώ δεν έχει κανένα πρόβλημα με την ομιλία της, επιλέγει εκτός σπιτιού να μη μιλά καθόλου. Η Μαρία και ο άντρας της έχουν θορυβηθεί, ανησυχούν πολύ και είναι διατεθειμένοι να κάνουν ότι χρειαστεί για να βοηθήσουν το παιδί τους. Η στάση τους, αλλά και του σχολείου, είναι θετική και ενθαρρυντική, πλην όμως κατανοούν το πρόβλημα της Ιωάννας ως δομικό στοιχείο της προσωπικότητάς της. Οι μεν δάσκαλοι υποστηρίζουν πως κάτι έχει κλειδώσει τον ψυχισμό του παιδιού και οι γονείς ανησυχούν πως ένα χαρακτηριστικό της Ιωάννας που είναι από τη φύση της ντροπαλή, επιβαρύνεται από τον στιγματισμό της ως άφωνη. Έτσι, γονείς και δάσκαλοι, προσπαθούν να ενθαρρύνουν την Ιωάννα και να ενισχύσουν την αυτοεκτίμησή της, εστιάζοντας όμως στο σύμπτωμα της αλαλίας και αναζητώντας τις αιτίες του στην ντροπαλή προσωπικότητα της. Σε αντίθεση με αυτό, έπειτα από κάποιες συνεδρίες πρότεινα στη μητέρα να επιχειρήσουμε να δούμε το πρόβλημα όχι ως ένα υποκειμενικό στοιχείο της προσωπικότητας της Ιωάννας, αλλά ως μια κατασκευή της, άρα σαν ένα δημιούργημα που φέρει αντικειμενικά χαρακτηριστικά και ίσως κουβαλάει ένα μήνυμα. Για να γίνει αυτό κατανοητό τόσο από την ίδια όσο κι από το παιδί, τής ανέθεσα να ζητήσει από την Ιωάννα να δώσει ένα όνομα σε αυτό που πιστεύει πως την εμποδίζει να μιλήσει στο σχολείο. Η Ιωάννα δεν άργησε να διαλέξει το όνομα «φόβος».
Με όχημα λοιπόν την θέαση της επιλεκτικής αλαλίας, αφενός ως ένα εξωτερικό χαρακτηριστικό και  αφετέρου ως ένα μέσο με το οποίο η Ιωάννα διηγείται μια ιστορία, το επόμενο στάδιο της θεραπείας ήταν να προσπαθήσουμε να αποκωδικοποιήσουμε την ιστορία αυτή. Αν θέλουμε όμως να μάθουμε την αλήθεια του συμπτώματος, τότε θα πρέπει καταρχήν να αποδομήσουμε την κυρίαρχη ιστορία του. Η Μαρία πίστευε πως η αλαλία ξεκίνησε εξαιτίας μιας δυσλειτουργικής δασκάλας που δεν κατάφερε να ενσωματώσει στην τάξη την Ιωάννα.
Τι γίνεται όμως όταν αποδομείς μια πραγματικότητα και την ιστορία που έχεις φτιάξει για να την ερμηνεύεις; Συνήθως σε κυριεύει το άγχος και αυξάνει η αβεβαιότητα, όπως συνέβη και με τη Μαρία που όσο αντιλαμβανόταν πως η ιστορία πίσω από την αλαλία δεν είναι η συστολή της Ιωάννας ή μια κακή δασκάλα, τόσο αγχωνόταν για το τι μπορεί να «πει» η αλαλία.  Ήταν σαν να αντιλαμβανόταν πως μέσα από το σύμπτωμα του παιδιού άνοιγε μια δική της παλιά ιστορία φόβου,  ντροπής και έλλειψης αποδοχής.
Η Μαρία μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου κοινός τόπος στην ιστορία της οικογένειάς της  ήταν πως δεν έζησαν αυτό που ήθελαν. Η γενιά των παππούδων της έζησε με το όραμα της άρσης της κοινωνικής αδικίας, στο οποίο απέτυχε, με την ήττα του εμφυλίου και εξορίστηκε στην Ανατολική Ευρώπη. Η επόμενη γενιά έζησε με το όραμα της επιστροφής στην πατρίδα, όπου επέστρεψε μεν, δεν τα κατάφερε δε στην προσαρμογή. Η ίδια η Μαρία θυμάται πως για τους γονείς της ήταν  «επιστροφή στην πατρίδα», για εκείνη όμως ήταν ξεριζωμός από το οικείο της περιβάλλον. Η μια ξενιτιά μέσα στην άλλη δίχως την αίσθηση ενός βιωμένου «ανήκειν». Τρεις γενιές που βίωσαν την ξενικότητα, αλλά έμαθαν να την αντέχουν, χωρίς να μιλούν ποτέ για αυτή. Η Ιωάννα ως συνεχιστής της παράδοσης βιώνει την ίδια ξενικότητα στο σχολείο που βίωσε ο παππούς με την εξορία και η μαμά με την επιστροφή στην πατρίδα. Ως εκπρόσωπος της 4ης γενιάς αναπαραγάγει, μέσω του συμπτώματος της αλαλίας, το μοτίβο της αποτυχίας και του μη ανήκειν. Φοβάται την αποτυχία, ντρέπεται να συμμετάσχει ισότιμα, χωρίς να γνωρίζει φυσικά πως έτσι γίνεται κρίκος μιας γενεαλογικής αλυσίδας. Αυτή την αλυσίδα πρώτα η Μαρία, ως ενήλικη, χρειάζεται να σπάσει και να δέσει διαφορετικά, μέσα από την αναπλαισίωση του τραύματος και την διαχείριση του φόβου και μπαίνοντας σε μια διαδικασία όπου θα «μιλήσει» για όσα την κάνουν να νιώθει ξένη, στο γάμο της, στην οικογένεια της, στην εργασία της.
Η παράλληλη θεραπευτική δουλειά της Μαρίας που σπάει τη δική της σιωπή και προσπαθεί να βγει από το μοτίβο «προκειμένου να ανήκω, δεν θα εκφράζω τις ανάγκες μου» με αυτή της Ιωάννας που σταδιακά δίνει άλλες διαστάσεις στο φόβο, καταφέρνοντας να τον νικήσει, την έχουν οδηγήσει σήμερα αρκετό καιρό μετά την πρώτη συνάντηση σε απαλλαγή από το σύμπτωμα της επιλεκτικής αλαλίας, μα κυρίως στην ουσιαστική της συμμετοχή και ένταξη στην ομάδα των συνομηλίκων.
Χαρτογραφώντας τις συμπεριφορές των παιδιών θα ανακαλύψουμε πως μέσα από κάποιες που τις θεωρούμε προβληματικές υπάρχουν κρυμμένα μηνύματα που στέλνουν τα παιδιά μην έχοντας άλλους τρόπους να τα εκφράσουν. Όσο κι αν μας ταλαιπωρούν και θέλουμε να απαλλαγούμε από αυτές, χρειάζεται πρώτα να τις «ακούσουμε». Οι προβληματικές συμπεριφορές λειτουργούν ως ένα σύμπτωμα που κουβαλά μια αλήθεια, η οποία δεν μπορεί να ειπωθεί με άλλους τρόπους. Όταν αυτή η αλήθεια γίνει μέρος της ζωής μας και δεν είναι τόσο τρομακτική τότε και μόνο τότε ένα παιδί δεν έχει ανάγκη το σύμπτωμα και επομένως παύει να το χρησιμοποιεί.