Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντρική ταυτότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντρική ταυτότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2018

Τι ομάδα είσαι;


Ταξιδεύοντας πίσω στο χρόνο φέρνω στο νου μου αυτή την ερώτηση, η οποία νοηματοδοτούσε την ταυτότητά μας, όσο κι η ερώτηση ποιανού παιδί είσαι! Οι συλλογικές ταυτίσεις των αγοριών περνούσαν τόσο μέσα από τη γενιά, δηλαδή την καταγωγή, όσο και από την ποδοσφαιρική τους προτίμηση.
Είναι φανερό πως στην πλειοψηφία τους  οι άντρες ορίζουν την ταυτότητά τους και μέσα από τη «μπάλα», φτάνοντας πολλές φορές στο σημείο ένας οπαδός να υπερασπίζεται με τέτοιο πάθος την ομάδα του, όπως θα υπερασπιζόταν την οικογένεια, την πατρίδα, τη θρησκεία, κ.ο.κ.
Το ποδόσφαιρο επενδύεται με μια ιερότητα, αντίστοιχη των μεγάλων θρησκευτικών και ιδεολογικών αφηγήσεων. Η μπάλα είναι η ιερή στρόγγυλη θεά κι οι ποδοσφαιριστές είναι θεοί και μάγοι αυτής. Έχει επομένως μια ταυτοποιητική δυναμική που προσδίδει, όπως και οι θρησκείες και οι ιδεολογίες, την αίσθηση του «ανήκειν» σε έναν ευρύτερο σχηματισμό. 
Πέρα όμως από αυτά, ανοίγει κι ένα πεδίο επικοινωνίας και εντείνει την αίσθηση του ανδρισμού, μια και στη συνείδηση των περισσοτέρων το ποδόσφαιρο κυριαρχεί ως ανάμνηση του δυνατού άντρα.
Είναι, επομένως, το ποδόσφαιρο μια μεταφορά της ίδιας της ζωής στην αρένα του γηπέδου. Οι ταυτίσεις είναι αναπόφευκτες, το πάθος μεγάλο κι η ένταση αυθεντική.
Υπό αυτή την έννοια, σαφώς το ποδόσφαιρο μπορεί να γίνει ένα μέσο χειραγώγησης, εκτόνωσης και διασκέδασης των κοινωνιών. Έχει όλα τα χαρακτηριστικά να σαγηνεύει τα πλήθη, να ανεβάζει την αδρεναλίνη και να δημιουργεί συναισθηματικές φορτίσεις. Είναι, θα έλεγε κανείς, σαν μηχανή προσομοίωσης, ενώ δηλαδή δεν διακυβεύεται τίποτα σημαντικό σε ένα γήπεδο, νιώθει κανείς την ίδια συγκίνηση που θα μπορούσε να αισθανθεί σε μια σημαντική προσωπική, κοινωνική, εθνική νίκη ή επιτυχία.
Αν διακρίνω κάτι που μπορεί να δικαιολογεί τα παραπάνω είναι πως το ποδόσφαιρο δεν είναι μόνο άθλημα, αλλά μια συμβολική αναπαράσταση, μια τελετουργία, η οποία αναπαράγει διαχρονικά το στερεότυπο του δυνατού άντρα. Στο ποδόσφαιρο κυριαρχούν «πραγματικοί» άντρες, με δυνατό εκτόπισμα, σαν μια προέκταση της φιγούρας του άντρα κυνηγού. Άντρες που ξεχύνονται με ορμή να κατατροπώσουν τον αντίπαλο, ευφυείς και δυνατοί, συνεργατικοί και ατομιστές, με μοναδικό στόχο την επίτευξη του γκολ και της νίκης και, ταυτόχρονα, πρότυπα ανδρισμού, με πειθαρχεία, πάθος, κοινωνικές ευαισθησίες και φυσικά όμορφες γυναίκες δίπλα τους. Άντρες κυνηγοί όχι μόνο της επιτυχίας και της νίκης, αλλά και της κυριαρχίας.
Ως τελετουργία λοιπόν το ποδόσφαιρο αφηγείται μια ιστορία. Μας μεταφέρει μια «αλήθεια» που έχει τις ρίζες της στο βάθος του χρόνου. Οι συμβολισμοί του μετατρέπονται σε ένα κώδικα επικοινωνίας, που έστω και με ασυνείδητο τρόπο εντάσσει μεγάλο μέρος του αντρικού πληθυσμού σε μια ομάδα ανθρώπων, με κοινές αναφορές.
Το ποδόσφαιρο δεν συνιστά μόνο ένα κοινωνικό φαινόμενο, αλλά ένα συμβολικό κατασκεύασμα, που έχει τη δύναμη να μορφοποιεί τις συμπεριφορές και να ορίζει τις κοινωνικές συντεταγμένες.
Τα νοήματά του είναι πολυσήμαντα ενώ, παράλληλα, διατρέχουν σχεδόν όλες τις κοινωνίες του πλανήτη. Όταν όμως το αληθινά σημαίνον, η ουσία του αθλήματος διαστρεβλώνεται, δημιουργούνται κοινωνικές νευρώσεις. Τότε το ποδόσφαιρο, ως σύμβολο κι ως παιχνίδι, συμμετέχει στο καπιταλιστικό παραλήρημα του κέρδους, γίνεται σύμβολο αναφοράς εθνικιστικών εξάρσεων, ενώ παράλληλα λειτουργεί κι ως σύμβολο εσωτερικών διχασμών της προσωπικότητας του φιλάθλου. Ο σημερινός φίλαθλος έχει χάσει δηλαδή την επαφή με την ουσιαστική σημασία, την πραγματικότητα του ποδοσφαίρου ως παιχνίδι και αφήνεται, σχεδόν υποτακτικά, στις ενορμήσεις του, με τον ίδιο τρόπο που συμβαίνει ενδεχομένως και σε πολλά άλλα σημεία της καθημερινότητάς του, όπως το φαγητό, οι παρέες, ακόμη κι ο έρωτας.
Η κρυμμένη ηδονή του γκολ και η οδύνη της ήττας συνθέτουν το μαγικό τοπίο του ποδοσφαίρου. Ειδικότερα, οι δύο φαντασιακοί πόλοι του παιχνιδιού είναι αυτός της ελευθερίας και αυτός της κυριαρχίας. Μέσα στα φυσικά όρια του γηπέδου και υπό την αυστηρή καθοδήγηση των κανόνων, οι ποδοσφαιριστές αισθάνονται την πλήρη ελευθερία να ξεδιπλώσουν το ταλέντο και τη δυναμική τους και μέσω αυτής να κυριαρχήσουν έναντι του αντιπάλου. Όσο για τους θεατές, αποτελεί ένα νοσταλγικό κρεσέντο αθέατων ή μη βιωμένων εμπειριών, δίνοντάς τους την ευκαιρία να ζήσουν έντονες στιγμές που η καθημερινότητά τους δύσκολα προσφέρει. Μάλιστα, τους τα προσφέρει αγόγγυστα, μιας και το ποδόσφαιρο, όπως και πολλές άλλες εμπειρίες της εποχής μας, δημιουργεί μια ευφορία, η οποία είναι στιγμιαία, δεν απαιτεί υπερβάσεις και προσωπικές διαφοροποιήσεις, παρά μόνο την πλήρη υποταγή στην κουλτούρα της ηδονής.  
Τι ομάδα είσαι; Η απάντηση σε χρωματίζει, αλλά δεν σε ορίζει ως άνθρωπο, απλά σου υπενθυμίζει την αξία της ρώμης, σε μια εποχή όμως που αλλάζουν τα χαρακτηριστικά της αντρικής ταυτότητας και η ρώμη δεν είναι το αποκλειστικό στοιχείο της.

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2018

Λάθε Βιώσας




Ένας διάσημος σεφ και τηλεαστέρας, ο Άντονι Μπουρντέν, αυτοκτόνησε πριν λίγες μόνο ημέρες για άγνωστους σε μας λόγους. Ήταν ένας άνθρωπος που όπως έγραψε μετά το θάνατό του ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα «μας έμαθε πράγματα για τη διατροφή, όμως το σημαντικότερο ήταν η ικανότητά του να μας ενώνει, να μας κάνει να μη φοβόμαστε τόσο το άγνωστο».
Είναι τραγικό και δεν θα επεκταθώ περισσότερο, αξίζει όμως να δούμε πως οδηγείται ένας άνθρωπος που είναι διάσημος, επιτυχημένος, που δεν φοβάται το άγνωστο και είναι ανοιχτός στις καινούργιες εμπειρίες, να βάζει τέλος στη ζωή του. Όταν ένας άνθρωπος αυτοκτονεί, συνήθως κάτι μέσα του έχει διαρραγεί ανεπανόρθωτα και κάποιες εσωτερικές του αλήθειες δεν βρήκαν τον τρόπο να βγουν στο φως. Αυτό πολλές φορές συμβαίνει επειδή μέσα του αναθρέφονται βαθιές επιθυμίες και ανάγκες που δεν συνειδητοποιεί ή φοβάται να αγγίξει, με αποτέλεσμα σταδιακά να δημιουργείται μια σχάση μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής αλήθειας η οποία θολώνει τα νερά.  Πολλές φορές, δηλαδή, η επιθυμία και η ανάγκη, για ταξίδια, επιτυχία, δημοσιότητα, αποδοχή, κ.ο.κ.,  αντικατοπτρίζουν αντίστοιχες εσωτερικές διεργασίες και ελλείψεις. Ο ανεξερεύνητος εαυτός δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να αγνοείται, να παραμελείται και να θρέφεται μόνο από  εξωτερικές αναζητήσεις, γιατί όπως έλεγε ο Ηράκλειτος, γνωρίζουμε όσα γνωρίζουμε μόνο ερευνώντας τον εαυτό μας. Τι κάνει όμως έναν άνθρωπο να απομακρύνεται από τις εσωτερικές του αλήθειες; Οι υπαρξιστές φιλόσοφοι υποστηρίζουν πως είναι ο φόβος του θανάτου, άρα θα έλεγα η ματαίωση πως τίποτα δεν αξίζει εφόσον μια μέρα δεν θα υπάρχουμε. Όταν όμως ο φόβος αυτός απλώνεται στην καθημερινότητα, είτε καθηλώνει τον άνθρωπο, είτε τον  απομακρύνει από την ουσία των πραγμάτων. Ο καθηλωμένος ή ο κενός από ουσία άνθρωπος αδυνατεί να νοηματοδοτήσει τη ζωή του, οδηγούμενος ακόμη και στην αφαίρεσή της.
Είναι πολύ σημαντικό επομένως να αναγνωρίζει κανείς τις πραγματικές του ανάγκες και να επιτρέπει τον εσωτερικό διάλογο να αναπτύσσεται. Το ταξίδι μέσα μας, μπορεί να έχει δυσκολίες, φόβους κι επώδυνα συναισθήματα, αλλά όπως είπε ο Νίτσε, «για να γίνεις σοφός πρέπει να μάθεις να ακούς τα άγρια σκυλιά που γαβγίζουν στο υπόγειό σου». Να ορίσεις τον εαυτό σου ως ατελή, γιατί ο τέλειος δεν αναζητά, να αποδεχθείς όλες σου τις πλευρές, ακόμη και τις άγριες, γιατί έτσι τις αποδυναμώνεις και μπορείς να τις φέρνεις στο φως.
Ειδάλλως, δημιουργώντας κανείς μια φαινομενική κι όχι μια ουσιαστική πραγματικότητα οδηγείται σε μια σχάση, μια δυσαρμονία μεταξύ αυτού που συμβαίνει εξωτερικά κι αυτού που πραγματικά έχει ανάγκη, με αποτέλεσμα να αποδυναμώνεται και η ύπαρξή του να εξαρτάται όλο και περισσότερο από την εξωτερική του κατάσταση. Σε αυτή την περίπτωση μπαίνει κάποιος σε ένα ατέλειωτο παιχνίδι εξωστρέφειας, κυνηγώντας στόχους και επιδόσεις. Θα έπρεπε βέβαια να συμβαίνει το αντίθετο, η εξωτερική πραγματικότητα να καθοδηγείται από την εσωτερική  αλήθεια. Να βιώνει δηλαδή κάποιος τη ζωή του ορμώμενος από εσωτερικά κίνητρα ή όπως υποστηρίζει ο Επίκουρος με τη γνωστή του ρήση «Λάθε Βιώσας», να ζει, κατά το δυνατόν, στην «αφάνεια», δηλαδή διακριτικά και με σκοπό να διαφυλάσσει την ψυχική του ηρεμία.
Στην εποχή μας θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως η παραπάνω φράση του Επίκουρου μας προτρέπει να ζούμε μακριά από το life style και τα κανονιστικά πρότυπα της κυρίαρχης κουλτούρας του «φαίνεσθαι». Ειδικότερα, ο Επίκουρος έλεγε πως «την ευτυχία και τη μακαριότητα δεν τις προκαλούν ούτε τα πολλά πλούτη ούτε οι πολλές ασχολίες, ούτε το κυνήγι για την εξουσία, ούτε η πολιτική δύναμη, αλλά το να μην είσαι θλιμμένος, η πραότητα των συναισθημάτων και η ψυχική διάθεση που καθορίζει τα όρια της ύπαρξής μας σύμφωνα με την φύση». Η εσωτερική γαλήνη που έχει ανάγκη ο άνθρωπος, πλάθεται με πιο απλά υλικά τα οποία υπάρχουν μέσα στον καθένα, αρκεί να τα αναζητήσει.
Ένας άνθρωπος λοιπόν γυρίζει όλο τον κόσμο, γνωρίζει νέους πολιτισμούς και κουλτούρες, γεύεται καινούργιες γεύσεις και εμπειρίες και γίνεται διάσημος. Πόσο μεγάλη είναι η ματαίωση ενός ταξιδιού που δεν οδηγεί, παρά μόνο στο επόμενο ταξίδι; Πόσο ατέρμονη μοιάζει η αναζήτηση της ουσίας, όταν κάποιος όλο και περισσότερο γραπώνεται από την ανάγκη μιας έντονης εξωτερικής πραγματικότητας και προσπαθεί να καλύψει το κενό με επιτεύγματα και ενθουσιασμούς;
Υπάρχει ένα άλλο ταξίδι, δύσκολο κι επίπονο, «άσημο» αλλά σημαντικό ταυτόχρονα, στο λαβύρινθο της ψυχής, που δεν αφήνει την ανάγκη να χάσκει μέσα μας, ένα συνειδητό ταξίδι αυτογνωσίας και αρμονίας, που οδηγεί στην νοηματοδότηση της ύπαρξης. Σαν κι αυτό που μας θυμίζουν οι στίχοι του Παρασκευά Καρασούλου, από το ποίημα με τίτλο «μικρή πατρίδα»:
…Δεν έκανα ταξίδια μακρινά
ταξίδεψε η καρδιά κι αυτό μου φτάνει
σε όνειρα σ’ αισθήματα υγρά
το μυστικό τον κόσμο ν’ ανασάνει…


Πέμπτη 26 Απριλίου 2018

Η αναζήτηση της αντρικής ταυτότητας «Απόντες» πατεράδες, «χαμένοι» γιοι

Τα θέματα που οδηγούν τους ανθρώπους στην ψυχοθεραπεία αφορούν σε ένα σημαντικό βαθμό τη δυσλειτουργία των σχέσεων. Λόγω της τελευταίας και των προβλημάτων που αυτή συνεπάγεται, παρατηρείται μια αύξηση των αντρών που αναζητούν βοήθεια προκειμένου να χτίσουν μια υγιή ταυτότητα, να μάθουν να συντροφεύονται και να σχετιστούν λειτουργικά με τα παιδιά τους. Αυτό που κυρίως παρατηρώ σε όλους αυτούς τους άντρες είναι μια σιωπηλή απουσία του δικούς τους πατέρα, ενός πατέρα παρόντα – απόντα. Με αφορμή, λοιπόν, αυτή την «απουσία» θα επιχειρήσω να σας μεταφέρω μερικές σκέψεις για την πολύ σημαντική και καθοριστική, θα έλεγα, σχέση πατέρα - γιου. Παρατηρούμε, ειδικότερα, πολλές φορές στην ελληνική οικογένεια, τους πατεράδες να είναι φυσικά, μόνο, παρόντες, ενώ ταυτόχρονα, απουσιάζουν ή αποδεικνύονται ανεπαρκείς σε συναισθηματικό επίπεδο. Το φαινόμενο αυτό, ενυπάρχει όχι επειδή είναι αδιάφοροι ή δεν αγαπούν τα παιδιά τους, αλλά επειδή μεταφέρουν μια διαγενεακή δυσκολία συναισθηματικής σύνδεσης. Μεταφέρουν, με άλλα λόγια, το στερεότυπο της κυριαρχίας της μητρότητας, η οποία επιτελούσε, στη συνείδηση των κοινωνιών, ένα ρόλο αυτοδύναμο για την συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού. Σύμφωνα με την ανωτέρω αντίληψη, ο ρόλος του πατέρα ήταν συνδεδεμένος με τις υλικές υποχρεώσεις της ανατροφής και σχεδόν απέκλειε τις συναισθηματικές αποχρώσεις του ρόλου.  Ήταν, κατά μία έννοια «το τρίτο πρόσωπο» στη στενή δυαδική σχέση της μητέρας με τον γιο, στραμμένος στην ευθύνη της ανάπτυξης του βιοτικού επιπέδου της οικογένειας. Οι κοινωνικές αλλαγές, ωστόσο, καθιστούν την επιδίωξη των ανδρών, για ένα ρόλο εξίσου πρωταγωνιστικό στις ενδοοικογενειακές σχέσεις, πιο επιτακτική από ποτέ.
Πιο συγκεκριμένα, στην κυρίαρχη αντίληψη ο πατέρας αποτελεί ένα αρχετυπικό πρόσωπο που πρεσβεύει τα όρια των αρχών και των αξιών, τις αποδεκτές και μη αποδεκτές συμπεριφορές. Εκφράζει την Αρχή, την πραγματικότητα και την τάξη, με συνέπεια η απουσία και η σιωπή του να καταλύει τις εσωτερικές συνδέσεις και την συγκρότηση της προσωπικότητας του παιδιού. Οι συμβολικές ταυτίσεις του πατέρα με το όριο και της μητέρας με το συναίσθημα λειτούργησαν ως ένας άρρηκτος δεσμός συγκρότησης της ελληνικής οικογένειας ως σήμερα. Οι σύγχρονες ανάγκες, όμως, απαιτούν την ανάμειξη των ρόλων και τη συνεργασία των δύο συντρόφων στις ευθύνες που έχει το μεγάλωμα των παιδιών. Στο πλαίσιο αυτό, κρίσιμος είναι ο μετασχηματισμός τόσο της γυναικείας όσο και της αντρικής ταυτότητας. Παρότι όμως η γυναικεία απόπειρα μετασχηματισμού ήδη συντελείται με την ισχυροποίηση των γυναικών στο κοινωνικό και οικογενειακό γίγνεσθαι, οι άντρες βρίσκονται μετέωροι μεταξύ της παλιάς ταυτότητας και της αναζήτησης ενός νέου αποτυπώματος. Ο δυνατός άντρας – κουβαλητής χάνει τον θρόνο που του έδινε ο παλαιός του ρόλος και, συγχρόνως, συνειδητοποιεί την αδυναμία του στο να έχει ενεργό συμμετοχή. Με λίγα λόγια, ενώ η γυναίκα συνθέτει στη δική της ταυτότητα «αντρικά» χαρακτηριστικά συνυφασμένα με την δύναμη και την κοινωνική ισχύ, ο άντρας ακόμη δυσκολεύεται να εξοικειωθεί με την συναισθηματική του πλευρά.
Δε θα ήταν μάλιστα υπερβολή, να πούμε πως οι άντρες αντλούσαν κάποτε την ισχύ τους και αποτελούσαν ένα υγιές πρότυπο για τους γιους τους, από την «απουσία» τους, που ταυτιζόταν με την αποτελεσματικότητά τους στο  κοινωνικό και επαγγελματικό πεδίο. Σήμερα, εντούτοις, η συναισθηματική παρουσία του πατέρα στο μεγάλωμα του παιδιού είναι επιβεβλημένη και, παρά την αμηχανία τους, πατέρας και γιος έχουν την ευκαιρία να χτίσουν μια σχέση μεγαλύτερης οικειότητας εμπλουτισμένη με τρυφερά συναισθήματα, αποδοχή και φροντίδα.
Στις μέρες μας, ο πολιτισμικός ρόλος που είχε ο άντρας στην οικογένεια ως κουβαλητής – παιδαγωγός – προστάτης και πρότυπο ταύτισης καταρρέει, επιτρέποντας έτσι την ανάδυση ενός νέου, που συνθέτει τις προηγούμενες ταυτίσεις με μια μεγαλύτερη συναισθηματική εμπλοκή του πατέρα στο μεγάλωμα του γιου. Διαμορφώνεται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, το πρότυπο του συναισθηματικού πατέρα, ο οποίος μέσα από το μεγάλωμα του γιου του έχει τη μοναδική ευκαιρία να ξαναδεί τον εαυτό του, γεγονός που συνεπάγεται, βέβαια, εσωτερικές συγκρούσεις και ενδεχόμενες αναθεωρήσεις των δεσμών με τον δικό του πατέρα.
Όπως είναι φυσικό, αυτές οι αλλαγές του πατέρα συμβάλλουν και στη διαφοροποίηση της μορφής και των σχέσεων της  οικογένειας. Ο πατέρας και η μητέρα δεν αντιπροσωπεύουν πλέον ένα μόνο ρόλο, τα παιδιά δεν αποτελούν αυτοσκοπό και η λειτουργική συναλλαγή μέσω των ξεκάθαρων σχέσεων μεταξύ των μελών της οικογένειας αποτελεί το σημαντικότερο διακύβευμα αυτής. Σ’ αυτή τη νέα οικογένεια η «ανακάλυψη» του πατέρα αποτελεί το πλέον σημαντικό ζητούμενο για την ανάπτυξη και την εξέλιξη της ταυτότητας του γιου. Αξίζει βέβαια να επισημανθεί το γεγονός πως η νέα αυτή σχέση πατέρα – γιου ελλοχεύει ένα κίνδυνο. Ειδικότερα, ο σύγχρονος άντρας στην προσπάθειά του να απορρίψει το παραδοσιακό ανδροκρατικό μοντέλο του παρελθόντος μπορεί να φτάσει στο άλλο άκρο της πλήρους αποδιοργάνωσης του ρόλου. Μια αποδιοργάνωση που αναπαράγει με άλλους όρους το μοντέλο του απόντα πατέρα, τοποθετώντας στη θέση του τον αδύναμο πατέρα και μπορεί να οδηγήσει σε μια αντιστροφή ταυτοτήτων, δημιουργώντας συγχύσεις προτύπων στους γιους.
Η νέα σχέση πατέρα – γιου διανύει την πρώτη της φάση και, εύλογα, αυτή η πρώτη γενιά μεγαλωμένων γιων με τα νέα αντρικά πρότυπα αποτελεί τη γέφυρα για την πραγματική σύνθεση των παραδοσιακών γυναικείων και αντρικών αξιών σε ένα νέο τύπο άντρα που θα σπάσει τα δεσμά της παράδοσης, δίχως όμως να χάσει τον αντρικό του προσανατολισμό. Η σχέση πατέρα – γιου καθιστά επιβεβλημένη τη συνειδητοποίηση πως η πατρότητα δεν απαιτεί άντρες ντυμένους με την πανοπλία της ρωμαλεότητας, αλλά άντρες που είναι έτοιμοι να  αποδεχθούν την συναισθηματικής τους πλευρά και να μπουν σε μια διαδικασία προσωπικής βελτίωσης μεγαλώνοντας (με) τους γιους τους.