Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εφηβεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εφηβεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2023

Μορφές «επαναστατικότητας» των σημερινών εφήβων

...με αφορμή τα αυξανόμενα περιστατικά που έρχονται στο γραφείο μου με γονείς και εφήβους που θέτουν το ζήτημα της σεξουαλικότητας με νέους όρους... 

Οι έφηβοι σε κάθε γενιά ωθούνται, από την ανάγκη και την επιθυμία της ενηλικίωσης, σε μια προσπάθεια αμφισβήτησης των ορίων της οικογένειας και της κοινωνίας τους. Τα όρια συνεπάγονται όλο το ιδεολογικό φάσμα της κουλτούρας των συστημάτων που ανήκουν κι όχι μόνο τους κανονιστικούς όρους συμπεριφοράς. Αναφέρονται δηλαδή σε αρχές, αξίες και ρόλους οι οποίοι υφαίνουν τους υπαρξιακούς σκοπούς και τα επιμέρους νοήματα με τα οποία οι νέοι θα συνδέσουν τις ζωές τους.

Η σημαντικότητα αυτών των ορίων για την ύπαρξή τους είναι, επομένως, αυτή που κάνει τους έφηβους να τα αμφισβητούν και να «δοκιμάζουν» την ανθεκτικότητά τους, ώστε να είναι σίγουροι για το «μοντέλο» ύπαρξης και συνύπαρξης που τους προτείνουν. Έτσι κάθε γενιά, ασυνείδητα, καταγγέλλει αυτό που επιθυμεί να διαφοροποιήσει -και ίσως αυτό που η προηγούμενη δεν κατόρθωσε να εξελίξει:

 

Η καταγγελία του «παραδοσιακού βίου»

Η επαναστατικότητα κάθε γενιάς, ανάλογα των κοινωνικών ορίων, συγκλίνει σε διαφορετικά ζητήματα. Παραδείγματος χάρη η δική μου γενιά επιχείρησε να διασπάσει τα όρια της παραδοσιακότητας των σχέσεων, αμφισβήτησε με ορμή τις κοινωνικές συμβάσεις και επιχείρησε την ανατροπή των θεσμικών ορίων που τις συνόδευε. Στην προσπάθεια παραβίασης των ορίων, όπως συμβαίνει συνήθως, αρκετοί νέοι αμφισβήτησαν γόνιμα την παραδοσιακή κουλτούρα και επιχείρησαν να ανοίξουν τον δρόμο σε ένα νέο μοτίβο νοηματοδότησης της ζωής. Ωστόσο υπήρξαν και αρκετοί που συνέδεσαν την παραβίαση με την παράβαση και είτε εντάχθηκαν στους κόλπους εκείνων που επιχείρησαν την ψευδοαυτονόμηση μέσω των ναρκωτικών, είτε εγκλωβίστηκαν σε ένα παράδοξο σχήμα όπου φαινομενικά ζούσαν ως νεωτεριστές, αλλά επί της ουσίας περικλείανε μέσα τους πολύ έντονα την παράδοση.

 

Η καταγγελία του «φαίνεσθαι»

Η επόμενη γενιά προσπάθησε να μεταβάλλει τα όρια πειραματιζόμενοι με το σώμα και την εμφάνιση. Κυριαρχούν τα τατουάζ, τα οποία γίνονται μόδα, οι παρεμβάσεις στο μαλλί, τα σκουλαρίκια σε όλο το σώμα και τα εκκεντρικά ντυσίματα. Ο στόχος της ήταν να καταγγείλει την κουλτούρα του «φαίνεσθαι» που είχε υιοθετήσει η κοινωνία του life style, μια κοινωνία που βάδιζε ολοταχώς πίσω από το άρμα της κατανάλωσης. Ωστόσο σε αρκετές περιπτώσεις η ίδια η διαφορετικότητά τους στηριζόταν επίσης στην κατανάλωση και μάλιστα με τα χρήματα των γονιών τους. Ήταν η γενιά που ανατράφηκε με γνώμονα τα δικαιώματα κι όχι τις υποχρεώσεις με αποτέλεσμα η δική τους καταγγελία πολύ γρήγορα να αφομοιωθεί από το κυρίαρχο ιδεολογικό σύστημα. Ήταν μια γενιά που η δική της «επανάσταση» δεν έκανε μεγάλο κρότο.

 

Η καταγγελία της «ανελευθερίας»

Η τωρινή γενιά εφήβων πειραματίζεται έντονα με την σεξουαλικότητα, έχει δηλαδή την τάση να δημιουργεί διαφορετικού τύπου σεξουαλικές σχέσεις. Το σεξ με το ίδιο φύλο, οι τριγωνικές σχέσεις, το ομαδικό σεξ, το σεξ μεταξύ φίλων (φίλοι με πλεονεκτήματα) είναι μερικές από τις νέες μορφές σεξουαλικότητας με τις οποίες πειραματίζονται οι σημερινοί έφηβοι και οι νεαροί ενήλικες. Στην ουσία η σημερινή γενιά καταγγέλλει τις τυπικές κι ανούσιες συντροφικές σχέσεις της παιδοκεντρικής οικογένειας κι αναζητά ένα νέο πλαίσιο να στεγάσει την έκφραση της ερωτικής επιθυμίας, η οποία προφανώς δεν συνδέεται μόνο με το σεξ, αλλά με την ίδια την νοηματοδότηση της ζωής.

Οι γονείς τους είναι τα φροντισμένα παιδιά των προηγούμενων δεκαετιών, οι οποίοι δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα συμπαγές και παράλληλα ευέλικτο σύστημα σχέσεων. Είναι οι γονείς που δεν κατάφεραν να νοηματοδοτήσουν την συντροφική τους σχέση, η οποία κατέρρευσε με ποικίλους τρόπους, διαζύγια, τυπικές σχέσεις, άλυτες και συνεχώς αυξανόμενες εντάσεις και συγκρούσεις, κ.ο.κ.

Η σημερινή γενιά είναι τα παιδιά που σηκώνουν στις πλάτες τους το βάρος όχι μόνο των συμβατικών σχέσεων των γονιών τους, αλλά και την έλλειψη προοπτικής μιας κοινωνίας που βουλιάζει από κρίση σε κρίση δίχως να μαθαίνει και να τροποποιεί την στάση της.

Η σεξουαλικότητα ως πηγαία έκφραση της ζωής γίνεται στα χέρια τους το μέσο να καταγγείλουν την συρρίκνωση της επιθυμίας της προηγούμενης γενιάς, η οποία την έδεσε πίσω από την ευδαιμονία της κατανάλωσης και το μέσο να βρουν νέες πιο ουσιαστικές μορφές συμβίωσης.

Ωστόσο, όπως συμβαίνει σε κάθε γενιά αρκετοί νέοι όντως αναζητούν πιο πηγαίες μορφές συνύπαρξης και νιώθουν αρκούντως πιο απελευθερωμένοι, όμως οι περισσότεροι εγκλωβίζονται στην ανάγκη των νέων πειραματισμών και κινούνται σε μια διαρκή, αλλά άγονη, αναζήτηση ταυτότητας με αποτέλεσμα να βιώνουν ένα αίσθημα ασάφειας και να καθυστερεί η ουσιαστική ενηλικίωσή τους.

Σάββατο 14 Απριλίου 2018

Εφηβική παραβατικότητα


Η παραβατικότητα των νέων ίσως να μην είναι ένα φαινόμενο καθημερινό, όταν ωστόσο συμβαίνει, συνήθως παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις ένας μικρός αριθμός εφήβων εμπλέκεται σε κλοπές, απειλές, ξυλοδαρμούς. Οι ίδιοι εντάσσονται σε ομάδες με αποκλίνουσα συμπεριφορά που σε αρκετές περιπτώσεις οδηγεί ακόμη και σε αξιόποινες πράξεις. Εκφοβισμοί συνομηλίκων, μικροκλοπές τηλεφώνων, χρημάτων, απρόσκοπτες επιθέσεις ρατσιστικού, φυλετικού ή άλλου χαρακτήρα συνθέτουν ένα καμβά ανάρμοστης συμπεριφοράς, βίας και ανομίας. Αυτό που χαρακτηρίζει αυτές τις ομάδες είναι μια ιδιάζουσα υποκουλτούρα, η οποία μεταφράζεται σε προβληματικές σχέσεις του έφηβου με το σχολείο και την οικογένειά του, την οριακή διακινδύνευση και τη χαμηλή κοινωνικότητα. Σε ψυχολογικό επίπεδο, οι συμπεριφορές αυτών των εφήβων εντάσσονται σε μια κατηγορία διαταραχών της διαγωγής με κύρια γνωρίσματα την επιθετική και δυσλειτουργική συμπεριφορά, η οποία όμως υπερβαίνει τη συνήθη επιθετικότητα ενός εφήβου. Ειδικότερα, διαφέρουν από τα δύσκολα ή τα άτακτα παιδιά ως προς την έκταση αλλά και την ένταση των αντιδραστικών συμπεριφορών. Κυρίως δε, διαφέρουν στο επίπεδο και την ένταση του θυμού, ο οποίος άλλωστε είναι αυτός που κρύβεται πίσω από τη συμπεριφορά τους. Ασφαλώς, τα παιδιά αυτά δε θα μπορούσαν παρά να είναι θυμωμένα, βιώνοντας στην οικογένειά τους από μικρή ηλικία μια μόνιμη απειλή της ταυτότητάς τους, καθώς και συναισθήματα απόρριψης, υποτίμησης και απογοήτευσης, τα οποία στη συνέχεια, εξαιτίας των πράξεων τους, τα βιώνουν και στον κοινωνικό τους περίγυρο. Περαιτέρω, γίνεται φανερό ότι οι πράξεις βίας αποκτούν μια αξία συμβολική και εμπεριέχουν νοήματα αυτοπροσδιορισμού. Με δύο λόγια δηλαδή, οι πράξεις βίας είναι συγχρόνως και πράξεις συμβολικές που σημασιοδοτούν και νοηματοδοτούν την ύπαρξη και δημιουργούν εικόνες του εαυτού, μέσω των οποίων ο νέος κατανοεί τη θέση του μέσα στον κόσμο και ορίζει τις σχέσεις του με άλλα άτομα, ομάδες και θεσμούς.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ανάρμοστη συμπεριφορά δεν εκλαμβάνεται, ως προσβολή ενός ηθικού κανόνα, αλλά ως απόκλιση από ένα κοινό πρότυπο κοινωνικής και προσωπικής ανάπτυξης. Συνεπώς, η βία των νέων δεν εκφράζει μόνο μια αντίθεση προς την κοινωνία και τους θεσμούς, αλλά εξηγείται και με όρους κοινωνικής δυσλειτουργίας και ψυχικής ανωριμότητας. Ταυτόχρονα, ερμηνεύεται ως σύμπτωμα ενός βαθύτερου προβλήματος, το οποίο αφορά τη διαταραγμένη σχέση του έφηβου με την οικογένεια  και την κοινωνία.
Ως εκ τούτου, οι έφηβοι με βίαιη συμπεριφορά απασχολούν όλο και συχνότερα το σχολείο, την οικογένεια, αλλά και τις αστυνομικές και δικαστικές υπηρεσίες. Κυρίως, βέβαια, τα παραπάνω αντιμετωπίζονται σαν ένα φαινόμενο «ενοχλητικό». Η έμφαση δίνεται, συνήθως, στην επίπτωση της συμπεριφοράς των παιδιών αυτών στους άλλους, παραβλέποντας αυτά που νιώθει το ίδιο το παιδί-θύτης. Η αντίληψη αυτή δυστυχώς ισχυροποιεί την βίαιη αντίδραση, της δίνει υπόσταση και επειδή την κατατάσσει στις επικίνδυνες συμπεριφορές της δίνει και ισχύ. Αντιθέτως, οι βίαιοι έφηβοι διακατέχονται κυρίως από ένα αίσθημα ψυχικής οδύνης απέναντι στο οποίο «θωρακίζονται» με τη βίαιη συμπεριφορά τους, αναπτύσσοντας μια αμυντική λειτουργία κρατώντας ερμητικά κλεισμένη μέσα τους την οδύνη.
Οι νέοι αυτοί, λοιπόν, καλά κάνουν και δεν καταπίνουν τον θυμό τους, γιατί αυτός κρύβει μια διαμαρτυρία και εκφράζει μια δυσλειτουργική κατάσταση (οικογενειακή ή/και κοινωνική). Το προβληματικό είναι, πως αντί να αποκτήσουν δεξιότητες κοινωνικές και συναισθηματικές για να τον καταπραΰνουν, τον αναμοχλεύουν με αυτοκαταστροφικές και καταστροφικές συνέπειες.
Πέρα από τον έντονο θυμό, οι βίαιοι έφηβοι χαρακτηρίζονται κι από μια δυσκολία ελέγχου της παρόρμησης, δεν μπορούν, δηλαδή, να αντιληφθούν την έννοια των ορίων. Επιπλέον, απουσιάζει από αυτούς η ενσυναίσθηση, η ικανότητα να αντιλαμβάνονται τα συναισθήματα που δημιουργούν οι βίαιες πράξεις τους στους άλλους. Αυτοί, επομένως, που τρομοκρατούν και αναστατώνουν την κοινωνία μας ανήκουν σε μια κατηγορία ευάλωτων  και διαταραγμένων παιδιών που χρειάζονται επανακοινωνικοποίηση.
Τι συμβαίνει όμως και μια τόσο μικρή ομάδα εφήβων καταφέρνει να εξουσιάζει το δημόσιο χώρο και κάνει όλους τους υπόλοιπους να σιωπούν, να φοβούνται ή να υιοθετούν επίσης επιθετικές συμπεριφορές για να αμυνθούν; Πως μια μικρή μερίδα εφήβων που όπως εξήγησα παραπάνω είναι ευάλωτοι και όχι δυνατοί καταφέρνουν να συσπειρωθούν και όλοι οι υπόλοιποι συρρικνώνονται σε ατομικές προσπάθειες προστασίας; Είναι αυτοί δυνατοί ή οι κοινωνίες μας αποδυναμωμένες και κατακερματισμένες;
Κατά την άποψή μου, τα φαινόμενα αυτά είναι μια διαρκής υπενθύμιση πως οι κοινωνίες μας έχουν ανάγκη από επαγρύπνηση και ενεργή συμμετοχή. Το ζητούμενο είναι οι τοπικές κοινωνίες να δρουν και να αντιδρούν συλλογικά και με αυξημένη αίσθηση της συνευθύνης. Δε χρειάζεται, με λίγα λόγια, να δρούμε μόνο όταν μας αφορά κάτι προσωπικά, αλλά προτάσσοντας το κοινωνικό συμφέρον, ως μέσο προστασίας και του ατομικού συμφέροντος.
Η μόνη αποτελεσματική επιλογή σε αυτή την διαδικασία δεν είναι, επομένως, η ενεργοποίηση των κατασταλτικών μηχανισμών, η αντεκδίκηση και οι επιθέσεις ως τακτική άμυνας, αλλά η διαρκής επιμονή μας στην διατήρηση των δικών μας αξιών. Δεν απαντάμε στη βία με βία, γιατί ο θυμός θεριεύει με το θυμό. Επίσης, τα φαινόμενα αυτά δεν χρειάζεται να τα αντιμετωπίζουμε εν θερμώ, αλλά με σύνεση και αναστοχασμό, ως ένα εφαλτήριο που θα το αξιοποιήσουμε για να ενδυναμώσουμε τα θετικά αντανακλαστικά της κοινωνίας. Η θετική μας αντίδραση στέλνει ένα ισχυρό μήνυμα στα βίαια παιδιά, ενώ παράλληλα τους καθρεφτίζει τις ελλείψεις τους. Στόχος δεν είναι να πολεμήσουμε τη βία αλλά να την αχρηστεύσουμε, να την αποδυναμώσουμε ενισχύοντας τους κοινωνικούς δεσμούς στη γειτονιά, στο σχολείο, στην συνοικία, στο δήμο. Να αναπτύξουμε νέα δίκτυα συλλογικότητας αφενός ως ασπίδα προστασίας και αφετέρου ως κοιτίδες δημιουργικότητας.  Γιατί όταν το καλό συσπειρωθεί πάντα κερδίζει!!!



Τρίτη 6 Ιουνίου 2017

Πανελλήνιες εξετάσεις ...εμπιστοσύνης

Οι πανελλήνιες εξετάσεις αποτελούν το τελικό φίλτρο μιας πολύ επώδυνης διαδιακασίας που ξεκινά από πολύ νωρίς. Όλο το εκπαιδευτικό σύστημα, από το δημοτικό σχολείο ακόμη, έχει έναν εξεταστικοκεντρικό χαρακτήρα. Δεν εστιάζει στην γνώση, αλλά επικεντρώνεται στην “σωστή” προετοιμασία των παιδιών για το μέλλον. Στερεί επομένως από τα παιδιά την χαρά του βιώματος και της μάθησης στο εδώ και τώρα. Οι μαθητές γίνονται εργάτες της γνώσης, με εξαντλητικά ωράρια και πολλές αφόρητες συναισθηματικές πιέσεις από την οικογένεια και τους καθηγητές. Αισθάνονται από πολύ μικροί ότι είναι άξιοι μόνο αν πετυχαίνουν. Γίνονται ανταγωνιστικοί, φοβικοί και δεν εστιάζουν στην απόλαυση. Οι νέοι όμως έχουν και οράματα που δεν στριμώχνονται μέσα στα στενά όρια της επιτυχίας που ορίζουν οι άλλοι για αυτούς. Αντιλαμβάνονται αυτό που συμβαίνει, είναι κριτικοί, καμιά φορά αντιδρούν κιόλας. Είναι δύσκολο όμως για ένα νέο άνθρωπο σήμερα να ορίσει τις προσωπικές του συντεταγμένες. Το περιβάλλον είναι αβέβαιο και οι συνθήκες δύσκολες. Είναι η άτυχη γενιά που καλείται να ζήσει χειρότερα από τις προηγούμενες. Οι καλές επιλογές ελάχιστες και οι επιθυμίες πολλές. Πολλές δυστυχώς και οι προσδοκίες των γονιών από αυτά. Σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο οι έφηβοι που είναι μπροστά στις πανελλήνιες εξετάσεις μοιάζουν μπερδεμένοι. Από την άλλη πολλοί γονείς έχουν ακόμη την αυταπάτη ότι οι εξετάσεις αυτές είναι το διαβατήριο για μια καλύτερη ζωή ή ακόμη χειρότερα για την ενηλικίωση των παιδιών τους.
Η ωριμότητα όμως του έφηβου και ο τρόπος με τον οποίο θα αυτονομηθεί δεν εξαρτάται αποκλειστικά από μια διαδιακασία, όπως είναι οι πανελλήνιες εξετάσεις. Εξαρτάται κυρίως από τα ψυχικά εφόδια που απέκτησε από την οικογένεια και το σχολείο και τις δεξιότητες που κατάφερε να αναπτύξει για να μπορεί να πραγματώνει τους στόχους του.
Οι πανελλήνιες εξετάσεις βέβαια δεν είναι άνευ σημασίας. Μπορούν να διευκολύνουν την μετάβαση προς την αυτονόμηση (συναισθηματική και επαγγελματική) και να της δώσουν μια προοπτική. Η σημαντικότητα τους λοιπόν – ως μέσο – και ο στιγμιαίος και ανταγωνιστικός τους χαρακτήρας δημιουργεί δικαιολογημένα ένα περιβάλλον άγχους. Ένα περιβάλλον όπου δοκιμάζεται η αντοχή των νέων, η ψυχραιμία τους, αλλά σίγουρα και η αυτοεκτίμηση τους.
Οι νέοι έχουν όνειρα για την ζωή αλλά ταυτόχρονα είναι ανασφαλείς με τις επιλογές τους. Διακατέχονται με άγχος ακόμη και πριν την διάρκεια των εξετάσεων, όπως και αργότερα. Τους φαντάζει δύσκολο ακόμη και να συμπληρώσουν μόνοι τους το κατά τα άλλα δαιδαλώδες μηχανογραφικό τους. Γιατί άραγε συμβαίνει αυτό; μην ξεχνάμε πως αυτά τα παιδιά ανήκουν στην γενιά που δεν έχουν μάθει από πολύ μικρά να κάνουν τίποτα δίχως την επίβλεψη ενός ενήλικα. Η καθοδήγηση και ο έλεγχος ήταν παντού: στο παιχνίδι, στο διάβασμα, στις σχέσεις. Η ίδια αγωνία υπήρχε και για τους βαθμούς του σχολείου, για τις εξετάσεις πιστοποίησης των αγγλικών, κλπ. Έτσι οι νέοι έμαθαν να μην πολυεμπιστεύονται τον εαυτό τους. Οι γονείς ήταν εκεί πάντα παρόντες, έξω από το σχολείο, το εξεταστικό κέντρο και πάντα μοιραζόταν την ίδια αγωνία με τα παιδιά τους – ίσως και μεγαλύτερη. Η ίδια εικόνα επικρατεί και έξω από τα εξεταστικά κέντρα των πανελληνίων εξετάσεων: γονείς μαζεμένοι, με την αγωνία έκδηλη στο πρόσωπό τους. Αν μπορούσαν να βάλουν λόγια στην αγωνία τους, αυτή θα έλεγε πολλά. Χρόνιες θυσίες, κόποι, έξοδα, στεναχώριες, χαρές, αναπανάληπτες στιγμές που ζήσαν με τα παιδιά τους. Και τώρα αυτά είναι μπροστά σε μια διαδικασία που αν πετύχουν θα φύγουν από το σπίτι (άντε να το αντέξεις), ενώ αν αποτύχουν θα μείνουν (άντε να το αντέξεις κι αυτό). Είναι σημαντικό να καταλάβουν οι γονείς τους λόγους που αγωνιούν. Είναι επειδή τα παιδιά τους θα φύγουν ή ο φόβος της αποτυχίας. Στην πρώτη περίπτωση χρειάζεται να αναρωτηθούν τι είδους σχέση έχουν με τον σύντροφό τους και πόσο αυτή θα επηρεαστεί με την απομάκρυνση του παιδιού από το σπίτι. Στην δεύτερη περίπτωση χρειάζεται να αναρωτηθούν πόσο έχουν θωρακίσει το παιδί τους να αντέχει τις αποτυχίες και να αντιλαμβάνεται την ευθύνη του. Αν δίνουν απαντήσεις στις αγωνίες τους, τότε δεν θα χρειαστεί να σταθούν έξω από τα εξεταστικά κέντρα. Μπορούν να συμπαρασταθούν στο παιδί τους με άλλους τρόπους, πιο ουσιαστικούς. Υπάρχει δηλαδή και η υγιής αγωνία, που όλοι οι γονείς έχουμε. Φέτος μάλιστα δεν γράφω για το άγχος που προκαλούν οι πανελλήνιες εξετάσεις μόνο ως ειδικός, αλλά κι ως γονιός μαθήτριας τρίτης Λυκείου. Το κυρίαρχο συναίσθημα που με διακατέχει είναι η χαρά και η περηφάνια μου να βλέπω το παιδί μου να παλεύει – γιατί αυτό παλεύει, όχι εμείς. Διαισθάνομαι τον κόπο της, το άγχος της και όλοι μαζί η υπόλοιπη οικογένεια προσπαθούμε να είμαστε αρωγοί και συμπαραστάτες σε αυτή την διαδικασία. Η μαγική λέξη είναι η εμπιστοσύση. Δύσκολα κατακτιέται, όταν όμως υπάρχει αποτελεί την ικανή συνθήκη να χωρέσουν εκεί μέσα και οι επιτυχίες και οι αποτυχίες. Η εμπιστοσύνη –που ξεκινά από την εμπιστοσύνη στον εαυτό μας - μπορεί να να επιτρέψει στον καθένα ξεχωριστά να υφαίνει τα δικά του προσωπικά νοήματα στην ζωή και να επιτρέπει και στους υπόλοιπους να έχουν τα δικά τους. Οι αληθινές εξετάσεις ή τουλάχιστον οι εξετάσεις που έχουν προηγηθεί για μαθητές και γονείς είναι αυτές της εμπιστοσύνης…
Το μέλλον των παιδιών μας λοιπόν δεν το κρίνουν οι πανελλήνιες. Το κρίνει κυρίως ο βαθμός ετοιμότητας ενός παιδιού να αυτονομηθεί. Και ευκαιρίες για να το πράξει θα έχει πολλές. Εύχομαι από καρδιάς μια ευκαιρία να είναι και οι φετινές πανελλήνιες εξετάσεις.


Γιώργος Γιαννούσης
Ψυχοθεραπευτής, οικογενειακός θεραπευτής
Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

giannousisgiorgos@gmail.com

Κυριακή 17 Απριλίου 2016

Ο φόβος των πανελλήνιων εξετάσεων, ως φόβος για την ενηλικίωση


Λίγο πριν τις πανελλήνιες εξετάσεις και πάλι γίνεται κουβέντα για το λεγόμενο άγχος των εξετάσεων. Αρκετοί από τους περίπου 100000 μαθητές που θα συμμετάσχουν στις πανελλήνιες διακατέχονται από φόβους και αγωνίες που καμιά φορά υπερβαίνουν τους φυσιολογικούς.
Αν δούμε τα πράγματα με προσοχή διαπιστώνουμε τα αυτονόητα: οι μαθητές είναι εγκλωβισμένοι σε ένα απαιτητικό ημερήσιο πρόγραμμα συμμετοχής στο σχολείο και το  φροντιστήριο συν τις επιπλέον ώρες διαβάσματος στο σπίτι. Υπολογίζεται πως οι μαθητές σπαταλούν εβδομαδιαίως 30 ώρες στο σχολείο, 15 στο φροντιστήριο και 15 στο σπίτι, δηλαδή εργάζονται περισσότερο από έναν κανονικό εργαζόμενο (συνολικά 60 ώρες). Δεν απομένει δηλαδή σχεδόν καθόλου ελεύθερος χρόνος, σε μια ηλικία που οι έφηβοι έχουν αυξημένες ανάγκες –βιολογικές, συναισθηματικές, κοινωνικές.
Αποτέλεσμα αυτής της πίεσης είναι πολλοί μαθητές να έχουν καταρχήν κάποια σωματικά συμπτώματα όπως δύσπνοια ή ταχυκαρδία και να οδηγούνται σταδιακά σε ένα είδος συναισθηματικού μπλακ άουτ. Την πίεση αυξάνουν οι οικονομικές δυσκολίες, μια που οι μαθητές αισθάνονται περισσότερο υπόλογοι να «πετύχουν», προς τους γονείς τους. Την ίδια πίεση ασκούν πολλές φορές και οι συγγενείς ή ακόμη και οι τοπικές κοινωνίες. Είναι χαρακτηριστικά τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων με τις προσωπογραφίες των επιτυχόντων μαθητών.
Όλα τα παραπάνω συγκλίνουν στο ότι οι πανελλήνιες εξετάσεις έχουν λάβει ένα χαρακτήρα συμβολικής και κυριολεκτικής μετάβασης στην ενηλικίωση. Ιδωμένη ως διαβατήρια τελετή έχει έντονα συναισθηματικές φορτίσεις τόσο για τους γονείς όσο βεβαίως και για τους νέους:  συμπυκνώνουν τις προσδοκίες, τα όνειρα και τους στόχους των νέων και των οικογενειών τους για το μέλλον.
Ως εκ τούτου αποκτά περισσότερα σημασιολογικά χαρακτηριστικά από αυτά που εξυφαίνονται στην καθημερινότητα της οικογένειας και τουλάχιστον περισσότερα από αυτά που η οικογένεια καταφέρνει να επικοινωνήσει. Αποκτά χαρακτηριστικά, δηλαδή, νοηματοδότησης της ύπαρξης και συγκρότησης της ταυτότητας του παιδιού ως ενήλικα. Μοιάζει ως ο κόμβος που θα μεταμορφώσει το παιδί σε ενήλικα και θα του δώσει προοπτική στη ζωή. Αυτό είναι το νόημα των εξετάσεων, για αυτό το σκοπό όλη η οικογένεια επικεντρώνεται με θυσίες στην επίτευξή του και συμμετέχει στην αγωνία του εξεταζόμενου. Ένα νόημα που υφαίνεται στην ελληνική κοινωνία δεκαετίες τώρα και πάντα με τον ίδιο στείρο τρόπο και την ίδια μεθοδολογία.
Μάθε παιδί μου γράμματα, να προκόψεις να φύγεις από αυτή τη ζωή που εμείς κάνουμε, λέγανε κάποτε οι γονείς στα παιδιά. Έτσι το σχολείο αποκτούσε ένα υπερβατικό νόημα και δημιουργούσε φαντασιακές εικόνες στα παιδιά. Φαντασιακές εικόνες που στοχεύανε στην κοινωνική κινητικότητα και την άνοδο του βιοτικού επιπέδου, καθώς και το πέρασμα στην εύκολη ζωή. Από την άλλη το εθνικό σχολείο των προηγούμενων δεκαετιών ως το 80’ προσέδιδε νόημα οριοθετώντας την συλλογική ύπαρξη των παιδιών μέσα από την ιδεολογία της κοινότητας, της θρησκείας και του έθνους. Στο σημερινό σχολείο της ετερότητας παραμένει αδιευκρίνιστο το συλλογικό διακύβευμα της παιδείας (τι παιδιά θέλουμε να βγάλουμε) ή κινείται ιδεολογικά στον άξονα της αγοράς. Επίσης, το νόημα έχει χαθεί κάπου μεταξύ του αναλυτικού προγράμματος και της αμορφωσιάς. Το αναλυτικό πρόγραμμα κατάφερε την τελευταία δεκαετία να ευνουχίσει εντελώς όποια απομεινάρια δημιουργικής σκέψης υπήρχαν στον εκπαιδευτικό άνθρωπο. Και φυσικά χάθηκε το νόημα στο τεράστιο ποσοστό ανεργίας των νέων (πτυχιούχων) που δεν αντιλαμβάνονται πλέον τις σπουδές ως διαβατήριο στην επαγγελματική κατοχύρωση.

Από την άλλη οι γονείς μην μπορώντας να εμπνευστούν νέα νοήματα για τη ζωή τους πολύ εύκολα σέρνονται από τις προσδοκίες που έχουν για τα παιδιά τους. Μοιάζει δηλαδή να μην αποδέχονται τα παιδιά τους ως αυθύπαρκτα όντα, αλλά ως παιδιά της επιθυμίας τους. Η αποδοχή όμως είναι ένας από τους τρεις βασικότερους πυλώνες της αγάπης. Όταν δεν μας αποδέχονται στην ολότητά μας, όταν εμείς δεν αποδεχόμαστε τον άλλο όπως είναι, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για αγάπη. Δυστυχώς, αν και θεωρείται δεδομένη η αγάπη των γονιών προς τα παιδιά, και το αντίστροφο δεν είναι πάντα αληθές. Αγαπάμε όπως έχουμε μάθει να αγαπιόμαστε. Κι αν αυτός ο τρόπος ήταν ελλειμματικός, ή στρεβλώθηκε, το ίδιο θα αναπαράγουμε.
Συνέπεια της μη αποδοχής είναι συνήθως η συμμόρφωση και ο αυτοευνουχισμός-δηλαδή το «κόψιμο» μέσω του μηχανισμού της μόνωσης, των στοιχείων που δεν γίνονται αποδεκτά, με αποτέλεσμα την εγκατάσταση της δυσφορίας, και της στενο-χώριας. Η δυσφορία εκφράζεται ήδη από την παιδική ηλικία με διάφορους τρόπους-πχ. Πρόκληση, γκρίνια, κακοτροπία και κορυφώνεται στην εφηβεία με μεγαλύτερη ένταση. Το αίσθημα του πνιξίματος και της πίεσης μπορούν επίσης να οδηγήσουν και στην ανάπτυξη ψυχοσωματικών εκδηλώσεων, αφού το παιδί δεν έχει τα λεκτικά εργαλεία ακόμη για να μπορέσει να επεξεργαστεί επαρκώς αυτά τα συναισθήματα, τα οποία ήρθαν από την οικογένεια για να εγκατασταθούν για πάντα, αν δεν καταφέρει να τα συνειδητοποιήσει και να τα επεξεργαστεί ως ενήλικας.
Φαίνεται, όμως, πως οι νέες συνθήκες που διαμορφώνονται εξαιτίας της οικονομικής κρίσης επιτρέπουν την ανάδειξη περισσότερο επιθετικών προς τα έξω συμπτωμάτων. Οι «πνιγμένοι» νέοι δεν αντιδρούν μόνο αυτοκαταστροφικά (π.χ. οι αυτοκτονίες και οι εξαφανίσεις νέων πριν τις εξετάσεις, αλλά και η απότομη πτώση της σχολικής απόδοσης, ήταν συχνά φαινόμενα), αλλά περνούν σε νέες μορφές ασυνείδητης αντίδρασης από τα μέσα προς τα έξω. Σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε να αναζητήσουμε την τάση ορισμένων νέων να ταυτίζονται με τα πρότυπα συμπεριφοράς (και όχι με την ιδεολογία) της ακροδεξιάς, που προτάσσει ένα επιθετικό πρόσωπο έναντι του διεφθαρμένου κοινωνικού και πολιτικού σκηνικού, όσο και φαινόμενα ακραίων αντιδράσεων βίας (οργανωμένης και μη): συμμορίες νέων, ενδοσχολική βία, κλπ. Έτσι θα λέγαμε πως τούτη την περίοδο η κοινωνία είναι αντιμέτωπη με δύο ακραία συμπτώματα δυσφορίας των νέων –από την μια τα αυτοκαταστροφικά συμπτώματα (καταθλίψεις, εξαρτήσεις, κ.α) και από την άλλη τα εξωστρεφή συμπτώματα (βία, επιθετικότητα, κ.α.). Μοιάζουν, επομένως, τα συμπτώματα να ακροβατούν όπως ακροβατούν και τα όνειρα και οι προσδοκίες των νέων που δεν μπορούν να βρουν δημιουργικούς δρόμους. Όπως μοιάζει να ακροβατούν και τα νοήματα που παράγει τόσο η οικογένεια όσο και το σχολείο.
Στην οικογένεια η επιθυμία του γονιού και οι προσδοκίες γίνονται αντιληπτές από τα παιδιά ακόμη και χωρίς να ειπωθούν. Ήδη από την βρεφική ηλικία τα βρέφη αντιλαμβάνονται τις διαθέσεις των γονιών, ιδιαίτερα της μητέρας, και ως την εφηβεία, τα παιδιά προσπαθούν να ικανοποιούν αυτές τις επιθυμίες. Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει τους γονείς να λένε «γράψαμε», «διαβάσαμε», «πάμε στην Γ’ Λυκείου» και ούτω καθεξής. Πόσες φορές ως τα τώρα τα παιδιά δεν επιλέγανε ένα επάγγελμα που επιθυμούσαν οι γονείς ή υπήρχε η προσδοκία της επαγγελματικής συνέχειας (π.χ. στους γιατρούς και στους δικηγόρους).
Η αντίληψη της διαφορετικότητας του παιδιού, ως αυτόνομου ατόμου με τα δικά του χαρακτηριστικά, που θα επιλέξει την προσωπική του πορεία,  είναι δύσκολη και προαπαιτεί την ψυχική ωριμότητα του γονιού.
Η μη αποδοχή της αυτονόμησης κλιμακώνεται από την ολοκληρωτική απόρριψη, μέσω της γονεϊκής εγκατάλειψης, ως την άρνηση και μη αποδοχή μέρους του παιδιού. Τέτοια είναι η μη αποδοχή επιλογών του παιδιού τους, όπως ,του συντρόφου, του επαγγέλματος, του τρόπου ζωής, του θρησκεύματος και των πολιτικών πεποιθήσεων, αλλά και στοιχείων της προσωπικότητας. Οι γονείς αυτοί συνήθως παρεμβαίνουν κριτικά απέναντι στους φίλους που επιλέγει το παιδί, την επαγγελματική του επιλογή. Συνήθως, του επιβάλλουν, περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά, να ακολουθήσει δρόμους που δεν ακολούθησαν εκείνοι, ή η ζωή δεν τους το επέτρεψε. Βλέπουν το παιδί σαν προέκταση του εαυτού τους και ζουν μέσα από τη ζωή του. Δεν διακρίνουν την επιθυμία του, ή την αρνούνται.
Σε αντίθεση με τα παραπάνω, κατά τη διάρκεια της σχολικής ζωής το παιδί χρειάζεται ένα ήρεμο και οριοθετημένο περιβάλλον προκειμένου να αναπτύξει την εργατικότητα που χρειάζεται για το σχολείο, τη συγκέντρωση, τη συνεργασία με τα άλλα παιδιά και την κοινωνικότητά του.
Στην εφηβεία, ιδιαίτερα, αυτό που χρειάζεται περισσότερο ο/η έφηβος είναι η κατανόηση. Κατανόηση για όλη την έκρηξη που προκαλεί η ορμονική ανάπτυξη στο παιδί και οι αυξημένες απαιτήσεις του σχολείου, της κοινωνικότητας και της έναρξης της σεξουαλικότητας του. Εκεί ο γονιός πρέπει να αποδεχτεί την αποκαθήλωσή του από το θρόνο που ήταν τοποθετημένος από το παιδί του όσο αυτό ήταν μικρό, την αμφισβήτηση του και την σταδιακή απομάκρυνση του παιδιού από την οικογένεια για να βρει σύντροφο και φίλους.
Όσοι γονείς διαβάσουν αυτό το κείμενο, ας αναλογιστούν αν είναι σίγουροι ότι οι ίδιοι κατέχουν την αλήθεια για το μέλλον του παιδιού τους. Ας αναλογιστούν άλλους γονείς που ως σήμερα πίεζαν τα παιδιά και έψαχναν πολιτικούς για να κερδίσουν μία θέση στο δημόσιο...Μία θέση που τότε (όχι και τόσο παλιά) σχετιζόταν με την ασφάλεια. Σήμερα όμως δεν ισχύει το ίδιο. Πολλές θέσεις στο δημόσιο καταργούνται και πολλοί από όσους θεωρούσαμε ως σήμερα μόνιμους αποδεικνύεται ότι δεν ήταν. Και αυτή η πραγματικότητα άλλαξε μέσα σε διάστημα λίγων ετών. Τελικά, η μόνη ασφάλεια είναι η εσωτερική, το αίσθημα ότι κάποιος θα τα καταφέρει κι όχι κάποια η οποία έρχεται απ’ έξω-εφόσον αναφερόμαστε σε ενήλικες.

Το καλύτερο που έχουν να κάνουν οι γονείς είναι να ενθαρρύνουν το παιδί τους να πιστεύει στον εαυτό του. Να καταφέρει να βρει την αυτονομία του (βρίσκοντας πρώτα τη δική του επιθυμία). Να του δώσουν ερεθίσματα και να το βοηθήσουν να ακολουθήσει τα επαγγελματικά όνειρά του ακόμη κι αν τους φαίνονται παράξενα, μακριά από τη δική τους λογική.
  

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

Από τα καφενεία στα internet cafe



Η λειτουργία των 
internet cafe είναι μια συνέπεια της μετάλλαξης των κοινωνικών σχέσεων. Από μόνα τους δεν ενοχοποιούνται για τίποτα, παρά δείχνουν την μεταστροφή των νέων σε πιο μοναχικούς διαύλους επικοινωνίας. Οι νέοι άνθρωποι απηυδισμένοι από το κοινωνικό μοντέλο της παιδοκεντρικής οικογένειας, που ήθελε ένα παιδί σχεδόν μηχανικά εστιασμένο στην εργαλειακή μάθηση και τη στείρα γνώση, και απηυδισμένοι από τις πολύωρες ανούσιες δραστηριότητες, και ταυτόχρονα ευάλωτοι και δίχως τις κατάλληλες εμπειρίες και δεξιότητες διαπροσωπικής επικοινωνίας, «αναγκάστηκαν» να υιοθετήσουν ένα τεχνολογικό μοντέλο επικοινωνίας που τους επέτρεπε να «αλλάξουν» τον κόσμο γύρω τους.

Το ίντερνετ δημιούργησε ένα συμβολικό χώρο για να μπορέσουν τα παιδιά και οι νέοι να απαλλαγούν από την βάσανο της γκρίζας πραγματικότητας, μιας πραγματικότητας που σε πολλές περιπτώσεις σκοτώνει τη φαντασία και τη δημιουργικότητά τους. Επέλεξαν βέβαια ένα μέσο που ενώ σου επιτρέπει να είσαι δημιουργικός, σου αφαιρεί την κοινωνικότητα. Έτσι, ο σημερινός νέος επιλέγοντας τη μοναχικότητα του διαδικτύου, και μάλιστα σε ένα κοινωνικό – δημόσιο χώρο, όπως τα ίντερνετ καφέ ζει μια σχιζοειδή κατάσταση. Έχει την δυνατότητα να δημιουργεί φανταστικούς κόσμους και να συναλλάσσεται δίχως να επικοινωνεί.

Τα παιδιά και οι έφηβοι «εργάζονται» στις σχολικές και παρασχολικές δραστηριότητες κυρίως για να εξασφαλίσουν ένα καλύτερο αύριο παρά για να ενισχύσουν και να θωρακίσουν την προσωπικότητά τους ή να χαρούν και να μάθουν μέσα από τις εμπειρίες τους. Καταφέρνουν έτσι να ζουν μια σχιζοειδή κατάσταση ξένη προς τα παιδιά τα οποία αντιλαμβάνονται τη ζωή τους κυρίως στο εδώ και τώρα, με αποτέλεσμα κυρίως τον ετεροπροσδιορισμό τους από τους γονείς και τα κοινωνικά πρότυπα και την μετέπειτα αδυναμία αυτονόμησής τους. Πάνω σε αυτή την συνθήκη ξεφυτρώνουν διάφορες συμπεριφορές (όπως η εξάρτηση από το διαδίκτυο) που υιοθετούν προκειμένου να ανακουφιστούν από την ένταση της πραγματικότητας, από την «εργασία» (σχολείο, φροντιστήριο, κλπ) δίχως νόημα.

Από την άλλη παρακολουθούμε πως και οι ενήλικες δεν αποτελούμε καλύτερα πρότυπα.

Ο παραδοσιακός καφενές, σύμβολο ξεκούρασης, ανατροφοδότησης, κοινωνικής συναναστροφής, ανταλλαγής εμπειριών, διάδοσης νέων κτλ προσδιόριζε την εποχή όπου παρά τον μόχθο και τις ιδιαίτερα δύσκολες οικονομικές συνθήκες οι άνθρωποι βρίσκανε το χρόνο να αναπαυθούν και να ασχοληθούν με ζητήματα κοινωνικής συναναστροφής στην ανάπαυλα της δουλειάς τους. Σήμερα ο εργώδης ρυθμός της καθημερινότητας δεν επιτρέπει στον εργαζόμενο να αναπαυθεί ουσιαστικά, μιας και έχει καταφέρει να μεταφέρει τον αγχωτικό και εντατικό ρυθμό της εργασίας και κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου. Έτσι μετά την εργασία παρατηρούμε συνήθως δύο καταστάσεις : ή την συνέχιση των εντατικών ρυθμών της εργασίας (τρέχοντας πίσω από διάφορες υποχρεώσεις) ή την πλήρη – όταν αυτό επιτρέπεται από τις υποχρεώσεις – αποχαύνωση βλέποντας τηλεόραση στον καναπέ του σαλονιού.     
Ε!!! η τηλεόραση έγινε ίντερνετ και μάλιστα βγήκε από το σπίτι (ίντερνετ καφέ) όπως βέβαια και η τηλεόραση έγινε το φετίχ κάθε ταβέρνας ή καφενείου.

Και στις δύο περιπτώσεις δημιουργούνται αφενός πολλά ψυχολογικά και κοινωνικά προβλήματα και αφετέρου οι άνθρωποι οδηγούνται σε τυποποιημένες δραστηριότητες όπου επιλέγουν πάντα οι άλλοι για μας - όπως συνέβη με την προηγούμενη γενιά - και στην ψευδαίσθηση ότι δημιουργούν μια πραγματικότητα (εικονική δηλαδή) όπως συμβαίνει στην τωρινή γενιά, την γενιά της πληροφορικής.

Γεγονός παραμένει ότι η «συνδεδεμένη» γενιά δεν χαλαρώνει ποτέ και δεν αξιοποιεί τον χρόνο της για  πνευματική, ψυχική και ηθική καλλιέργεια, για ανάπτυξη της επικοινωνίας, για ενασχόληση με σύνολα και ομάδες που προάγουν την κοινωνική συνοχή και τέλος για  σωματική ξεκούραση.

Αυτή η "χαλάρωση" αποτελεί βασική βιολογική ανάγκη του ώριμου ανθρώπου για την ισορροπία και τόνωση του ψυχοσωματικού του οργανισμού, φανταστείτε πόσο ιδιαίτερη σημασία έχει για τα παιδιά. Παιδιά τα οποία είτε κουράζονται υπερβολικά από τα διάφορα μαθήματα, φροντιστήρια και γενικότερα από το ατελείωτο κυνήγι γνώσεων, είτε από τις ατελείωτες ώρες που είναι συνδεδεμένοι (σε αυτή την δεύτερη περίπτωση έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις όπου οι νέοι παραμένουν ακόμη και για ημέρες συνεχόμενα συνδεδεμένοι με το ίντερνετ). Αυτό το κουρασμένο παιδί δεν έχει πολλές δυνατότητες και ευκαιρίες που θα του επιτρέψουν να καλλιεργήσει σωστά την ατομικότητά του και τον χαρακτήρα του για να γίνει ελεύθερος και δημιουργικός.

Το ίντερνετ λοιπόν, ενώ έχει πολλά πλεονεκτήματα – τα οποία πολλάκις χρησιμοποιούνται από τη νέα γενιά, η οποία προσπαθεί να χτίσει μια αντισυστημική ασπίδα (αυθόρμητες κινήσεις και συλλογικότητες που επιδιώκουν την διαμαρτυρία, τη συνεύρεση και την αλλαγή) - οδηγεί από την άλλη σε πολλές περιπτώσεις τους νέους ανθρώπους σε μοναχικούς και επικίνδυνους για την κοινωνικοποίησή τους δρόμους. Όπως ακριβώς συνέβη και με την καταστολή των κινημάτων που προέκυψαν τον Μάη του 1968. Εκεί το ρόλο του ίντερνετ έπαιξε η ηρωίνη, γύρω από την οποία φτιάχτηκε μια κοινωνική κατασκευή πως η χρήση της είναι αντισυμβατική και αντισυστημική, ενώ το μόνο που κατάφερε είναι να αποπροσανατολίσει τους νέους, τόσο από τους κοινωνικούς αγώνες όσο και από τις προσωπικές  επιδιώξεις.

Οι νέοι άνθρωποι λοιπόν που στοιβάζονται στα ίντερνετ καφέ, που δεν επικοινωνούν με τα μάτια και το σώμα, κάτι θέλουν τα μας πουν. Είναι μάρτυρες μιας κοινωνικής πραγματικότητας που ανέθρεψε τον ατομισμό και την αποξένωση. Μιας κοινωνίας που έπνιξε την φαντασία και την δημιουργικότητα των παιδιών και των νέων ανθρώπων.
Αυτοί οι νέοι άνθρωποι προσπαθούν απεγνωσμένα και αυτοκαταστροφικά να φτιάξουν διαφορετικές συλλογικότητες ανθρώπων. Δεν ξέρουν τον τρόπο, μας υποδεικνύουν όμως την κατεύθυνση και θα πρέπει να τους ακούσουμε. Ιδιαίτερα σήμερα που το κοινωνικό τοπίο το επιβάλλει…