Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επιστημονικά άρθρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επιστημονικά άρθρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2013

Η πρόληψη της τοξικομανίας ως διακύβευμα της νεωτερικότητας

Το άρθρο  προσπαθεί  να δείξει  πως η πρόληψη της τοξικομανίας καθίσταται ένα προνομιακό πεδίο, ένας μηχανισμός άσκησης ελέγχου των νέων και μέσω αυτών της οικογένειας και του γενικότερου πληθυσμού. Επιχειρεί, επίσης, να καταστήσει κατανοητό πως δημιουργείται ένα τρίγωνο, όπου ο κυρίαρχος λόγος συναντάται με τις ναρκωτικές ουσίες και το νεανικό πληθυσμό, με στόχο την κοινωνικοποίηση και χειραγώγηση της συμπεριφοράς. Τέλος να συνδέσει το νόημα της τοξικομανίας με την αυτοποιητική διάσταση κατασκευής του εαυτού και να κατευθύνει την «πρόληψη» στην κατεύθυνση της δημιουργίας μιας αναστοχαστικά οργανωμένης αφήγησης του εαυτού και της κοινότητας.

Για τα ευεργετήματα και τη σκοπιμότητα της πρόληψης κατά των ναρκωτικών ουσιών έχουν γραφτεί πολλά. Διατηρώντας ζωντανή την ουσία της παρέμβασης των προγραμμάτων πρόληψης και κατανοώντας τις δυνατότητες που δίνει σε ομάδες του πληθυσμού, στο παρόν άρθρο επιχειρείται μια διαφορετική ανάγνωση της σκοπιμότητας της πρόληψης. Πιο συγκεκριμένα σκοπός αυτού του κειμένου είναι να εξεταστεί πώς ο δυτικός κόσμος εγκαθιδρύει «λόγους αλήθειας» και σημασιοδοτεί έννοιες, όπως η τοξικομανία. Να αναγνωστεί πως διαμέσου του προσδιορισμού της τοξικομανίας (ή/και του φόβου της τοξικομανίας) και του αποκλεισμού της στο κοινωνικό περιθώριο, επιχειρείται η υποβολή της κανονικής συμπεριφοράς, και ιδιαιτέρως της συμπεριφοράς των παιδιών, σε ένα καθεστώς πειθαρχίας και «ομαλοποίησης». Και, τέλος, προτείνει να εγκολπωθούν οι διαδικασίες πρόληψης στο επίπεδο της θεσμικής αναστοχαστικότητας, της συγκρότησης της ταυτότητας και της αυτοαναφορικότητας των συστημάτων.
Η προσπάθεια να διατυπωθεί ένας «νέος» κοινωνιολογικός λόγος σχετικά με την τοξικομανία εκφράζεται κυρίως με τη διατύπωση μιας κριτικής των κλασσικών θεωριών της τοξικομανίας και με τη μετατόπιση από τη βιολογική στην κοινωνική θεώρησή της. Με την απομάκρυνση από το βιολογικό ερμηνευτικό σχήμα η τοξικομανία, τοποθετείται και ερμηνεύεται στο εκάστοτε κοινωνικό/πολιτιστικό πλαίσιο.
     Υπό αυτό το πρίσμα, η «τοξικομανία» νοείται ως δημιούργημα των κοινωνιών. Αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της κοινωνικής δομής, υφίσταται τις συνέπειες των συντελούμενων κοινωνικών μεταβολών και διαφοροποιείται ως προς το χρόνο και τον τόπο αλλά και ως προς μεταβλητές όπως η κοινωνική τάξη, το φύλο, η εθνότητα κ.λπ. Δεν συνίσταται ως βιολογική κατηγορία αλλά προσδιορίζεται με τους ίδιους όρους με τους οποίους κατανοούνται οι υπόλοιπες πολιτισμικές ενότητες.
     Η διάσταση της κοινωνικής επινόησης στη μελέτη της τοξικομανίας φέρνει στο προσκήνιο τις κοινωνικές διεργασίες που οδήγησαν στην ταξινόμηση ατόμων με συγκεκριμένα κοινά χαρακτηριστικά σε μια κοινωνική κατηγορία, τους «καταναλωτές»-χρήστες ναρκωτικών ουσιών, και την εγκατάσταση κοινωνικών συνόρων μεταξύ κανονικής και «παρεκκλίνουσας» συμπεριφοράς, καθώς και στην επικείμενη μεταφορά της χρήσης ναρκωτικών ουσιών από το κέντρο της κοινωνίας στο περιθώριό της. Γεγονός που, αφενός, σηματοδοτήθηκε από τις νέες κοινωνικοπολιτισμικές και οικονομικές δομές της νεωτερικότητας και αφετέρου συμβολοποίησε με ακραίο τρόπο τα φαινόμενα κοινωνικής αλλοτρίωσης που τη χαρακτηρίζουν.
Στο πλαίσιο αυτό η τοξικομανία, ως παρεκκλίνουσα συμπεριφορά, στοιχειοθετεί τον όρο της «επικινδυνότητας», η οποία χαρακτηρίζει εν γένει τους πληθυσμούς που ξεφεύγουν από την κανονικότητα, αλλά παραδόξως και μια ιδιαίτερη πληθυσμιακή ομάδα, αυτή των παιδιών και των νέων, που θεωρείται εν δυνάμει παραβατική και επικίνδυνη. Γύρω από την «επικινδυνότητα» της παιδικής ηλικίας οργανώνεται ένα δίκτυο παρεμβάσεων, από το κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό και επιστημονικό κατεστημένο, με κύριο στόχο την κοινωνικοποίηση και, ειδικότερα, την άσκηση ελέγχου της συμπεριφοράς[1]. Ο κίνδυνος της τοξικομανίας συνιστά ένα προνομιακό πεδίο που μπορεί να λειτουργήσει ως ένα άλλοθι (σαφώς και με τις πραγματικές επικίνδυνές του διαστάσεις) για μια παρέμβαση στο επίπεδο της οργάνωσης της προσωπικότητας. Δεν είναι τυχαίο που τα κέντρα αγωγής υγείας ή οι σχολές γονέων επικαλύπτουν τις δραστηριότητές τους υπό την σκέπη της τοξικομανίας. Εξού και η ονοματολογία τους ως κέντρα πρόληψης κατά των ναρκωτικών.
Η επικινδυνότητα της τοξικομανίας (και ο φόβος της τοξικομανίας) ευνόησαν την ανάπτυξη μιας πλούσιας μυθολογίας που αλλοιώνει δραματικά την πραγματικότητα προσφέροντας αναίτιες ανησυχίες και πλασματικούς εφησυχασμούς στην ευρύτερη κοινωνική ομάδα. Έτσι, όχι μόνο οι τοξικομανείς, αλλά και ο φόβος της τοξικομανίας ή η δαιμονοποίηση των ναρκωτικών ουσιών,  σε ένα συμβολικό και πραγματικό επίπεδο, εξυπηρετούν την κοινωνική συνοχή. Ο δε φόβος της τοξικομανίας συνυφασμένος με το αίσθημα της απειλής και την ανάγκη προστασίας από αυτόν, γεννά σημαντικά επιστημολογικά και ιδεολογικά προβλήματα που καθιστούν αμφιλεγόμενη τη χρήση του, σε βαθμό αντίστοιχο με την ίδια την τοξικομανία. Το πολιτικό «παιχνίδι», η επιστημονική αυθαιρεσία και η ενδεχόμενη άσκηση κοινωνικού ελέγχου συνιστούν τα θεμελιώδη προβλήματα που τη συνοδεύουν στις πιο ακραίες της εκφάνσεις. Επιπλέον, ενισχύεται εκείνη η ιδεολογική λειτουργία του συστήματος (πολιτικού, ποινικού, ψυχιατρικού κλπ), που εκφράζεται με τη δραματοποίηση του λόγου περί της τοξικομανίας και του τοξικομανή, έτσι ώστε το κοινό να προσλαμβάνει τη συμμόρφωση και την «επιμόρφωση» σαν προστατευτική δομή. Ενισχύεται, έτσι, η αντίληψη ότι ο κοινωνικός έλεγχος προάγει και εξελίσσει την κοινωνία.
Θα λέγαμε, επομένως, πως, επειδή η κάθε κοινωνία μοιάζει να κινητοποιείται από τη διαφορά, οι σύγχρονες κοινωνίες κινητοποιούνται από το περιθώριο (τη διαφορά στην κουλτούρα) που οι ίδιες δημιουργούν αποβάλλοντας τα ακανόνιστα συμπεριφορικά σχήματα. Έτσι, ως προς την θεραπευτική παρέμβαση, η τοξικομανία δίνει τη λαβή να αναπτυχθεί ο κυρίαρχος επιστημονικός λόγος της ορθολογικότητας (ιατρικοποίηση) με κυριότερο συμφραζόμενο την αναπαραγωγή του κυρίαρχου κοινωνικού patterns, αυτό του Θύματος – Σωτήρα. Και σε επίπεδο πρόληψης της τοξικομανίας νομιμοποιεί την άσκηση ελέγχου της συμπεριφοράς και χειραγώγησης του πληθυσμού, μέσα από την σφαίρα του φόβου της τοξικομανίας.
Υπό των νέων αυτών μορφών κηδεμονίας, σύμφωνα με τη σκέψη του Michel Foucault, η συμπεριφορά του παιδιού φεύγει από την ιδιωτική σφαίρα και γίνεται αντικείμενο δημόσιας διαχείρισης και ρύθμισης. Ο λόγος που αρθρώνεται γύρω από αυτή φεύγει από τα αποκλειστικά όρια της ηθικής και περιβάλλεται με όρους ορθολογικότητας. Κατά αυτήν την έννοια η δημόσια επιτήρηση δεν αποβλέπει, αποκλειστικά, στην απαγόρευση ή στην αποφυγή της ναρκωτικής ουσίας, αλλά στη ρύθμιση και, μέσω αυτής, στον έλεγχο της συμπεριφοράς του ατόμου.
Σύμφωνα με την «υπόθεση της καταστολής»[2] του Φουκώ, οι μοντέρνοι θεσμοί μάς υποχρεώνουν να πληρώσουμε ένα τίμημα για τα οφέλη που μας προσφέρουν, μέσω της αυξανόμενης καταστολής. Πολιτισμός σημαίνει πειθαρχία, και η πειθαρχία με τη σειρά της υπονοεί  τον έλεγχο των εσωτερικών ενορμήσεων, έλεγχος ο οποίος πρέπει [1]να εσωτερικευθεί για να είναι αποτελεσματικός.
Το νέο καθεστώς κοινωνικού ελέγχου μέσω της επιτήρησης, δημιούργησε νέες θεσμικές δομές εξουσίας και ελέγχου και νέες μορφές γνώσης, που συνέβαλαν στην εδραίωση αυτής της εσωτερίκευσης, καθώς και στην εμπέδωση των νέων θεσμών μεταξύ των οποίων και οι θεσμοί πρόληψης, οι οποίοι συνθέτουν ένα σύνολο κοινωνικών ελέγχων που περνούν από το φίλτρο τους τη συμπεριφορά των παιδιών αναλαμβάνοντας να προστατεύσουν, να διαχωρίσουν, να προλάβουν, να θεραπεύσουν.
     Αν σκεφτούμε τον παιδοκεντρικό χαρακτήρα της ελληνικής οικογένειας, σε συνδυασμό ότι αυτή συνιστά το κατεξοχήν ιδιωτικό πεδίο παρέμβασης, μέσω του οποίου επιτυγχάνεται η αναπαραγωγή του υφιστάμενου κοινωνικού μοντέλου, μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε την επικέντρωση στον έλεγχο της συμπεριφοράς των παιδιών.
Γίνεται φανερό από τα παραπάνω ότι οι κοινωνικές αναπαραστάσεις και η στάση του κοινού απέναντι στο φαινόμενο της τοξικομανίας δεν προσδιορίζεται από την αντικειμενική πραγματικότητα ή από την απήχηση μιας προσωπικής εμπειρίας. Οι περισσότεροι από εμάς, ή μέλη της οικογένειά μας – κυρίως τα παιδιά μας - δεν θα έχουν ποτέ την άμεση προσωπική εμπειρία της τοξικομανίας. Ωστόσο είναι κυρίαρχη η αίσθηση ότι είμαστε εκτεθειμένοι σε αυτό που δεν θα βιώσουμε ποτέ.
Αναμφίβολα, επίσης, οι περισσότεροι γονείς δεν νιώθουν την ανάγκη μιας ειδικής εκπαίδευσης που θα προλάβει ανεπιθύμητα γεγονότα στην εξέλιξη της ζωής του παιδιού τους. Η πλειονότητα του πληθυσμού μεγαλώνει τα παιδιά χωρίς έντονα προβλήματα, σημάδι κάποιας συναισθηματικής ωριμότητας και αντίστοιχης ικανότητας μεταφοράς της αγωγής στα παιδιά. Προσφέρουν, δηλαδή, στο παιδί ένα ασφαλές περιβάλλον ανάπτυξης που είναι δυνατόν να διαταραχθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ατυχών τραυματικών εμπειριών ή δραματοποιήσεων.
Πρόκειται, επομένως, για μια κατασκευασμένη μυθοπλαστική απειλή που δεν προσδιορίζεται από τα δεδομένα της πραγματικότητας αλλά από τα δεδομένα μιας φανταστικής τάξης πραγμάτων. Ο μύθος γίνεται σχεδόν πιο πραγματικός από την ίδια την πραγματικότητα.
Ποιο είναι όμως το σημείο εκείνο που επιτρέπει στον κυρίαρχο λόγο να δημιουργεί μηχανισμούς επίβλεψης και επιτήρησης, οι οποίοι μάλιστα σε ένα ακατέργαστο επίπεδο, όχι μόνο να μην ενοχλούν την κοινωνική συνείδηση, αλλά να της είναι αναγκαία; Ο Φόβος.
Ο φόβος ως έκφραση των σύγχρονων κοινωνιών έχει καταστεί ένα από τα δομικά τους στοιχεία και αποτελεί μια βαθύτατη έκφραση της πολύπλευρης κρίσης τους. Η κυριαρχία του φόβου μπορεί να διαπιστωθεί στις διάφορες εκδηλώσεις της ζωής μας. Φόβος από τη συνεχώς διογκούμενη οικονομική αβεβαιότητα. Φόβος για το παρόν και το μέλλον της ύπαρξης. Φόβος των επιδημιών και των ανίατων ασθενειών της σύγχρονης εποχής. Φόβος για την επαφή με το συνάνθρωπο, για την ανάπτυξη συλλογικοτήτων, για την άρση της απομόνωσης και τη διάρρηξη της εσωτερικής και της κοινωνικής συνοχής. Φόβος να αισθανθούμε, να νιώσουμε. Φόβος δίχως αίτια, που οδηγεί σε φοβικές κοινωνίες, έξαρση του παραλογισμού, εμφάνιση πολιτισμικών προτύπων δογματικού χαρακτήρα και διάρρηξη της βιογραφικής συνέχειας του ανθρώπου. Η βιογραφική ασυνέχεια που δημιουργεί ο φόβος, επιχειρείται να αποκατασταθεί από ορισμένα άτομα, μέσω της συμβολοποίησης των ναρκωτικών, στην περίπτωση που αυτά χρησιμοποιούνται ως μέσο που μάχεται τον θάνατο, τον κομφορμισμό και νοηματοδοτεί την ύπαρξη.
Ο φόβος της τοξικομανίας, ο φόβος για τον τοξικομανή, ο κοινωνικός συμβολισμός και τα νοήματα με τα οποία επενδύεται η τοξικομανία και η διάχυση και αναπαραγωγή αυτών των φόβων, κυρίως, από τα ΜΜΕ, αποδεικνύουν τα παραπάνω.
Η μεγέθυνση του φόβου μπροστά  στο επικείμενο κακό της τοξικομανίας είναι, λοιπόν, κριτήριο της αδράνειας. Ο φόβος κινεί τα νήματα: φοβόμαστε την αποτυχία των παιδιών μας και τα φορτώνουμε με ποικίλες δραστηριότητες και υποχρεώσεις που τελικά οδηγούν σε αποτυχία ολοκλήρωσης της ταυτότητας του παιδιού. Ο φόβος των κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένα τα παιδιά μάς κάνουν όλο και περισσότερο υπερπροστατευτικούς. Σε αυτό το πλαίσιο εξέλιξης τα παιδιά ασφυκτιούν και δεν έχουν περιθώρια προσωπικών επιλογών. Ο δε φόβος του αποχαιρετισμού τους κρατά για πάντα παιδιά.
Παρατηρούμε, δηλαδή, ότι η οικογένεια αναπαράγει πιστά το σύστημα – του κυρίαρχου λόγου – δημιουργώντας ένα πλαίσιο διαπαιδαγώγησης στηριζόμενο στη συνεχή επιτήρηση. Στο πλαίσιο αυτό η τοξικομανία – ως σύμπτωμα δυσλειτουργίας της κοινωνίας – εξυπηρετεί την εδραίωση της κατατεστημένης τάξης και όχι την διεργασιακή εξέλιξη της κοινωνίας.
Ωστόσο, η εξουσία είναι ένα φαινόμενο που κινητοποιεί και δεν θέτει μόνο όρια. Και αυτοί που υπόκεινται στην πειθαρχική εξουσία δεν είναι απαραίτητα πειθήνιοι στις αντιδράσεις τους προς αυτήν. Κατά συνέπεια, η εξουσία μπορεί να γίνει ένα όργανο που προωθεί την εξέλιξη, με αμφίδρομο τρόπο. Η τοξικομανία δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτή απλώς ως μια ορμή που πρέπει να τη συγκρατήσουν οι κοινωνικές δυνάμεις. Αποκρυσταλλώνει, επίσης, ένα ιδιαίτερα έντονο μεταβατικό σημείο για τις σχέσεις εξουσίας, μεταφέρει μηνύματα που δεν μπορούν αλλιώς να κωδικοποιηθούν και ενέχει ένα στοιχείο ανατροπής.
Η τοξικομανία δεν είναι απλά ένα σύνολο από βιολογικές ανάγκες που είτε ικανοποιούνται είτε όχι, αλλά μια κοινωνική κατασκευή που λειτουργεί στο πεδίο της εξουσίας. Είναι μέρος μιας «μεγάλης αφήγησης» που αντικατέστησε την αρχαιότερη παράδοση της συλλογικής χρήσης ουσιών για κοινωνικοποιητικούς λόγους και διαμορφώθηκε ως μέρος μιας προοδευτικής διαφοροποίησης της χρήσης από τις απαιτήσεις της κοινωνικοποιητικής διεργασίας.
Χωρίς, επομένως, να αρνιόμαστε τη σύνδεση του φαινομένου της πρόληψης της τοξικομανίας με την εξουσία, θα πρέπει να το αντιμετωπίσουμε, σύμφωνα με τις θέσεις του Giddens[3], περισσότερο ως κάτι που άπτεται της «θεσμικής αναστοχαστικότητας» και που βρίσκεται μόνιμα σε κίνηση. Είναι θεσμικό, γιατί τείνει να αποτελεί βασικό προβληματισμό των κοινωνιών στο μοντέρνο περιβάλλον. Είναι αναστοχαστικό με την έννοια ότι οι όροι που εισάγονται για να περιγράψουν την κοινωνική ζωή, τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών και την «ομαλή» εξέλιξή τους, συνήθως εισέρχονται σε αυτήν και τη μεταβάλλουν – όχι σαν μια μηχανική διαδικασία, ούτε απαραίτητα με έναν ελεγχόμενο τρόπο, αλλά γιατί ενσωματώνεται στο πλαίσιο δράσης που υιοθετούν άτομα και ομάδες. Επιπροσθέτως, ως μεταβατικό γεγονός, προσπαθεί να συστήσει ένα σκηνικό μεταβολής, που της προσδίδει ένα διεργασιακό και αναστοχαστικό χαρακτήρα.
Επίσης, η τοξικομανία έχει σχέση με το περίγραμμα της ανάπτυξης και της συγκρότησης της ταυτότητας στις μοντέρνες κοινωνίες. Σήμερα ο εαυτός είναι για όλους ένα αναστοχαστικό σχέδιο – μια λιγότερο ή περισσότερο διαρκής διερεύνηση του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, που στην περίπτωση της τοξικομανίας υφέρπετε στο παράδοξο σχέδιο ανάπτυξης και αυτονόμησης του εαυτού που εγκλωβίζει τους τοξικομανείς σε χαμηλά επίπεδα ωριμότητας.
Αυτό που ισχύει για τον εαυτό ισχύει και για το σώμα. Το σώμα, ως οντότητα και μέσο έκφρασης, αναδείχθηκε ως αντικείμενο λατρείας και προστασίας και μερικές φορές κακοποίησης, ακρωτηριασμού ή στέρησης στο όνομα υψηλών ιδανικών ή ενός ατομικού σκοπού (νοήματος ζωής) – όπως επισυμβαίνει στην τοξικομανία. Από τη μια το σώμα γίνεται επίκεντρο μιας διαχειριστικής εξουσίας. Αλλά περισσότερο από αυτό, γίνεται ένας φορέας  της ατομικής ταυτότητας και σταδιακά ενσωματώνεται στις αποφάσεις που παίρνει το άτομο σχετικά με τον τρόπο ζωής του. Ο τοξικομανής απονεκρωμένος συναισθηματικά, έχει ως μόνο μέσο επικοινωνίας το σώμα του, στις πληγές του οποίου κωδικοποιεί την αντίθεση, το θυμό, τον πόνο και την απόγνωσή του.
Υπό τις παραπάνω παραδοχές συγκλίνουμε ότι εδώ έγκειται η σημασία της πρόληψης ως παρέμβασης στο κοινωνικό σώμα: δεν προτάσσει ένα γενικό μοντέλο ανάπτυξης και κοινωνικοποίησης του παιδιού – κάτι που αναπαράγει και προάγει τον κυρίαρχο λόγο – αλλά παρεμβαίνει αναστοχαστικά, πέρα από την κοινωνική ηθικολογία και την επιστημονική αυθεντία, ενισχύοντας την ελεύθερη βούληση των συμμετεχόντων και τη συλλογικότητα.
Στόχος της «πρόληψης» είναι η ενίσχυση της διαφορετικότητας και όχι η μαζοποίηση του ατόμου, υπό το καθεστώς των κυρίαρχων προτύπων. Η ενίσχυση της προσωπικής βούλησης και της άρσης του αδιέξοδου φόβου. Η ποιοτική αναβάθμιση της καθημερινότητας και η εξύψωση του πνεύματος. Η πολιτική διεύρυνση του ατόμου και κοινωνική του ευημερία. Στόχοι που παραπέμπουν περισσότερο σε ανατροπές των υφιστάμενων κοινωνικών δομών και όχι σε θεσμικές αναθεωρήσεις.
Ωστόσο σε θεσμικό επίπεδο οι φορείς πρόληψης (φορείς κοινωνικοποίησης και εξειδικευμένα κέντρα) μπορούν να αναπτύσσονται ως σύνδεσμοι του ατόμου με τα υπερσυστήματα στα οποία ανήκει και να αποτελέσουν ένα μοντέλο «αυτοποιούμενων οργανισμών» με στόχο να διαμορφώσουν ένα ρόλο ως «καταλύτες αυτονόμησης και αλληλεξάρτησης» μελών της κοινότητας[4].
Για να εξελίσσεται ο άνθρωπος χρειάζεται να επεξεργάζεται τα εξωτερικά ερεθίσματα. Για να το πετύχει αυτό χρειάζεται ένα πλαίσιο. Παραδείγματος χάρη οι τραυματικές και δυσάρεστες εμπειρίες χρειάζονται ένα πλαίσιο για να αποκτήσουν δημιουργικό χαρακτήρα. Αυτό, λοιπόν, που προάγει την εξέλιξη του ανθρώπου σε ανώτερα στάδια ωριμότητας είναι το πλαίσιο. Η έννοια του πλαισίου δεν είναι ένα επιστημονικό κατασκεύασμα. Είναι μια φυσική διαδικασία. Διέπεται από δύο έννοιες τόσο κοντινές, όσο και μακρινές: από το συγκεκριμένο (την επιβίωση) ως το άπειρο (την εξέλιξη). Για να μπορέσει ο άνθρωπος να συγκλίνει αυτές τις δύο έννοιες είχε πάντα ανάγκη από διαμεσολαβήσεις της θρησκείας, της τέχνης, της επιστήμης, της μεταφυσικής, κ.α. Οι παραπάνω διαμεσολαβήσεις προϋποθέτουν την ικανότητα του ανθρώπου να δημιουργεί ομάδες και να νιώθει μέλος ενός συστήματος. Το πιο ασφαλές, οικείο σύστημα/πλαίσιο θα μπορούσαμε να το ορίσουμε ως μια μικρή ομάδα ανθρώπων που επεξεργάζεται τις πληροφορίες και λειτουργεί με την αξία της συνεργασίας. Αποτελεί μια κυτταρική διάσταση της ανθρώπινης κοινότητας με ενδιάμεσο χαρακτήρα, δίχως την οποία δεν νοείται ανάπτυξη. Στη σημερινή πραγματικότητα διαπιστώνουμε την κατάργηση των ενδιάμεσων κρίκων, μεταξύ του ατόμου και των ευρύτερων υπερσυστημάτων που αυτό ανήκει, στα διαδοχικά συστήματα αναζήτησης βοήθειας.
Στόχος της πρόληψης θα μπορούσε, λοιπόν, να είναι η επαναφορά αυτών των ενδιάμεσων κρίκων, της σφιχτής ραχοκοκαλιάς που μπορεί να δέσει και να στηρίξει την κοινωνία. Και να επιτρέψει την αυτορύθμιση του εαυτού και των ανθρώπινων σχέσεων, μέσα από ένα πλέγμα αρχών που επιτρέπουν τη συνεξέλιξη, τη δυνατότητα δηλαδή να αναπτυσσόμαστε μέσα στις διαπροσωπικές μας σχέσεις. Η πρόληψη, δηλαδή, δεν προτείνει λύσεις και δεν προτάσσει προπαρασκευασμένα πλαίσια αντιλήψεων που εγκλωβίζουν σε στεγανά τους ανθρώπους. Αντ’ αυτού προτείνει ένα πλαίσιο, εσωτερικού, διαπροσωπικού και διασυστημικού διαλόγου, έτσι ώστε να ενεργοποιούνται ισόμορφες διεργασίες σε πολλαπλά επίπεδα και ομάδες. Η πρόταση αυτή ενέχει στοιχεία από τον «παραδοσιακό» τρόπο σχετίζεσθαι, όπου παιδιά, έφηβοι και ενήλικες είναι σε άμεση ανταλλαγή, και σε αμφίδρομη σχέση με την κοινότητα και αποτελεί μέρος μιας εξελικτικής διεργασίας, όπου ο άνθρωπος είναι σε μια αμφίδρομη επικοινωνία μεταξύ των διαφόρων συστημάτων, όπου το ένα συν-διαμορφώνει το άλλο. Ως αντίδοτο, λοιπόν, στη διάρρηξη της επικοινωνίας μεταξύ των διαφόρων συστημάτων, η πρόληψη ξαναφέρνει με ένα σύγχρονο τρόπο σε άμεση ανταλλαγή τους ανθρώπους και τα συστήματα. Ο σύγχρονος αυτός τρόπος απαιτεί νέες συνάψεις, νέες συνθέσεις, νέα σχήματα, νέες μεταφορές και διαμεσολαβήσεις. Η τέχνη, παραδείγματος χάρη, σε διάφορες πτυχές της μπορεί να βοηθήσει σε αυτή την απόπειρα. Στην αφηγηματική της μορφή, μπορεί να εμφυσήσει νέους νοηματοδοτικούς πυλώνες, αναγεννώντας και αξιοποιώντας επάξια την παράδοση των παραμυθιών και των συλλογικών μύθων.
Εν κατακλείδι, θα λέγαμε πως η πρόληψη ενέχει ένα «θεραπευτικό» χαρακτήρα. Δεν αποτελεί μια γραμμική υπόθεση μεταβίβασης προτύπων και κανόνων συμπεριφοράς. Αλλά ένα πεδίο ανασύστασης και ανατροφοδότησης, ένα αφετηριακό σημείο που πυροδοτεί τη διεργασιακή ικανότητα του ανθρώπου να ανασυνθέτει τις εμπειρίες του και να συναλλάσσεται αμφίδρομα με το περιβάλλον του.











1.      J. Danzelot, Ο έλεγχος των παιδιών και της οικογένειας, στο Παιδική ηλικία, επιμ Μακρυνιώτη Δ. εκδ. Νήσος, Αθήνα, 2001.
2.      Michel Foucault, Επιτήρηση και Τιμωρία: Η γέννηση της φυλακής, μετ. Καίτη Χατζηδήμου, Ιουλλιτέτα Ράλλη, εκδ. Κέδρος-Ράππα, Αθήνα, 1989, & Ιστορία της σεξουαλικότητας: Η μέριμνα για τον εαυτό μας, μετάφραση Γ. Κρητικός, εκδ. Κέδρος-Ράππα,Αθήνα, 1993.
3.      Α. Giddens, Η μεταμόρφωση της οικειότητας, εκδ. Ανθρώπων Σχέσεις, Πολύτροπον, Αθήνα, 2005.
  1. Μ. Πολέμη-Τοδούλου, Η συνομιλία της ομάδας πρόληψης με την κοινότητα: Αναπλαισίωση αναγκών και προκλήσεων, στα Πρακτικά 6ης Πανελλαδικής Συνάντησης Φορέων Πρόληψης της Χρήσης Εξαρτησιογόνων Ουσιών: «Η πρόληψη τόπος συνάντησης και συν-απάντησης», Λάρισα, 2005.

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Η ταυτότητα του υποκειμένου και ο κοινωνικός δεσμός

Σύμφωνα με τον Erikson (1968), η ταυτότητα είναι ένα αίσθημα ενότητας και συνέχειας που μπορεί να αναχθεί στο συνεχές αίσθημα του να είναι κανείς ο εαυτός του. Το «αίσθημα» αυτό αναφέρεται περισσότερο σε μια υπαρξιακή ενοποίηση του ατόμου που το κάνει να μη συγχέεται με τους άλλους. Η ταυτότητα, ως επιβεβαίωση της μοναδικότητας, είναι πάντα στα όρια της ύπαρξης του άλλου. Είναι μια κατασκευή που ενοποιεί την πρόθεση του υποκειμένου με το βλέμμα των άλλων, το κοινωνικό βλέμμα.
Ο άνθρωπος είναι κοινωνικό όν ή, με άλλα λόγια, είναι πολιτικό ζώο (Αριστοτέλης). Εγγράφεται πριν καν γεννηθεί στο υφάδι της γλώσσας, ως ομιλών και ομιλούμενος, παίρνει το όνομά του από τους άλλους με βάση τη γενιά του, τους γονείς του, το περιβάλλον που μιλάει την ίδια γλώσσα με αυτόν, με βάση την αφομοίωση των προτύπων, αναγνωριζόμενος μέσα σε αυτά, ενώ συγχρόνως υποκρίνεται ότι βρίσκει διέξοδο για να εκφράσει τη μοναδικότητά του. Αυτή η μοναδικότητα τείνει να γίνει έλλειψη και διάψευση, μέσα από μια μη αντιστρέψιμη και αμείωτη αλληλεπίδραση μεταξύ ναρκισσιστικού και συλλογικού και αυτό καθιστά την ταυτοτική προβληματική μια ψυχοκοινωνική προβληματική (Jacuqeline Barus-Michel, 2005).
Μια πρώτη όψη της ταυτότητας έχει να κάνει με το έκδηλο. Αυτό που προσφέρει μια κωδικοποιημένη αναπαράσταση του εαυτού. Είναι αυτό που θεσμοθετεί το άτομο και συνεπώς το εγγράφει και το προσδιορίζει μέσα σε ένα σύστημα αντικειμενικών και κοινωνικών επισημάνσεων, οι οποίες υπάρχουν καθ’ αυτές, ανεξάρτητα από την υποκειμενική επεξεργασία στην οποία το άτομο τις υποβάλλει και ανεξάρτητα από ό,τι αισθάνεται γι’ αυτές (Bourdieu, 1999). Η ταυτότητα του υποκειμένου είναι επίσης μια αναπαράσταση του Εγώ, μια υποκειμενική κατασκευή που εγγράφεται σε μια χρονικότητα. Η διεργασία αυτή είναι εν μέρει ασυνείδητη και στόχος της είναι η παραγωγή νοήματος από υλικά αντλούμενα από τα ψυχικά και κοινωνικά αποθέματα. Έτσι η ταυτότητα συμπεριλαμβάνει δύο εγγραφές: Η μια, κωδικοποιημένη, σχετίζεται με έναν ορισμό του εαυτού ο οποίος συνδέεται με τυπικά χαρακτηριστικά και μπορεί να έχει υποστεί μεταβολές, επιρροές από το εξωτερικό και που μπορεί να είναι επενδυμένος ή απορριπτέος. Η άλλη είναι μια συνεχής και εσωτερική διαδικασία διευθετήσεων σε σχέση με το περιβάλλον, που επιβεβαιώνει ένα αίσθημα ύπαρξης, ενώ συγχρόνως αναζητά νόημα και συνοχή (Bruner, 1997). Οι δύο εγγραφές αθροιστικά δίνουν τη δομητική και υπαρξιακή διάσταση της ταυτότητας και συνιστούν την έννοια του υποκειμένου. Με άλλα λόγια, όπως αναφέρει ο Morin, το τι είναι υποκείμενο προϋποθέτει ένα άτομο αλλά η εικόνα ενός ατόμου δεν αποκτά νόημα παρά μόνο αν εμπεριέχει την έννοια του υποκειμένου· μια θεμελιακή ιδιότητα του οποίου είναι η ικανότητά του να αντικειμενοποιεί, αρχής γενομένης από την ικανότητα να αντικειμενοποιείται το ίδιο, να αναγνωρίζει τον εαυτό του (Morin, 2005).
Όμως το υποκείμενο δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα της ιστορίας του –των ενδοψυχικών και κοινωνικών εγγραφών- είναι και ο δημιουργός της. Δομείται ανάλογα με τους τρόπους που οικειοποιείται τα κοινωνικά αντικείμενα που συναντά, επιλέγει ή δημιουργεί (Κατάκη, 2008). Η ταυτότητα του υποκειμένου συνίσταται σε κατασκευασμένες, αποδεκτές και επιλεγμένες αναπαραστάσεις μέσα από ψυχικές και κοινωνικές δυναμικές στις οποίες εμπλέκεται το υποκείμενο (Ναυρίδης, 1997). Μπορεί κανείς να σκεφτεί ότι αυτή η ταυτότητα, όσο και αν είναι φύσει ε ξελίξιμη, παρουσιάζεται κάθε φορά με διαφορετικό πρόσωπο, ανάλογα με  το πλαίσιο και το περιβάλλον, παρά το ότι το υποκείμενο τείνει να τα συγκεράσει. Αν περάσουμε στο χώρο της κοινωνικής ψυχολογίας, η ταυτότητα δεν είναι κάτι το δεδομένο αλλά ένα σύνολο αναπαραστάσεων που αφορούν το πρόσωπο (Παπαστάμος, 2008). Όταν το πρόσωπο ερωτάται ή διερωτάται για την έννοια του χαρακτηρισμού και της μοναδικότητας, προστρέχει στις αναπαραστάσεις αυτές. Τα αισθήματα αυτοαποδοχής, αβεβαιότητας ή και δυσφορίας προσδιορίζουν τη δυνατότητα ή την αδυναμία απάντησης. Το κοινωνικό περιβάλλον μπορεί να αντιτίθεται ή να απειλεί την ταυτότητα, είτε επειδή την αμφισβητεί και της αντιτίθεται είτε επειδή ευνοεί την επιβεβαίωσή της και τα στηρίγματά της. Μετά από αυτήν τη διεργασία, η ταυτότητα όχι μόνο δεν αποτελεί σταθερό δεδομένο αλλά εγγράφεται σε μια ιστορία, τη δική μας ιστορία και την ιστορία των ανταλλαγών μας με το περιβάλλον (Bruner, 1997). Για το λόγο αυτό μιλάμε για ταυτοτική διαδικασία και όχι για ταυτότητα, για διεργασίες υποκειμενοποίησης και όχι για υποκείμενο.
Αυτή η διαδικασία επηρεάζεται ποικιλότροπα από κινήσεις του κοινωνικού πεδίου, ανάλογα με τις εξελίξεις που προτείνονται ή τις ρωγμές που επιβάλλονται, τις οποίες αποδυναμώνουν ή πολλαπλασιάζουν τα στηρίγματα και οι αποδοχές. Η διαδικασία συγκρότησης της υποκειμενικότητας, σε ένα πλαίσιο κοινωνικής αστάθειας και μεταβολής, μπορεί να καταστεί ιδιαίτερα εύθραυστη και να κατακερματιστεί (Κατάκη, 2008). Όταν αναφερόμαστε σε κατακερματισμό, εννοούμε ότι στην προσπάθεια αυτή για προσδιορισμό και εξοικείωση του εαυτού υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί ασυνέχεια, ότι μπορεί να υπάρξει σοβαρή ρήξη ανάμεσα στην επιθυμία αποδοχής και στις δυνατότητες πραγμάτωσης. Η ρήξη αυτή γίνεται παράγοντας μείωσης της εσωτερικής βεβαιότητας και της δυνατότητας των κοινωνικών δεσμών.
Η παραπάνω ρήξη προσδιορίζεται σαφώς από την κοινωνική εξέλιξη και το πέρασμα στην υπερνεωτερικότητα. Από μια συνθήκη, δηλαδή, όπου «οι ευρωπαϊκές κοινωνίες βρίσκονται σε μια ενδιάμεση κατάσταση: τα ερείπια της βιομηχανικής κοινωνίας, εδαφικά προσδιορισμένης, πειθαρχικής, νεωτερικής, ιεραρχημένης, συνυπάρχουν με την ανάπτυξη της ρευστής, παγκοσμιοποιημένης, πολυκεντρικής, υπερνεωτερικής κοινωνίας» (Vincent de Gaulejac, 2010:43). Σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα στην υπερνεωτερική κοινωνία «αυτοπροσδιορίζεται κανείς περισσότερο ως εξαίρεση παρά ως όμοιος… Το άτομο οφείλει να πραγματώνεται να γίνεται ο εαυτός του ανεξάρτητα από τις αντικειμενικές συνθήκες που διευκολίνουν ή εμποδίζουν την επιτυχία…το άτομο καθίσταται υπεύθυνο της επιτυχίας ή της αποτυχίας του. Η καταγγελία των αντικειμενικών ανισοτήτων υποχωρεί ενώπιον των ατομικών ελλείψεων και ανικανοτήτων» (Vincent de Gaulejac, 2010: 39). Ο κόσμος της υπερνεωτερικότητας φαντάζει αμείλικτος, είναι όμως παράλληλα αυτός στον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να εκφράσει την ελευθερία του. Η δυιστική αυτή αντίληψη μαρτυρά μια αλλαγή εγγραφής του υποκειμένου στον κοινωνικό δεσμό· η αλλαγή αυτή καθιστά σαφές πως οι νέες μορφές με τις οποίες εμφανίζεται το φαινόμενο της τοξικοεξάρτησης προέρχονται από τη δυσκολία σύνδεσης του «είναι» με τον κοινωνικό δεσμό, και την παράλληλη αγωνιώδη απόπειρα συγκρότησης της υποκειμενικότητας.
Στην παρούσα μελέτη επιχειρούμε μέσα από βιωμένες εμπειρίες κρίσεων και ρήξεων στη ζωή των υποκειμένων με παρελθόν χρήσης ναρκωτικών ουσιών, να οδηγηθούμε σε ένα στοχασμό αναφορικά με τις ιδιαιτερότητες των σύγχρονων υποκειμένων –των υποκειμένων της υπερνεωτερικότητας- τα οποία διερωτώνται για τη συνοχή τους, την υπαγωγή τους και τα σχέδιά τους, μέσω των οποίων αναζητούν αναγνώριση και νόημα, επίσης, μονιμότητα και συνοχή, στοιχεία απαραίτητα για την ψυχική στήριξη και τη συγκρότηση του εαυτού ως υποκείμενο.
Πριν απ’ όλα, όμως, ας επιχειρήσουμε μια πρώτη ανίχνευση της διαμόρφωσης του υποκειμένου όπως αυτή διατυπώθηκε από τις κυριότερες αναπτυξιακές θεωρίες. Καταρχήν οφείλουμε να επισημάνουμε πως από όλες τις αναπτυξιακές θεωρίες έχει επισημανθεί η σημασία της οικογένειας για την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη της προσωπικότητας (Lawrence PervinOliver John, 2001). Παρόλο που κάθε θεωρητική προσέγγιση τονίζει διαφορετικές διεργασίες και δομές, η οικογένεια θεωρείται ο κυρίαρχος παράγοντας στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ατόμου (Giddens, 2002). Η κλασική ψυχαναλυτική θεωρία, όπως εκφράστηκε με τις θέσεις του S. Freud αρχικά και της κόρης του, A. Freud,  στη συνέχεια, καθώς και η νεότερη προσέγγιση στο χώρο της ψυχανάλυσης, η θεωρία της σχέσης με το αντικείμενο, τονίζουν ιδιαίτερα τη σημασία της σχέσης του παιδιού με τη μητέρα κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του για τη μετέπειτα ψυχοκοινωνική ανάπτυξη και προσαρμογή (Παπαδιώτη-Αθανασίου, 2000).
Η A. Freud (ό.π.) αναφέρει ότι το νεογέννητο παιδί είναι ένα «ακοινώνητο» ον. Δεν έχει αναπτύξει ακόμη τις κοινωνικές δυνάμεις που ελέγχουν τον εαυτό. Κυριαρχεί το ένστικτο της ευχαρίστησης και της αποφυγής δυσάρεστων εμπειριών. Το έργο για τη διαμόρφωση του ακατέργαστου αυτού υλικού σε ένα κοινωνικοποιημένο μέλος της κοινωνίας το επιτελούν κατά κύριο λόγο οι γονείς. Τα βρέφη, όπως αναφέρουν οι  Nichols  και Everett (1986), δε γίνονται αυτόματα ολοκληρωμένες προσωπικότητες. Διαμορφώνονται επίπονα και σταδιακά, μέσα από τις στάσεις και τα έργα των γονιών τους, που είναι και οι πρώτοι φορείς της κοινωνικοποίησής τους. Η διαδικασία διαμόρφωσης της προσωπικότητας είναι διαρκής, όπως υποστηρίζεται στην αναπτυξιακή θεωρία του Erikson (1968). Παρά ταύτα, ο «σκληρός πυρήνας» αυτής της προσωπικότητας διαμορφώνεται τα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού, όταν κυρίαρχο ρόλο στην κοινωνικοποίησή του έχουν οι γονείς του.
Με βάση την συστημική προσέγγιση, όσον αφορά την ηλικία στην οποία ολοκληρώνεται η διαμόρφωση της προσωπικότητας, οι Nichols  και Everett (1986), θεωρητικοί και θεραπευτές στο χώρο της συστημικής θεώρησης, αναφέρουν ότι η προσωπικότητα, όπως όλα τα ζωντανά συστήματα, είναι ένα ανοιχτό σύστημα. Ένα ζωντανό σύστημα επιβιώνει όταν τα όρια του είναι ανοιχτά και επιτρέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών, τη μετακίνηση πληροφοριών προς το σύστημα και έξω από αυτό. Υπάρχει μια συνεχής διεργασία ανταλλαγής μεταξύ του εσωτερικού ανθρώπινου δυναμικού και του εξωτερικού κοινωνικού περιβάλλοντος. Υπάρχει ένα σύστημα συνεχούς αλληλεπίδρασης και επανατροφοδότησης μεταξύ του εαυτού και των άλλων. Με βάση αυτήν τη συνεχή αλληλεπίδραση η προσωπικότητα διαμορφώνεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής. Η θέση αυτή δεν αναιρεί την ύπαρξη κάποιων σταθερών που χαρακτηρίζουν διαχρονικά τον εαυτό. Σε όλη αυτήν τη διαδρομή, παρότι υπάρχει μια συνέχεια στην εξέλιξη (Bezevegis, 1997) και μια συνέχεια στην ποιότητα προσαρμογής του παιδιού σε κάθε αναπτυξιακό στάδιο (Μόττη-Στεφανίδη, 1997), το πλαίσιο εξακολουθεί να επηρεάζει σημαντικά τόσο τη συνεχή τροποποίηση χαρακτηριστικών της προσωπικότητας όσο και την έκφραση των ήδη υπαρχόντων.
Στις αρχές του 1970 εμφανίζεται ένα πλήθος νέων ιδεών, που προσπαθούν να εκφράσουν με διαφορετικό τρόπο η κάθε μια, αυτό το ρόλο του «πλαισίου» ως καθοριστικού παράγοντα της γνωστικής ανάπτυξης του ανθρώπου (Κακούρος – Μανιαδάκη, 2003). Οι απόψεις αυτές συνέκλιναν στο ακόλουθο συμπέρασμα: Η μελέτη της ανάπτυξης του ατόμου πρέπει να γίνεται μέσα στο φυσικό χώρο και στο κοινωνικό, διαδρασιακό (interactional), πλαίσιο στο οποίο οι ψυχολογικές διεργασίες πραγματοποιούνται, επειδή οι αλλαγές στο ευρύτερο φυσικό, κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον του αναπτυσσόμενου ατόμου είναι πιθανό να προσδιορίζουν καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο αυτό αντιδρά, και κατά συνέπεια να οδηγούν σε λανθασμένα συμπεράσματα όσο αφορά στη γνωστική του ανάπτυξη (ό.π.). Το περιεχόμενο του όρου «πλαίσιο» διαφοροποιείται από μελέτη σε μελέτη. Κυρίως εννοούμε το οικολογικό περιβάλλον του ατόμου, που περιλαμβάνει ένα ευρύτατο πλέγμα διαπλεκόμενων και αλληλεπιδρώντων συστημάτων (Μαριδάκη, 1997).
Το πώς θα αναπτυχθεί η προσωπικότητα εξαρτάται όχι μόνο από βιολογικούς και ενδοψυχικούς παράγοντες αλλά και από τις αξίες, στάσεις και ιδεολογικές τοποθετήσεις ενός συγκεκριμένου κοινωνικού πλαισίου απέναντι σε βασικά φαινόμενα και εκδηλώσεις της ζωής, όπως οι διαπροσωπικές σχέσεις, οι σχέσεις προς το άλλο φύλο, οι στάσεις για το μεγάλωμα των παιδιών κ.α. Επίσης, εξαρτώνται από το τεχνολογικό επίπεδο, τις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες μιας χώρας, καθώς και από τη διαμόρφωση του φυσικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ζουν τα άτομα. Η ανάπτυξη της προσωπικότητας, δηλαδή, είναι συνάρτηση και του κοινωνικού, πολιτισμικού και γεωγραφικού πλαισίου, στο οποίο ζουν τα άτομα. Η παραπάνω άποψη στηρίζεται στο γεγονός ότι ο άνθρωπος δε ζει απομονωμένος. Είναι ένα δρων και αλληλεπιδρών μέλος των κοινωνικών ομάδων. Εκείνο που βιώνει ως πραγματικό εξαρτάται τόσο από εσωτερικές όσο και εξωτερικές συνιστώσες. Το ότι ο άνθρωπος επηρεάζεται από το κοινωνικό του πλαίσιο, και ότι με τη σειρά του το επηρεάζει, είναι λοιπόν προφανές (ό.π.).
Ας συνυπολογίσουμε, επίσης, ότι η γενετική μας κληρονομιά μάς προικίζει με κάποια συναισθηματικά χαρακτηριστικά που καθορίζουν την ψυχοσύνθεσή μας. Όμως το εγκεφαλικό κύκλωμα που εμπλέκεται εδώ είναι εξαιρετικά εύπλαστο. Η συγκεκριμένη ιδιοσυγκρασία μας δεν είναι η μοίρα μας. Τα συναισθηματικά μαθήματα που παίρνουμε ως παιδιά στο σπίτι και στο σχολείο διαμορφώνουν τα συγκινησιακά κυκλώματα, κάνοντάς μας περισσότερο ικανούς – ή ανίκανους – στους χειρισμούς της συναισθηματικής νοημοσύνης. Αυτό σημαίνει ότι η παιδική ηλικία και η εφηβεία είναι κρίσιμα παράθυρα που δίνουν την ευκαιρία για την εδραίωση των ουσιωδών συναισθηματικών συνηθειών που θα κυβερνήσουν τη ζωή μας (Golleman, 1995). Η οικογενειακή ζωή είναι το πρώτο σχολείο της συναισθηματικής μας αγωγής. Αποτελεί έναν πολύ σημαντικό συντελεστή σε αυτήν τη διαδικασία. Είναι μια φυσική κοινωνική ομάδα, η οποία καθορίζει τις αντιδράσεις των μελών της στα εσωτερικά και εξωτερικά ερεθίσματα. Η οργάνωση και η δομή της ελέγχουν και προσδιορίζουν τις εμπειρίες των μελών της.
Ιδιαίτερη έμφαση στη συνεχή διαμόρφωση της προσωπικότητας δίνει η θεωρία του κοινωνικού κονστρουκτιβισμού, η οποία επηρέασε σημαντικά την συστημική προσέγγιση (Τσαμπίκα – Καλαρρύτης, 2009). Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, υπάρχει ένα συνεχές γίγνεσθαι στην ανθρώπινη προσωπικότητα. Ο άνθρωπος μέσα από τη συναλλαγή του με τους άλλους, ιδιαίτερα τους «σημαντικούς άλλους», διαμορφώνει συνεχώς την προσωπικότητά του (Κατάκη, 2008 & Lawrence PervinOliver John, 2001).
Παρόλο όμως που η προσωπικότητα διαμορφώνεται εφ’ όρου ζωής, οι γονείς, επειδή είναι τα πρώτα πρόσωπα με τα οποία επικοινωνεί το παιδί και μάλιστα στα πρώτα χρόνια της ζωής του που είναι τα πιο εύπλαστα, αποτελούν για αυτό το κυρίαρχο περιβάλλον επίδρασης. Η οικογένεια είναι ο χώρος όπου το παιδί, περνώντας από διαδοχικά στάδια, θα διαμορφώσει το βασικό εαυτό και θα αποκτήσει την προσωπική του ταυτότητα και την αυτονομία του, για να ενταχθεί στη συνέχεια αυτόνομο άτομο στην κοινωνία. Η οικογένεια επηρεάζει την προσωπικότητα και τη συμπεριφορά του ατόμου ως σύνολο, ως σύστημα. Παρόλο που οι αναπτυξιακές θεωρίες τονίζουν περισσότερο τη σημασία της μητέρας, αλλά και του πατέρα, ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξης του παιδιού, σύμφωνα με τη συστημική προσέγγιση ολόκληρη η οικογένεια ως σύστημα συμμετέχει στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη καθενός μέλους (Κατάκη, 2008). Η οικογένεια δεν είναι άθροισμα μεμονωμένων ατόμων αλλά ένα δυναμικό σύνολο που περιλαμβάνει τα άτομα και τις μεταξύ τους σχέσεις και αλληλοαντιδράσεις (Κακούρος-Μανιαδάκη, 2003).
Στην οικογένεια, οι κύριοι παράγοντες οι οποίοι συντελούν στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του νέου μέλους δεν είναι το κάθε άτομο χωριστά, ούτε η σχέση της μητέρας ή του πατέρα με το παιδί, αλλά ο τρόπος με τον οποίο η οικογένεια σχετίζεται και επικοινωνεί με τα μέλη της ως σύνολο. Η σχέση και ο τρόπος συναλλαγής του ζευγαριού, για παράδειγμα, θα καθορίσουν τη στάση της μητέρας προς το παιδί. Με βάση την αντίληψη αυτή, η σχέση μητέρας παιδιού κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του, η οποία είναι πολύ βασική για την ψυχοκοινωνική του ανάπτυξη, θα καθοριστεί από το συνολικό πλαίσιο και ιδιαίτερα από τη σχέση ανάμεσα στο ζευγάρι (Dolto, 2004).
Η φύση των ορίων που υπάρχουν τόσο ανάμεσα στα υποσυστήματα της οικογένειας όσο και ανάμεσα στην οικογένεια και τον έξω κόσμο, καθορίζει τη λειτουργικότητα του οικογενειακού συστήματος (Παπαδιώτη-Αθανασίου, 2000). Τα όρια, με όρους ανθρώπινης συμπεριφοράς, σημαίνουν ανάληψη και εκπλήρωση ενός ρόλου από το κάθε υποσύστημα για τη λειτουργία του όλου συστήματος. Όπως είναι φανερό, ο γονεϊκός ρόλος είναι αυτός που διαμορφώνει κυρίως το συνολικό πλαίσιο της οικογένειας. Βασικό και απαραίτητο στοιχείο για να είναι οι γονείς σε θέση να οριοθετούν τη συμπεριφορά του παιδιού και να το βοηθήσουν να διαμορφώσει συγκροτημένη ταυτότητα είναι το να έχουν συγκροτήσει οι ίδιοι τη δική τους ταυτότητα για να αναλάβουν το ρόλο τους ως γονείς. Τα όρια κάνουν, δηλαδή, πιο ευδιάκριτα τα σύνορα και επομένως διευκολύνουν τις μεταβάσεις στην εξελικτική αλυσίδα των σταδίων του κύκλου ζωής.
Και αυτό γιατί τα στάδια στον κύκλο ζωής του ανθρώπου δεν είναι μόνο βιολογικά προσδιορισμένα, από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση και το θάνατο. Το ζήτημα είναι πιο σύνθετο για τον πολιτισμένο άνθρωπο. Τα στάδια του ανθρώπινου κύκλου ζωής διαγράφονται από τη φύση τους με κοινωνικούς όρους όσο και με βιολογικούς (Giddens, 1997). Είναι, δηλαδή, συνάρτηση της πολιτισμικής ανάπτυξης που διέπει κάθε κοινωνία. Υπό αυτήν την οπτική η «παιδική ηλικία», όπου διαμορφώνεται η προσωπικότητα του ανθρώπου, δεν είναι ένα σαφές και διακεκριμένο στάδιο της ζωής. Η έννοια της παιδικής ηλικίας, όπως την ξέρουμε σήμερα, είναι προϊόν της σύγχρονης ιστορίας, μια και η εμφάνισή της καταγράφεται περίπου πριν τρεις αιώνες. Την άποψη αυτή υποστήριξε ο Φιλίπ Αριές (1990), λέγοντας πως η παιδική ηλικία δεν υπήρχε πριν το Μεσαίωνα ως ξεχωριστή φάση της ανθρώπινης ανάπτυξης. Τα παιδιά συμμετείχαν στο κοινωνικό γίγνεσθαι με ανάλογο των ενήλικων τρόπο, ως μικροί ενήλικες.
Η παιδική ηλικία, έτσι όπως την εννοούμε σήμερα, είναι δημιούργημα των αστών της πρώτης βιομηχανικής κοινωνίας. Η έννοια της παιδικότητας διαχωρίστηκε ως ξεχωριστή φάση του κύκλου ζωής  επικεντρωμένη στην προετοιμασία των παιδιών προς την ενηλικίωση. Η στροφή αυτή είχε ως αποτέλεσμα την αποκοπή των παιδιών από τον ενεργό χώρο και την παράταση της εξαρτημένης φάσης του νέου ανθρώπου από την οικογένεια. Επίσης, την απαγόρευση της εργασίας των ανηλίκων και την εισβολή της εκπαιδευτικής διαδικασίας στη ζωή τους (ό.π.).
Ανεξάρτητα από το πώς θα ορίσουμε την παιδικότητα, σε αυτό που φαίνεται να συμφωνούν οι περισσότεροι μελετητές είναι ότι η βρεφική, η νηπιακή και η μέση παιδική ηλικία κατέχουν πρωτεύοντα ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ανθρώπου (Giddens, 2002). Και πως η ανάπτυξη του παιδιού συν-καθορίζεται από βιολογικούς, κοινωνικούς και ψυχολογικούς παράγοντες που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους μέσα στην ιστορικότητα του ανθρώπινου πολιτισμού. Επίσης η σημασία της οικογένειας για την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού και τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του έχει επισημανθεί από όλες τις αναπτυξιακές θεωρίες, όπως επισημάνθηκε πιο πάνω. Η «παιδικότητα» είναι επομένως ένα κοινωνικό κατασκεύασμα, ένα φαινόμενο που διαμορφώνεται και ανταλλάσσεται με τις υπάρχουσες κοινωνικοπολιτισμικές δομές. Στη σημερινή εποχή η εικόνα της παιδικής ηλικίας μοιάζει περισσότερο αινιγματική από ποτέ. Μεταξύ του κακοποιημένου και του αγιοποιημένου παιδιού καλείται η σύγχρονη κοινωνική αντίληψη να διαμορφώσει ένα πλέγμα θέσεων που να είναι απαλλαγμένο από τις πλάνες του παρελθόντος, αλλά και από ορισμένες υπερβολές του παρόντος. Υπερβολές που συνιστούν σύμφωνα με τον Renaut (2007) διολίσθηση στην ανευθυνότητα των παιδιών. Διολίσθηση που απαιτεί, σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα τον επανακαθορισμό της αυθεντίας, δηλαδή με άλλα λόγια τον επανακαθορισμό της οικογένειας και του σχολείου ως φορείς κοινωνικοποίησης.
Σύμφωνα με τον Freud (1993, σ. 228-229) η συμπεριφορά του παιδιού δεν πρέπει να παραβλέπεται, αφού οι παιδικές παρορμήσεις θεωρούνται ανήθικες ή και διαστροφικές και πρέπει να μετουσιωθούν. Η αναγκαία παραίτηση από τις ορμές πρέπει αρχικά να επιβληθεί απ’ έξω, συγχρόνως, όμως, ο καταναγκασμός η «υπερηθικότητα» όπως λέει ο Freud (ό.π. σ. 229), μπορεί να οδηγήσει σε καταναγκαστικές νευρώσεις. Ο Freud συνδέει έτσι την αναγκαιότητα της αγωγής με τις πιθανές βλάβες, αφού ενώ δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τη συμπεριφορά των παιδιών, από την άλλη πλευρά οι ηθικές αντιδράσεις των ενηλίκων που συνδέονται με την κοινωνικοποίηση και την αγωγή μπορεί να οδηγήσουν στο σχηματισμό νευρωτικών συμπτωμάτων. Επίσης, η διατύπωση της υπόθεσης της ορμής του θανάτου οδηγεί τον Freud (2001) στην παραδοχή ότι η παραίτηση από ένα ουσιαστικό μέρος της σεξουαλικής απόλαυσης αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για κάθε κοινωνία. Η ύπαρξη της ορμής του θανάτου, ενός στοιχείου που διακρίνεται από την «αρχή της ηδονής», που βρίσκεται στο «επέκεινα» αυτής, οδηγεί σε αποτυχία την ηδονιστική στοχοθεσία. Η ανθρώπινη επιθετικότητα είναι η προς τα έξω εκδήλωση της ορμής του θανάτου, ενώ με τη δημιουργία του υπερεγώ και του αισθήματος ενοχής που λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο του οιδιπόδειου συμπλέγματος, προκαλείται στροφή της επιθετικότητας ενάντια στο ίδιο το υποκείμενο. Η οιδιπόδεια σύγκρουση έχει δομικό χαρακτήρα για την ανάπτυξη του παιδιού, είναι μη αναγώγιμη, απαιτεί παραίτηση και για αυτό χρειάζεται την αυθεντία (Μπατσίλας, 2007).
Μια άλλη όψη της κοινωνικής μας ζωής, αυτή της διαδοχής των γενεών, έχει μεταλλαχθεί στο σύγχρονο κόσμο. Ο άνθρωπος, σήμερα, όλο και περισσότερο αντιλαμβάνεται την ύπαρξή του ως ατομική, παρά ως έναν κρίκο στην αλυσίδα της εξέλιξης και της διαδοχής των γενεών, της βιολογικής και κοινωνικής αναπαραγωγής. Στο πλαίσιο αυτής της αλυσιδωτής εξελικτικής διαδικασίας η πληρέστερη κατανόηση της εξαρτητικής συμπεριφοράς προϋποθέτει τη γνώση της αναμενόμενης συμπεριφοράς σε κάθε αναπτυξιακό στάδιο. Αυτό σημαίνει ότι εστιάζουμε και στη σχέση ανάμεσα στις πρώιμες εμφανίσεις διαταραχών ή τραυματικών εμπειριών και τη δυσμενή έκβασή τους σε ύστερη ηλικία – κατά την εφηβεία. Παρότι η ύπαρξη κάποιας διαταραχής κατά την παιδική ηλικία δεν οδηγεί οπωσδήποτε σε κάποια διαταραχή σε μεγαλύτερη ηλικία, σύμφωνα με τον Kohlberg (1972) τα άτομα που εμφανίζουν κάποια διαταραχή κατά την παιδική ηλικία έχουν αυξημένες πιθανότητες να εμφανίσουν αργότερα προβλήματα και παθολογική συμπεριφορά. Σύμφωνα, επίσης, με τους Κακούρο και Μανιαδάκη (2003) μία από τις διαδρομές προς την ψυχοπαθολογία είναι πιθανό να έχει ως αφετηρία τα προβλήματα στις σημαντικές διαπροσωπικές σχέσεις του παιδιού. Η διαδοχή των γενεών συνδέεται ρητά με την παροντική διάσταση της οικογένειας ως συστήματος που συμβάλλει στη διαμόρφωση του υποκειμένου και στους κοινωνικούς του δεσμούς. Η διαδικασία με την οποία συντελείται η παραπάνω αμφίδρομη ενέργεια ονομάζεται κοινωνικοποίηση. Είναι δηλαδή η διαδικασία μέσω της οποίας ο άνθρωπος αποκτά τις στοιχειώδεις γνώσεις για το κοινωνικό του περιβάλλον και ό,τι σχετίζεται με αυτό και με αυτό το υλικό διαμορφώνει τα χαρακτηριστικά της ταυτότητάς του. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας ο άνθρωπος εσωτερικεύει τους κανόνες, τις αξίες και τα ήθη της κοινωνίας στην οποία ζει με τη γέννησή του και στην οποία προετοιμάζεται να γίνει μέλος της (Giddens, 2002).
Η οικογένεια ως πλαίσιο ανάπτυξης, παίζει σημαντικό ρόλο στην κοινωνικοποίηση του ατόμου. Οι παράγοντες που επηρεάζουν τη ζωή των παιδιών μπορούν να γίνουν αντιληπτοί ως ένα αλληλένδετο και αλληλοεπηρεαζόμενο δίκτυο πλαισίων. Η οικογένεια επηρεάζει την ανάπτυξη των παιδιών με δύο τρόπους: διαμορφώνοντας τη συμπεριφορά τους μέσα στην οικογένεια και επιλέγοντας άλλα πλαίσια στα οποία θα βρεθούν τα παιδιά. Διαμορφώνει ένα πλαίσιο όπου εξελίσσεται η ύπαρξη και η συνύπαρξη, ή με άλλα λόγια οι διαδικασίες υποκειμενικότητας και δι-υποκειμενικότητας του ανθρώπου. Οι διάφορες μορφές με τις οποίες συναντάμε την οικογένεια αποδεικνύουν ότι η οικογένεια είναι ένα κοινωνικό γεγονός. Και ως τέτοιο υπόκειται στους κανόνες λειτουργίας της ευρύτερης κοινωνίας στην οποία ανήκει. Ως κοινωνικό γεγονός διατρέχεται ιστορικά και μελετώντας αυτήν την ιστορικότητα μπορεί να αποδειχθεί αυτή η στενή σχέση της οικογένειας με το κοινωνικό σώμα. Αυτό σημαίνει ότι κάθε κοινωνία έχει εκείνες τις μορφές οικογένειας που συνάδουν με το επίπεδο ανάπτυξης και κοινωνικής οργάνωσής της σε μια συγκεκριμένη στιγμή της ιστορικής της πορείας. Οι τύποι της οικογένειας είναι πάντα ένα τμήμα του τρόπου που είναι οργανωμένη και λειτουργεί η κοινωνία. Αυτό δε σημαίνει ότι η οικογένεια προσδιορίζεται από δυνάμεις κοινωνικές τις οποίες δεν μπορεί να επηρεάσει, αλλά ότι βρίσκεται με την κοινωνία σε μια σχέση αλληλόδρασης (Giddens, 2002).
Αν επομένως βλέπουμε στην οικογένεια παθολογικά φαινόμενα, που συνήθως εκδηλώνονται στα άτομα και στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, τότε πρέπει να αναζητήσουμε τις αιτίες αυτής της εξέλιξης στο κοινωνικό σώμα και στην οικογένεια ως σύνολο (ειδικότερα στο πώς η οικογένεια φιλτράρει και προσαρμόζεται στο κοινωνικό σώμα), και όχι σε συμπεριφορές των ατόμων, τις οποίες μπορούμε να ορίσουμε ως σύμπτωμα μιας δυσλειτουργίας (Minuchin, 2000).