Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γονείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γονείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Μαΐου 2018

Η ιστορία μιας μαμάς


Η Τίνα είναι 43 ετών, γιατρός και μητέρα δύο παιδιών, της 16χρονης Έφης και του 12χρονου Γιώργου. Είναι χωρισμένη εδώ και τέσσερα χρόνια και μεγαλώνει τα παιδιά της με πολύ μικρή βοήθεια από το Γιάννη, τον πρώην άντρα της. Δουλεύει πολύ και συνάμα προσπαθεί να σταθεί στο ρόλο της ως μητέρα, ξεκλέβοντας παράλληλα όσο μπορεί και κάποιες στιγμές προσωπικής ζωής. Η πολυπλοκότητα των ρόλων, η μικρή σχετικά βοήθεια, η κούραση και οι εντάσεις της καθημερινότητας και κυρίως οι εκρήξεις θυμού της κόρης της την οδήγησαν στο κατώφλι της συμβουλευτικής. Σε αυτή τη φάση, στο ξεκίνημα των συγκρούσεων με την κόρη της, η Τίνα αντιλαμβάνεται την  αδυναμία της να τα καταφέρει χωρίς βοήθεια. Δεν ξέρει τι ακριβώς να ζητήσει, δεν έχει την ενέργεια να μιλήσει για όσα συμβαίνουν, έχει απλά ένα μεγάλο παράπονο, «γιατί όλα αυτά;». Κάνει όμως το  πρώτο βήμα, να αποδεχθεί το αδιέξοδό της και να ζητήσει βοήθεια.
Στη συνέχεια διά μέσου της συμβουλευτικής διαδικασίας της δίνεται η δυνατότητα ενδοσκόπησης προκειμένου να καταλάβει ποιες δικές της ελλείψεις την οδηγούν στα σημερινά αδιέξοδα και να κατανοήσει σε βάθος τα αιτήματα των παιδιών της και τη δυσκολία να ανταποκριθεί στις ανάγκες της. Ενώ την έφερε ο θυμός της κόρης της, σταδιακά οδηγείτε σε κατανοήσεις για τις δικές της δυσκολίες και τον τρόπο που σχετίζεται. Η Τίνα είναι μια γυναίκα που ευνουχίζει τις επιθυμίες της και εξιδανικεύει τους άλλους. Μεταξύ απώθησης και εξιδανίκευσης τρέχει πάντα πίσω από τα γεγονότα και ποτέ δεν τα προλαβαίνει. Σχεδόν πείθει τον εαυτό της πως δεν αξίζει κάτι παραπάνω, ενώ έχει πετύχει πολλά πράγματα και ενδόμυχα πιστεύει πως είναι άξια. Η κόρη της έχει αναλάβει ασυνείδητα ένα αντίστοιχο ρόλο: προσπαθεί να ταρακουνήσει τη μαμά, έχει δηλαδή μια λανθάνουσα έγνοια που από τη μία τη θυμώνει και από την άλλη την ακυρώνει, δημιουργώντας μια έντονη σχέση συναισθηματικής εξάρτησης, της μίας από την άλλη, ενώ και οι δύο ευαγγελίζονται την αυτονομία. Εξάλλου η Τίνα έχει να το λέει: είναι ανεξάρτητη, χώρισε όταν έπρεπε, εργάζεται, μεγαλώνει (σχεδόν) μόνη της τα δύο παιδιά. Τι είναι όμως αυτονομία; Είναι να τρέχεις πίσω από όλα και να θες να τα καταφέρεις μόνος; Αυτόνομος είναι ο ανεξάρτητος; Όχι βέβαια, αυτονομία είναι να νιώθει κάποιος ελεύθερος με ότι επιλογές έχει κάνει. Η Τίνα σε αυτή τη φάση της ζωή της, ενώ είναι ανεξάρτητη, δεν νιώθει ελεύθερη.
Παρότι είναι μια δομημένη προσωπικότητα, η αγωνία της να τα καταφέρνει σε όλα της δημιουργεί σύγχυση, κούραση και το αίσθημα της μοναξιάς. Για να τακτοποιήσει λοιπόν τα πράγματα μέσα της χρειάζεται να της δοθεί τη δυνατότητα να ακουστεί, δίχως κριτική ή συμβουλές. Έχει ανάγκη να βιώσει ένα ασφαλές περιβάλλον όπου θα εμπιστευτεί τις δυσκολίες της και τα παράπονά της και θα νιώσει ένα συμβολικό κράτημα και μια ενθάρρυνση πως όλα μπορούν να αντιμετωπιστούν.
Στην πρώτη φάση της συμβουλευτικής η Τίνα δεν μπορεί βέβαια να δει εύκολα τις δικές της ευθύνες και τη συμμετοχή της σε ότι συμβαίνει. Κι όταν το κάνει συνήθως το κάνει ενοχικά, νιώθει δηλαδή άσχημα που δεν καταφέρνει να είναι λειτουργική σε όλα. Για να συνειδητοποιήσει τι πρέπει να κάνει και πως θα ανακτήσει την λειτουργικότητά της πρέπει να κατανοήσει πως πολλά προβλήματα δεν έρχονται απ’ έξω, αλλά τα δημιουργούμε εμείς. Απ’ έξω έρχονται οι δυσκολίες, που όσο δεν καταφέρνουμε να τις ξεπερνούμε γίνονται προβλήματα, δισεπίλυτα και επίμονα. Θα πρέπει δηλαδή να εστιάσει σε δικά της γνωρίσματα, σκέψεις και συναισθήματα και να αρχίσει να κατανοεί πώς μπορεί να λειτουργήσει διαφορετικά και να μπει σε μια διαδικασία αλλαγών, μικρών και συγκεκριμένων στην αρχή.
Σε μια συνεδρία μου ανέφερε πως ενώ είχε κανονίσει να πάνε μια μονοήμερη εκδρομή με τα παιδιά, ξαφνικά την καλούνε από τη δουλειά της. Όταν η Έφη αντιλαμβάνεται πως θα χάσουν την εκδρομή, θυμώνει πολύ με τη μητέρα της, της λέει πως νοιάζεται περισσότερο για τη δουλειά της κι όχι για αυτούς και να μην της ξαναμιλήσει για νοιάξιμο και για σχέσεις γιατί αυτά φαίνονται στην πράξη. Θυμώνει όμως μαζί της και η Τίνα, η οποία νιώθει πως η κόρη της την αδικεί, δεν βλέπει πως είναι ζορισμένη και πιέζεται από παντού. Σαν να μη έφταναν όλα αυτά, εκείνη τη στιγμή έρχεται και η γιαγιά, από το πάνω διαμέρισμα, και παίρνει το μέρος της εγγονής της. Στη συγκεκριμένη σκηνή νιώθει πιεσμένη και πως η κόρη της και η μαμά της δεν κατανοούν τις προθέσεις της. Στην προσπάθεια της να αμυνθεί όμως δεν αντιλαμβάνεται ούτε εκείνη τις ανάγκες της κόρης της. Έτσι μπαίνουν και οι δύο σε ένα φαύλο κύκλο που η μία κατηγορεί την άλλη δίχως να καταφέρνουν να επικοινωνήσουν ουσιαστικά τις ανάγκες τους. Είναι σημαντικό λοιπόν για την Τίνα να κατανοήσει πως δεν χρειάζεται να απαντά άμεσα και να μπαίνει στον καβγά. Να παίρνει λίγο χρόνο να επεξεργαστεί τα συναισθήματά της και να πάει στη κόρη της με το «συγνώμη Έφη μου, κατανοώ πως νιώθεις, νιώθω το ίδιο στεναχωρημένη γιατί και για μένα είναι πολύ σημαντικό να περνώ κάποιες ώρες μαζί σας». Επίσης να δώσει χώρο στο να ειπωθούν και τα συναισθήματα της Έφης ούτως ώστε να φανούν όλα αυτά που κρύβει η ένταση του θυμού της. Αυτό είναι το δεύτερο βήμα που έχει να κάνει, να επεξεργάζεται δηλαδή τις πληροφορίες και να προσπαθεί να επικοινωνεί τα ουσιαστικά συναισθήματα κι όχι να εγκλωβίζεται στην αντίληψη πως όλα πρέπει να περνούν από τα χέρια της.
Αφιερωμένο στις μαμάδες που τρέχουν να τα προλάβουν όλα δίχως να δίνουν χρόνο για τον εαυτό τους, που χάνονται στις συμπληγάδες της καθημερινότητας, με την ευχή να τολμήσουν να ζητήσουν κάτι για αυτές.

Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2017

Παιδικές αταξίες


Οι άνθρωποι μπαίνουν στο γονεϊκό ρόλο με πολλή χαρά και προσμονή, χωρίς όμως να μπορούν να προβλέψουν τις δυσκολίες που έχει το μεγάλωμα ενός παιδιού. Από τη στιγμή, εντούτοις, που ένας άνθρωπος αποφασίζει να φέρει στη ζωή τα παιδιά του, έχει ευθύνη, ως την ενηλικίωσή τους, να καλύψει όχι μόνο τις βασικές τους ανάγκες για τροφή, στέγη, ασφάλεια, προστασία και εκπαίδευση, αλλά και να τα μεγαλώσει δίνοντας τους τα εφόδια να αυτονομηθούν. Ο γονεϊκός ρόλος είναι ένας δρόμος χωρίς επιστροφή που αλλάζει τις ισορροπίες του ζευγαριού και την καθημερινότητα του. Σε αυτή τη νέα καθημερινότητα δεν χωρά ούτε η ανευθυνότητα ούτε η υπερπροστασία, αλλά το μέτρο.
Μεταξύ γονέων και παιδιών αναπτύσσεται μια στενή σχέση, η οποία με το πέρασμα των χρόνων φορτώνεται από ποικίλα  συναισθήματα, προσδοκίες και επιθυμίες. Στο πλαίσιο αυτό, ένας συνηθισμένος κίνδυνος, είναι να ταυτιστεί κανείς με το παιδί του και να θεωρήσει δεδομένο πως το γνωρίζει. Το λάθος βέβαια είναι ότι το παιδί δεν το γνωρίζουμε επειδή είναι παιδί μας, αλλά χρειάζεται πολύς κόπος και χρόνος για να το μάθουμε και, ταυτόχρονα, να του επιτρέψουμε να μάθει από εμάς. Γονείς, δηλαδή, και παιδιά είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι που πρέπει να συναντηθούν.
Ειδικότερα, χρειάζεται να δούμε τα παιδιά έξω από τις δικές μας προσδοκίες και επιθυμίες, ώστε να τα βοηθήσουμε να αναπτύξουν τις δικές τους. Καθότι η ταύτιση πολλές φορές πνίγει τα παιδιά, εκείνα μην έχοντας άλλους τρόπους αντίδρασης, επικοινωνούν κάνοντας… αταξίες. Είναι, συγκεκριμένα, φορές που το αγγελούδι σου, αυτό για το οποίο έχεις κάνει τα πάντα, σου ανατρέπει όλα τα δεδομένα και σε κάνει να τρέχεις και να αναρωτιέσαι… τι λάθος έχω κάνει(!). Όπως ας πούμε στο παράδειγμα της Χριστίνας που ένα πρωινό ενώ κάθεται ανέμελη στο σπίτι, δέχεται ένα τηλεφώνημα από τη δασκάλα του γιου της, του Γιάννη, η οποία σε έντονο ύφος της λέει: «Ο Γιάννης σήμερα ξέσπασε με πολύ θυμό σε ένα συμμαθητή του κι όταν προσπάθησα να τον συνετίσω τα έβαλε και μαζί μου φωνάζοντας και απειλώντας». Η Χριστίνα τότε νιώθει θυμό, απογοήτευση, ντροπή και δεν ξέρει τι να κάνει.
Οι αρνητικές, βέβαια, αντιδράσεις των παιδιών δεν είναι ασυνήθιστο φαινόμενο. Πολλοί γονείς έχουν βρεθεί στην άβολη θέση της Χριστίνας, να απολογούνται στο δάσκαλο, στο διευθυντή, σε άλλους γονείς, κλπ. Αυτό τους κάνει να είναι επικριτικοί με τα παιδιά τους και να εμποδίζουν ακόμη περισσότερο την επικοινωνία. Εστιάζοντας, ωστόσο, σε αυτή καθαυτή την «αταξία» και προσπαθώντας να «συμμορφώσουν» το παιδί τους, δυσκολεύονται να διακρίνουν τις αιτίες που το οδήγησαν σε εκείνη.
Γιατί λοιπόν ένα παιδί διαταράσσει την τάξη; Τι θέλει να επικοινωνήσει;
 Συνήθως τα παιδιά αντιδρούν προσπαθώντας να ταρακουνήσουν το οικογενειακό σύστημα, καλώντας μας με τις αρνητικές τους συμπεριφορές, να τα γνωρίσουμε και να ασχοληθούμε μαζί τους. Πιο συγκεκριμένα, μας ζητούν ουσιαστικό χρόνο και επικοινωνία με νόημα. Με τις πράξεις τους και, πολύ περισσότερο, με τις αταξίες τους πάντα κάτι λένε, καθώς είναι ο πιο προσφιλής σ’ αυτά τρόπος να δείξουν ό,τι δεν μπορούν να εκφράσουν με λόγια.
Ασφαλώς, όταν ένα παιδί έχει μάθει να εκφράζεται με αρνητικές συμπεριφορές οι γονείς του πρέπει να επέμβουν, προκειμένου να το βοηθήσουν να μην έχει ανάγκη την έκφραση με αυτόν τον τρόπο. Για να το πετύχουν, πρέπει να ενισχύσουν το παιδί τους στον άξονα της απόκτησης και ενίσχυσης κοινωνικών δεξιοτήτων, στη σωστή έκφραση και διαχείριση των συναισθημάτων του και στο σεβασμό των ορίων. Πρέπει να είναι σε θέση να το οριοθετούν με σταθερό και ήπιο τρόπο, εξηγώντας του πως αυτό που κάνει δεν είναι αποδεκτό, ούτως ώστε είτε μέσω του διαλόγου, είτε μέσω κάποιων συμβολικών συνεπειών να το εκπαιδεύσουν να βρίσκει τους λεγόμενους… θετικούς τρόπους επικοινωνίας. Στις περιπτώσεις όπου οι γονείς δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τις κρίσεις αποτελεσματικά, χρειάζεται κάτι παραπάνω από αυτό, ίσως και τη βοήθεια ειδικού. Η βοήθεια αυτή εστιάζεται κυρίως στους γονείς και ειδικότερα στο πως εκείνοι θα κατανοήσουν και θα μετασχηματίσουν τις αρνητικές συμπεριφορές. Δευτερευόντως, βέβαια, στο παιδί, το οποίο  μέσα από παιχνίδια ρόλων εκπαιδεύεται στον έλεγχο των πράξεων του και στη σωστή διαχείριση και έκφραση των συναισθημάτων του.
Οι γονείς, εν κατακλείδι, χρειάζεται να κατανοήσουν το κρυμμένο νόημα – το μήνυμα – της αρνητικής συμπεριφοράς και να επανεξετάσουν το γονεϊκό τους ρόλο και τη συντροφική τους σχέση, ενώ οι αταξίες των παιδιών μπορούν να λειτουργήσουν και ως ένα μέσο πίεσης, ένα σημείο αφετηρίας προσωπικών και οικογενειακών αλλαγών. Ένας καλός οδηγός – βοηθός για να αξιοποιήσουν τις δύσκολες εμπειρίες και να κατανοήσουν το παιδί τους είναι να ανατρέξουν στο δικό τους εσωτερικό παιδί: Θυμηθείτε μια δική σας αταξία και σκεφτείτε έναν καλό λόγο που σας οδήγησε να την κάνετε. Τι θέλατε να επικοινωνήσετε με τους άλλους; Αυτός είναι ένας καλός τρόπος να σκέφτεστε, δίχως να κατηγορείτε τον εαυτό σας, αξιοποιώντας όλες σας τις εμπειρίες, ακόμη και τις δύσκολες, αλλά και ένας ασφαλής δρόμος ώστε να μην θυμώνετε με τα παιδιά, ανοίγοντάς τους δρόμους για να αξιοποιούν τις δικές τους δύσκολες στιγμές…
Η αταξία είναι μια καλή αφορμή να βάλουμε τις σχέσεις μας σε τάξη!!!




Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2016

Αδελφικές σχέσεις και αδελφική αντιζηλία

Έχουν συμπληρωθεί πια αρκετά χρόνια που εργάζομαι με οικογένειες. Στην αρχή είχα να αντιμετωπίσω τη μεγάλη δυσπιστία των γονέων που συνήθως εκφραζόταν με το ερώτημα: «Τι πάει να πει εκπαίδευση γονέων; Θα μας δείξει κάποιος ξένος πως θα μεγαλώσουμε τα δικά μας παιδιά;». Άλλοι γονείς πάλι κατέφευγαν και σε αφορισμούς με γενικότερες κοινωνιολογικές ανησυχίες: «Που κατάντησε η κοινωνία μας, φτάσαμε στο σημείο να μας επιβάλλεται και ο τρόπος που θα συμπεριφερόμαστε στα παιδιά μας, λες και υπάρχει άνθρωπος που αγαπάει και ενδιαφέρεται για τα παιδιά μας περισσότερο από εμάς, τους γονείς τους».

Τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζω όλο και πιο σπάνια ανάλογες ανησυχίες ή αντιρρήσεις. Όλο και περισσότεροι γονείς αναγνωρίζουν ότι δουλεύοντας με τον εαυτό τους, δουλεύοντας τη συντροφική σχέση και τη σχέση τους με τα παιδιά τους, αποκομίζουν σημαντικά οφέλη.

Εδώ και μερικές δεκαετίες συμφωνούμε όλοι ότι το στρες είναι η πρώτη αιτία αρρώστιας και ψυχοσωματικών προβλημάτων. Ζώντας σε συνθήκες που αλλάζουν διαρκώς, σε συνθήκες που παράγουν κρίσεις και γεννούν νέες και απρόβλεπτες απαιτήσεις, για τις οποίες δεν είμαστε επαρκώς προετοιμασμένοι, είναι φυσικό να γίνεται το στρες ένα βασικό χαρακτηριστικό της καθημερινότητας μας, να διαποτίζει κάθε μας απόφαση και δράση. Είναι πια κοινός τόπος η διαπίστωση ότι η αποτελεσματική διαχείριση του στρες αποτελεί τη σημαντικότερη προϋπόθεση υγείας και λειτουργικότητας στις σχέσεις. Γι’ αυτόν τον λόγο χρειαζόμαστε νέες δεξιότητες που θα μας βοηθήσουν να αναπτύσσουμε συνεργατικές σχέσεις με τους ανθρώπους του περιβάλλοντός μας, τους συγγενείς μας, τους φίλους μας, τους συναδέλφους μας και, κυρίως, έναν νέας ποιότητας εσωτερικό διάλογο.

Στα πλαίσια αυτά κρίνω πολύ σημαντικές τις δημόσιες συζητήσεις και τα σεμινάρια για γονείς, τα οποία μπορούν να δώσουν κάποιες πληροφορίες που μπορούν να χρησιμεύσουν ως τροφή για σκέψη και αναστοχασμό.

Πολλές φορές λοιπόν οι γονείς έρχονται αντιμέτωποι με προβλήματα ή/και ερωτήματα για το μεγάλωμα των παιδιών τους –όπως τέτοια προκύπτουν και για το ζήτημα που μας απασχολεί απόψε, της αντιζηλίας μεταξύ των αδελφών – και επειδή δεν βρίσκουνε πάντα απαντήσεις στρεσσάρονται.

Αγαπητοί γονείς, θα ξεκινήσω με μια παραδοχή, κάποια από τα κύρια χαρακτηριστικά στις αδελφικές σχέσεις, όπως επισημαίνεται από σχετικές έρευνες, αλλά και από την εμπειρική παρατήρηση είναι η στοργή, αλλά και ο ανταγωνισμός και η ζήλια.

 Η επισήμη της ψυχολογίας έως σήμερα έχει επικεντρωθεί κυρίως στις σχέσεις και στην αλληλεπίδραση που αναπτύσσεται μεταξύ παιδιών και γονέων, προκειμένου να μελετηθεί η ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου. Ωστόσο, πέρα από τους γονείς, σήμερα γνωρίζουμε ότι είναι και η παρουσία ή η απουσία των αδελφών που παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των οικογενειακών σχέσεων και επηρεάζει την ανάπτυξη της προσωπικότητας.

Δεσμοί αίματος, αλλά και δεσμοί συναισθηματικοί, πολύ δυνατοί, μας συνδέουν. Σχέσεις ζωής που, κατά πάσα πιθανότητα, θα μας συνοδεύουν μέχρι να γεράσουμε. Οι αρχαίες τραγωδίες, οι μύθοι και τα παραμύθια είναι γεμάτα από ιστορίες αδελφών που θυσιάζονται ο ένας για τον άλλον, καταστρέφουν ή και σκοτώνουν. Τις αδελφικές σχέσεις τις χαρακτηρίζουν συναισθήματα αγάπης και μίσους, αφοσίωσης και αντιζηλίας, κάτι που είναι απόλυτα φυσιολογικό και υγειές.

Η αρχαία τραγωδία αποτελεί κομβικό σημείο στην ιστορία του παγκόσμιου θεάτρου, αλλά και της παγκόσμιας γραμματείας. Τα θέματα που πραγματεύεται αφορούν σε θεμελιώδεις αλήθειες που μας απασχολούν όλους. Οι συγγραφείς των τραγωδιών αντλούν τα θέματά τους από τους κύκλους των ελληνικών μύθων, των οποίων η πατρότητα παραμένει αδιευκρίνιστη και τα μετουσιώνουν σε νέα έργα που αντικατοπτρίζουν την προσωπική τους οπτική. Το ενδιαφέρον, τόσο των θεατών, όσο και των αναγνωστών διαφορετικών εποχών, τόπων και κοσμοθεωριών, για τους μύθους και τις τραγωδίες παραμένει ανεξάντλητο ανά τους αιώνες, καθώς πρόκειται για έργα πυκνά σε νοήματα που αγγίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη σε βάθος.
Ένα από τα ζητήματα με τα οποία έχουν ασχοληθεί και οι τρεις μεγάλοι αρχαίοι τραγικοί συγγραφείς είναι η αδερφική σχέση. Στα έργα τους συναντάμε πρόσωπα και γεγονότα, ευρέως γνωστά που αποτελούν σημεία αναφοράς στην συνείδησή μας και χαρακτηριστικά σύμβολα σχέσεων, επιλογών και συνεπειών στη ζωή του ανθρώπου.
Ο Αισχύλος στην τραγωδία του Επτά επί Θήβας πραγματεύεται την σχέση δύο αδερφών, του Ετεοκλή και του Πολυνείκη, που είχαν συμφωνήσει να διοικούν την Θήβα εναλλάξ, μέχρι που ο πρώτος αρνήθηκε να παραδώσει την διακυβέρνηση στον δεύτερο και ξεκίνησε μεταξύ τους πόλεμος. Ο Πολυνείκης με έξι βασιλείς ακόμα επιτέθηκε στον αδερφό του και στην πόλη του. Η διαμάχη μεταξύ τους έληξε με τη νίκη της Θήβας, αλλά και τον θάνατο των δύο αδερφών, που ξέχασαν τον δεσμό που τους συνέδεε και στράφηκαν ο ένας εναντίον του άλλου.
Στην μοναδική σωζόμενη τριλογία της αρχαιότητας, την Ορέστεια του Αισχύλου παρακολουθούμε τα γεγονότα που συνταράσσουν μια οικογένεια. Η Ιφιγένεια έχει θυσιαστεί από τον πατέρα της, ο οποίος με τη σειρά του βρίσκει τον θάνατο από την γυναίκα του την Κλυταιμήστρα. Η αδερφή της, η Ηλέκτρα περιμένει με υπομονή τον αδερφό τους τον Ορέστη να επιστρέψει, να εκδικηθεί τον χαμό του πατέρα τους και να αποκαταστήσει την τάξη. Μέσα σε ένα κόσμο που αλλάζει δραματικά, τα δύο αδέρφια βρίσκουν ανακούφιση και ελπίδα το ένα στο πρόσωπο του άλλου.
Με τον μύθο της Ηλέκτρας έχει ασχοληθεί και ο Σοφοκλής, δίνοντας μια πιο έντονη διάσταση στη σχέση των δύο αδερφών που συναντιούνται μετά από χρόνια και μέσα από τις λεπτομέρειες που ξέρουν μόνο αυτοί, αναγνωρίζουν ο ένας στον άλλο τον μοναδικό άνθρωπο στον οποίο μπορούν να βασιστούν. Ένα από τα γνωστότερα έργα του Σοφοκλή είναι η Αντιγόνη. Πρόκειται για την αδερφή του Ετεοκλή και του Πολυνείκη που προσπαθεί σκληρά να καταφέρει να θάψει τον αδερφό της που επιτέθηκε στην πόλη του και έχει μείνει άταφος για να τιμωρηθεί. Η Αντιγόνη αψηφά τον νόμο του βασιλιά και βάζει την αδερφική αγάπη πάνω από τις επιταγές της εξουσίας και τις επιθυμίες των θεών.
Ο μύθος της Ηλέκτρας έχει απασχολήσει και τον Ευριπίδη στο ομώνυμο έργο του, όπου η τραγική ηρωίδα για μια ακόμη φορά εναποθέτει της ελπίδες της σωτηρίας της στην επιστροφή του αδερφού της Ορέστη και στην εκδίκηση που αυτός πρόκειται να πάρει και για τους δύο. Ο Ευριπίδης στην τραγωδία του Ιφιγένεια εν Ταύροις καταπιάνεται για ακόμα μία φορά με το ζήτημα της αδερφικής σχέσης, καθώς η Ιφιγένεια ανησυχεί για την μοίρα του αδερφού της Ορέστη που καταδιώκεται από τις Ερινύες. Τελικά, τα δύο αδέρφια συναντιούνται, αναγνωρίζονται και καταφέρνουν να αποφύγουν την μοίρα των τραγικών ηρώων και να σωθούν με την δύναμη που πηγάζει από τον ισχυρό δεσμό που τους δένει.

Ανάλογες ιστορίες μπορεί να συναντήσει κανείς στην παλιά και κενή διαθήκη, στους μύθους και τα παραμύθια, καθώς και σε σημαντικά λογοτεχνικά κείμενα.

Η ζήλια, λοιπόν, είναι συναίσθημα φυσιολογικό για τα αδέλφια, γιατί πρέπει να μοιραστούν, ενώ δε θέλουν, την αγάπη και την αγκαλιά της ίδιας μητέρας. Το μοίρασμα, αυτό που  είναι απειλητικό και ανεπιθύμητο, θα γίνει αυτό που ενώνει τα αδέλφια. Εφόσον κανένα από τα αδέλφια δεν μπορεί να έχει αποκλειστικά τη μητέρα, νιώθουν ότι έχουν κάτι κοινό. Ταυτίζονται το ένα με το άλλο και έτσι, εκτός από ζήλια και ανταγωνισμό αρχίζουν να νιώθουν αγάπη. Αντιλαμβάνονται ότι μοιάζουν σε κάτι, στο ότι μοιράζονται τη γονεϊκή αγάπη και προσοχή, με αποτέλεσμα τη δημιουργία συμμαχίας μεταξύ των αδελφών.

Κάθε αδελφική σχέση αρχίζει με ένα πρωτότοκο παιδί, που στην αρχή είναι μόνο του και συνήθως απολαμβάνει απερίσπαστα και απεριόριστα την αγάπη και το ενδιαφέρον της μητέρας και στη συνέχεια και του πατέρα. Αυτό είναι ένα καταπληκτικό προνόμιο, που απολαμβάνουν τα πρωτότοκα παιδιά κάθε οικογένειας και το οποίο βέβαια δεν θέλουν να χάσουν. Τα πράγματα αλλάζουν από τη στιγμή που το παιδί αρχίζει να διαισθάνεται την εγκυμοσύνη της μητέρας του. Τόσο το παιδί, όσο και οι γονείς βιώνουν πρωτόγνωρα συναισθήματα.   Αυτός ο καινούριος άνθρωπος εισβάλλει με τρόπο ιδιαίτερα δυναμικό και απαιτητικό στη ζωή της οικογένειας, όπου απαιτείται από τους γονείς το πρωτότοκο παιδί να το αγαπήσει από τη πρώτη στιγμή της γέννησής του. Αντίθετα, η «εκθρόνιση» του πρώτου παιδιού μπορεί να δημιουργήσει συναισθήματα θυμού, μίσους, προδοσίας, ανεπάρκεια ως προς το κατά πόσο είναι ακόμα επιθυμητό, αμφιβολία για το αν το αγαπούν. Αντιφατικά συναισθήματα όπως αγάπη-μίσος, θαυμασμός-ζήλεια, εγγύτητα-αποξένωση, επιθετικότητα-τρυφερότητα, συντροφικότητα-ανταγωνισμός, όμοιος-διαφορετικός αποτελούν μια πολύτιμη εμπειρία για ένα παιδί προκειμένου να επιτευχθεί η διαφοροποίηση του «εγώ» από τον «άλλον».

Το νέο μέλος, εκτός από παρείσακτο είναι και όμοιο, εκτός από ανταγωνιστής, είναι και φίλος, σύντροφος στο παιχνίδι. Εκείνος που προηγείται ή που έπεται μας προσφέρει μια γνώση για τον κόσμο και τις σχέσεις. Το συναίσθημα της ζήλιας, το οποίο συνηθίζεται να είναι φορτισμένο αρνητικά, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη γένεση της κοινωνικότητας και της γνώσης μας για τον κόσμο.

Μέσα από τη σχέση με τα αδέλφια του το παιδί διδάσκεται απλά και αυθόρμητα ηθικές και κοινωνικές συμπεριφορές που διαφορετικά θα περίμενε μέχρι και το σχολείο για να τις διδαχθεί και με τρόπο φυσικό δοκιμάζει πρακτικά έννοιες και συμπεριφορές όπως είναι η ειλικρίνεια, η υπομονή, η αγάπη, η προστασία, η συνεργασία και η αλληλοβοήθεια.

Οι αδελφικές σχέσεις συντελούν σε μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη κοινωνικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων,  αποτελούν το κύριο πεδίο όπου το παιδί μαθαίνει να  συναντά και να αποδέχεται τον άλλο, να σχετίζεται μαζί του και να διαχειρίζεται τα συναισθήματα που του προκαλεί το αποτέλεσμα αυτής της σχέσης. Είναι αναμενόμενο στην αρχή να διεκδικεί  την αποκλειστικότητα των γονιών του και να επιθυμεί να κατέχει ότι και ο αντίζηλός του. Το συναίσθημα αυτό είναι εποικοδομητικό γιατί τον ωθεί να ενδιαφερθεί για τον άλλο. Στη συνέχεια μαθαίνει να διαφοροποιείται και να οριοθετείται σε σχέση με τον άλλο. Η οικογένεια αποτελεί τον κατ’ εξοχήν χώρο όπου μαθαίνουμε να διαχειριζόμαστε τις συγκρούσεις, εσωτερικές και εξωτερικές. Ο τρόπος με τον οποίο λειτουργήσαμε σ’ αυτό το πλαίσιο είναι καθοριστικός για τον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργήσουμε και στις μετέπειτα σχέσεις της ζωής μας.

H ζήλια δεν είναι μόνο αρνητική, αρκεί να μην καταπιεστεί.

Το ζύγισμα και η σύγκριση των ικανοτήτων και των δυνατοτήτων μεταξύ αδελφών έχει και τη θετική του πλευρά: μας βοηθά μαζί με τη συντροφικότητα που υπάρχει να χτίσουμε την αυτοεικόνα μας και μας ωθεί στο να προσπαθούμε να βελτιωθούμε, ν’ ανακαλύψουμε τις δικές μας προσωπικές κλίσεις και να τις καλλιεργήσουμε.

Και από την άλλη μεριά υπάρχει η αδελφική αγάπη και η αφοσίωση. Είναι όμως διαφορετική από την αγάπη και την αφοσίωση των άλλων σχέσεων, γιατί έχουμε ζυμωθεί με αυτήν από τη βρεφική μας σχεδόν ηλικία, γιατί μας την έχουν καλλιεργήσει, γιατί την ενισχύουν κοινά βιώματα και μνήμες. Τα αδέλφια μας είναι συνήθως οι πρώτοι που μοιράζονται μαζί μας τις παιδικές μας φαντασιώσεις, ακόμη και όταν η διαφορά ηλικίας δεν είναι μικρή. Τα αδέλφια είναι συνήθως οι πρώτοι μας σύμμαχοι απέναντι στους μεγάλους. Είναι αυτοί που μας προστατεύουν ή τους προστατεύουμε, και αυτό ισχύει και όταν μεγαλώνουμε. Τα αδέλφια είναι σύμμαχοι, όταν τα πράγματα στην οικογένεια δεν πάνε καλά, όταν οι γονείς τσακώνονται ή χωρίζουν.

Τα πρότυπα σχέσεων που το παιδί έχει αποκομίσει και φέρει από τις σχέσεις με τα αδέλφια του, τα εφαρμόζει κυρίως σε όλες τις ισότιμες σχέσεις που θα αναπτύξει αργότερα στη ζωή του με άλλα άτομα του περιβάλλοντος του.

Μπορούμε ν’ αποφασίσουμε να ζήσουμε μακριά από τ’ αδέλφια μας ή χωρίς αυτά, ή μπορεί να έρθουν έτσι τα πράγματα χωρίς τη θέλησή μας. Είναι πάρα πολύ δύσκολο όμως να μην αναζητάμε έστω και υποσυνείδητα στα όνειρά μας τη σχέση αυτή. (πρόσφατη συνάντηση Ν. Κορεατών με Β. Κορεάτες).

Μεγαλώνοντας η ποιότητα των αδελφικών σχέσεων αλλάζει. Μπορεί οι δεσμοί να γίνουν πιο στενοί ή πιο απόμακροι. Τι γίνεται όμως όταν ο ανταγωνισμός και η έχθρα δεν σταματούν ποτέ ή επανέρχονται όταν είμαστε ενήλικες; Μπορούμε να πούμε με αρκετή βεβαιότητα ότι η έχθρα μεταξύ ενήλικων αδελφών είτε προέρχεται αποκλειστικά είτε τρέφεται από αντιζηλίες της παιδικής ηλικίας, που δεν ξεπεράστηκαν ή δεν ξεκαθαρίστηκαν ποτέ. O θυμωμένος και ανένδοτος ενήλικας είναι και το παιδί που πληγωνόταν, γιατί π.χ. οι γονείς καμάρωναν τον αδελφό του, γιατί μάλωναν εκείνον επειδή ήταν πιο «ζωηρός». Ερμηνεύει λοιπόν τη σημερινή συμπεριφορά του ενήλικου αδελφού ή της αδελφής ως συνέχεια μιας κατάστασης που τον έκανε να μειονεκτεί και να υποφέρει. Αυτό όμως μπορεί να απέχει πολύ από αυτό που νιώθουν τα αδέλφια αν ερωτούνταν. Τις περισσότερες φορές τα «χαϊδεμένα», τα «ευνοημένα» παιδιά όχι μόνο δεν αποσκοπούσαν σε αυτά τα προνόμια εκ μέρους των γονιών, αλλά υπέφεραν και τα ίδια. Καθώς μεγαλώνουμε, υπάρχει η ανάγκη για ανθρώπους που τους νιώθουμε δικούς μας. Εκτός από τους γονείς, είναι και τα αδέλφια. Είναι μια εξαιρετικά σημαντική σχέση που μας συντροφεύει σχεδόν σε όλη τη πορεία μας και για αυτό αξίζει να τη φροντίσουμε.

Όλα τα παραπάνω που αναφέρονται είναι αυτά που τελικά κάνουν την αδελφική σχέση να αφήνει το στίγμα της στη πορεία μας, στην ανάπτυξή μας, στην εξέλιξή μας. Και όπως κάθε σημαντική σχέση, αναζωπυρώνει έντονα συναισθήματα. Αντί επιλόγου, θα σημειώσω ένα απόσπασμα του ψυχαναλυτή-παιδοψυχίατρος Dr. D. Winnicott:
«Το μίσος αυτό με τον καιρό δίνει τη θέση του στην αγάπη, καθώς το νέο βρέφος εξελίσσεται σ’ ένα ανθρώπινο πλάσμα, με το οποίο παίζει κανείς και για το οποίο νιώθει περήφανος… Νομίζω πως είναι εξαιρετικά πολύτιμη εμπειρία για το παιδί ν’ ανακαλύπτει ότι ο νεότερος αδελφός (ή αδελφή) που αρχίζει ν’ αγαπάει είναι το ίδιο πρόσωπο με το νεογέννητο βρέφος, που πριν από λίγες βδομάδες μισούσε και επιθυμούσε την απομάκρυνσή του»