Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζευγάρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζευγάρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

Όταν ο φόβος της εγκατάλειψης συνάντησε τον φόβο του πληγώματος


Συνεδρίες ζεύγους

Τρεις έως πέντε συνεδρίες για να βρούμε:
Α) ποιο συμβόλαιο "έδεσε" τη σχέση σας
Β) ποιες ανάγκες και ποια ψυχικά ελλείμματα ικανοποιούσε
Γ) πως μπορεί η σχέση να λειτουργήσει σαν καθρέφτης των προσωπικών μας ελλειμμάτων και να συμβάλλει στην προσωπική μας εξέλιξη

Κατανοήστε τη σχέση σας σε βάθος
Μετατρέψτε τη σε ευκαιρία προσωπικής ανάπτυξης
-Για τα ζευγάρια που θέλουν να κατανοήσουν, να συνδεθούν και να εξελιχθούν μαζί.

Γιώργος Γιαννούσης
Ψυχολόγος, ψυχοθεραπευτής


...ακολουθεί ένα κλινικό παράδειγμα...

Όταν ο έρωτας καλείται να θεραπεύσει αυτό που δημιούργησε η οικογένεια καταγωγής

Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι οι συγκρούσεις ενός ζευγαριού ξεκινούν από την καθημερινότητα, από την έλλειψη επικοινωνίας, τα οικονομικά προβλήματα, την ανατροφή των παιδιών ή τις διαφορετικές προσωπικότητες. Στην πραγματικότητα, το υπόβαθρο των συγκρούσεων και οι γενεσιουργός αιτία υπάρχει πολύ πριν γνωριστούν οι δύο άνθρωποι. Γεννιούνται στις οικογένειες μέσα στις οποίες μεγάλωσαν.

Ο έρωτας σπάνια ενώνει δύο ώριμους ανθρώπους που συναντιούνται τυχαία. Πολύ συχνότερα ενώνει δύο διαφορετικές ιστορίες, δύο διαφορετικά τραύματα, δύο διαφορετικούς φόβους που, χωρίς να το γνωρίζουν, αναζητούν ο ένας μέσα στον άλλον τη θεραπεία τους. 

Ο Αντώνης και η Ιωάννα αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο Αντώνης μεγάλωσε σε μια οικογένεια όπου η αγάπη συνοδευόταν πάντοτε από μια αίσθηση κινδύνου. Η συναισθηματική απόσταση από τον πατέρα του και η αμφίθυμη σχέση με τη μητέρα του δημιούργησαν μέσα του μια βαθιά πεποίθηση ότι οι άνθρωποι που αγαπάμε μάς απογοητεύουν. Τους χρειαζόμαστε, τους ποθούμε, αλλά δεν μπορούμε να τους εμπιστευτούμε ολοκληρωτικά. Ένα παιδικό ατύχημα, όταν κάηκε σοβαρά στο πόδι του, έμοιαζε σχεδόν συμβολικά να σφραγίζει αυτή την εσωτερική εμπειρία. Η αγάπη ήταν σαν τη φωτιά, σε ζέσταινε, αλλά μπορούσε και να σε κάψει. Έτσι, χωρίς να το γνωρίζει, έμαθε να προστατεύεται πριν ακόμη κινδυνεύσει, να απομακρύνεται πριν πληγωθεί, να απορρίπτει πριν τον απορρίψουν. 

Η συνεχής υποτίμηση της συντρόφου του, τα έμμεσα παράπονα, οι απειλές ότι θα φύγει από το γάμο και ο χρόνιος θυμός δεν αποτελούν τόσο ένδειξη επιθετικότητας όσο μια μορφή προληπτικής άμυνας. Σαν να σκέφτεται πως «αν κρατήσω τον άλλον σε απόσταση, ίσως να μην μπορέσει ποτέ να με πληγώσει πραγματικά».

Η Ιωάννα μεγάλωσε μέσα σε ένα εντελώς διαφορετικό οικογενειακό σύστημα. Η δική της οικογένεια χαρακτηριζόταν από μια εξαιρετικά ισχυρή συνοχή. Μια συνοχή όμως που είχε ως τίμημα την ελευθερία. Η οικογένεια λειτουργούσε σαν ένας κλειστός οργανισμός. Οι άνθρωποι δύσκολα έφευγαν κι ακόμη δυσκολότερα ενσωματώνονταν νέοι άνθρωποι. Οι γαμπροί παρέμεναν πάντοτε ξένοι. Τα παιδιά όφειλαν να παραμένουν συναισθηματικά διαθέσιμα στο σύστημα ακόμη και όταν δημιουργούσαν τις δικές τους οικογένειες. 

Η Ιωάννα μεγάλωσε ως το μικρότερο παιδί, με μεγάλη διαφορά από τα δύο πρώτα. Αυτό το γεγονός είχε ως συνέπεια να διογκωθεί μέσα της το άγχος της εγκατάλειψης, καθώς ένιωθε πάντα η μικρότερη και η πιο αδύναμη. Μετά τον θάνατο του πατέρα της, ένιωσε ακόμη περισσότερο αδύναμη, ενώ αντίστροφα η μητέρα συνέχισε να αποτελεί και μάλιστα πιο έντονα το κέντρο βάρους ολόκληρης της οικογένειας. Σαν να είχε αναλάβει να κρατήσει ζωντανή την ενότητα όλων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ιωάννα δεν φοβάται τόσο τη σύγκρουση, όσο την κατάρρευση του συστήματος. Η εγκατάλειψη δεν σημαίνει μόνο ότι θα φύγει ο σύντροφός της, σημαίνει ότι θα διαλυθεί ο κόσμος όπως τον γνώρισε. 

Ο Αντώνης χρειάζεται απόσταση για να αισθανθεί ασφαλής, ενώ η Ιωάννα χρειάζεται εγγύτητα για να αισθανθεί ασφαλής. Εκείνος απομακρύνεται όταν πλησιάζει πολύ η σχέση, εκείνη πλησιάζει ακόμη περισσότερο όταν αισθάνεται ότι εκείνος απομακρύνεται. Όσο περισσότερο εκείνος αποσύρεται, τόσο περισσότερο εκείνη αγωνιά. Όσο περισσότερο εκείνη αγωνιά, τόσο περισσότερο εκείνος νιώθει ότι πνίγεται. Και έτσι δημιουργείται ένας αυτοτροφοδοτούμενος κύκλος, όπου εκείνος βλέπει μια απαιτητική γυναίκα και εκείνη βλέπει έναν άντρα που την εγκαταλείπει. 

Στην πραγματικότητα, όμως, κανείς δεν βλέπει τον άλλον, ο καθένας βλέπει τη δική του πληγή.

Στην αρχή κάθε σχέσης υπάρχει μια μεγάλη ψευδαίσθηση ότι ο άνθρωπος που ερωτευτήκαμε θα θεραπεύσει εκείνο που δεν κατάφεραν να θεραπεύσουν οι γονείς μας.

Ότι θα μας αγαπήσει χωρίς να μας πληγώσει, ότι δεν θα μας εγκαταλείψει ποτέ, ότι θα μας καταλάβει απόλυτα, ότι θα καλύψει εκείνα τα συναισθηματικά ελλείμματα που κουβαλάμε από την παιδική μας ηλικία. Αυτό όμως είναι ένα αδύνατο αίτημα. Καμία σχέση δεν μπορεί να αναλάβει το έργο που ανήκει στην προσωπική ψυχική εξέλιξη του καθενός. 

Όταν ο σύντροφος μετατρέπεται σε θεραπευτή της παιδικής μας ιστορίας, η σχέση  παύει να είναι σχέση και μετατρέπεται σε πεδίο διαρκούς απογοήτευσης και ματαιώσεων. Η ουσιαστική θεραπευτική αλλαγή αρχίζει όταν οι δύο άνθρωποι σταματήσουν να ζητούν ο ένας από τον άλλον να θεραπεύσει τις παιδικές τους πληγές.

Η Ιωάννα χρειάζεται να κατανοήσει ότι ο φόβος της εγκατάλειψης γεννήθηκε πολύ πριν γνωρίσει τον Αντώνη κι εκείνος χρειάζεται να αναγνωρίσει ότι ο φόβος να μην πληγωθεί δεν δημιουργείται από τη σύντροφό του αλλά από τις πρώτες σχέσεις της ζωής του. 

Η συνειδητοποίηση αυτή δεν φέρνει άμεσα ανακούφιση, αντίθετα, συχνά αυξάνει τον πόνο, γιατί τότε γίνεται φανερό ότι η λύση δεν βρίσκεται στην αλλαγή του άλλου, αλλά στη δική μας αλλαγή. Αυτή είναι ίσως η δυσκολότερη συνειδητοποίηση της ψυχοθεραπείας. Υπάρχει όμως ακόμη μια δυσκολία, η αυτονόμηση από την οικογένεια καταγωγής δεν βιώνεται μόνο ως ελευθερία, αλλά και ως προδοσία.

Στην οικογένεια της Ιωάννας, η παραμονή αποτελούσε απόδειξη αγάπης, ενώ η  απομάκρυνση ισοδυναμούσε σχεδόν με εγκατάλειψη. Στην οικογένεια του Αντώνη, η απόσταση αποτελούσε τρόπο επιβίωσης, ενώ η οικειότητα ισοδυναμούσε με κίνδυνο. Έτσι, η προσωπική εξέλιξη απαιτεί από τον καθένα να αμφισβητήσει όχι μόνο τις προσωπικές του πεποιθήσεις αλλά και τους ίδιους τους οικογενειακούς μύθους που τον διαμόρφωσαν.

Η διαδικασία αυτή συνοδεύεται αναπόφευκτα από φόβο και ενοχή. Είναι όμως και η μόνη που επιτρέπει στον άνθρωπο να δημιουργήσει μια σχέση βασισμένη όχι στην εξάρτηση αλλά στην ελευθερία. 

Η μεγαλύτερη παγίδα των σχέσεων είναι ότι συχνά αναζητούμε στον σύντροφό μας τον γονέα που δεν είχαμε. Αναζητούμε έναν ιδανικό γονέα. Η μεγαλύτερη δυνατότητά τους είναι ότι μπορούν να μας βοηθήσουν να αναγνωρίσουμε αυτή την συνθήκη. Η σχέση δηλαδή, σε πρώτο επίπεδο, δεν θεραπεύει τις παιδικές μας πληγές, τις φωτίζει. Και όταν έχουμε το θάρρος να τις κοιτάξουμε χωρίς να απαιτούμε από τον άλλον να τις επουλώσει, τότε συμβαίνει κάτι παράδοξο, ο σύντροφος παύει να είναι ο σωτήρας ή ο διώκτης μας και γίνεται συνοδοιπόρος στην πορεία της αλλαγής μας. Η πορεία συνεξέλιξης ανοίγει το δρόμο, για πρώτη φορά, οι δύο σύντροφοι να αγαπηθούν όχι επειδή έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλον για να επιβιώσουν, αλλά επειδή επιλέγουν να εξελιχθούν μαζί. 


Συνεδρίες ζεύγους
Τρεις έως πέντε συνεδρίες για να βρούμε:
Α) ποιο συμβόλαιο "έδεσε" τη σχέση σας
Β) ποιες ανάγκες και ποια ψυχικά ελλείμματα ικανοποιούσε
Γ) πως μπορεί η σχέση να λειτουργήσει σαν καθρέφτης των προσωπικών μας ελλειμμάτων και να συμβάλλει στην προσωπική μας εξέλιξη

Κατανοήστε τη σχέση σας σε βάθος
Μετατρέψτε τη σε ευκαιρία προσωπικής ανάπτυξης

-Για τα ζευγάρια που θέλουν να κατανοήσουν, να συνδεθούν και να εξελιχθούν μαζί.

Γιώργος Γιαννούσης
Ψυχολόγος, ψυχοθεραπευτής

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Όταν ο φόβος της απόρριψης συνάντησε την ανασφάλεια του «αξίζω»

Η γενεαλογία του καβγά και η ψευδαίσθηση ότι ο σύντροφος θα θεραπεύσει τα παλιά μας τραύματα

«Αφού αγαπιόμαστε, γιατί μαλώνουμε τόσο πολύ για τόσο ασήμαντα πράγματα;»

Πρόκειται ίσως για το συχνότερο ερώτημα που διατυπώνουν τα ζευγάρια όταν φτάνουν στο γραφείο ενός ψυχοθεραπευτή. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι η ένταση γεννιέται από την καθημερινότητα, από τις δουλειές του σπιτιού, τα οικονομικά, τα παιδιά, τον χρόνο που αφιερώνει ο ένας στον άλλον ή από μικρές συμπεριφορές που μοιάζουν ασήμαντες. Η καθημερινότητα, όμως, σπάνια αποτελεί την πραγματική αιτία μιας σύγκρουσης. Είναι απλώς η σκηνή όπου ανεβαίνει μια παράσταση που γράφτηκε πολλά χρόνια νωρίτερα.

Ο καβγάς έχει πάντοτε μια γενεαλογία, δεν ξεκινά από το ποιος ξέχασε να τηλεφωνήσει ή ποιος άργησε να επιστρέψει στο σπίτι. Ξεκινά από δύο ανθρώπους που κουβαλούν διαφορετικές ιστορίες, διαφορετικά τραύματα, διαφορετικά ψυχικά ελλείματα και διαφορετικές απαντήσεις στο ίδιο υπαρξιακό ερώτημα «ποιος/ποια έμαθα να είμαι για να με αγαπούν;» 

Η Άννα και ο Τάσος αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Εκείνη εργάζεται ως εμπορική αντιπρόσωπος, μοιράζοντας τη ζωή της ανάμεσα στη Λάρισα και τη Λαμία. Εκείνος εργάζεται ως πωλητής και ζει στη Λαμία. Οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν σε μια ιδιαίτερα ευάλωτη περίοδο της ζωής τους. Ο Τάσος είχε μόλις βγει από ένα επώδυνο διαζύγιο. Δεν αναζητούσε μόνο έναν νέο σύντροφο. Αναζητούσε έναν άνθρωπο που θα του αποδείκνυε ότι εξακολουθεί να είναι αποδεκτός, ότι δεν είναι ο άντρας που απορρίφθηκε. Η τοπική κοινωνία ενίσχυε εκείνη την εικόνα του αποτυχημένου που δεν μπόρεσε να κρατήσει την οικογένειά του ενωμένη. 

Η Άννα, από την άλλη πλευρά, δεν αναζητούσε μόνο τον έρωτα, αλλά ένα λόγο να αισθανθεί αρκετή. Να νιώθει πως η παρουσία της έχει αξία, πως μπορεί να γίνει σημαντική για κάποιον, μέσα από τη φροντίδα και την προσφορά της.

Έτσι δημιουργήθηκε το πρώτο, σιωπηρό συμβόλαιο της σχέσης τους, η Άννα θα φρόντιζε τον Τάσο για να νιώσει χρήσιμη κι ότι αξίζει κι ο Τάσος θα ένιωθε αποδεκτός και θα μαλάκωνε μέσα του ο φόβος της απόρριψης. Εκείνος θα της έδινε την αίσθηση ότι την έχει ανάγκη και εκείνη θα του επιβεβαίωνε ότι δεν είναι μόνος.

Κανείς από τους δύο δεν υπέγραψε συνειδητά αυτό το συμβόλαιο, όμως, η ισχύς του καθόρισε τα πρώτα χρόνια της σχέσης τους.

Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι επιλέγουν έναν σύντροφο επειδή ταιριάζουν. Συχνά, όμως, οι άνθρωποι επιλέγουν κάποιον/α που μπορεί να υπηρετήσει τις βαθύτερες ψυχικές τους ανάγκες. Δεν ερωτεύονται μόνο τον άνθρωπο που έχουν απέναντί τους, αλλά την προσδοκία ότι κοντά του θα πάψουν να αισθάνονται αυτό που τους πληγώνει από παιδιά, αυτόν που θα μαλακώσει τους φόβους τους. 

Το πρόβλημα είναι ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να θεραπεύσει μόνιμα ένα τραύμα, ένα ψυχικό έλλειμμα, ένα φόβο, που δημιουργήθηκε πριν από τη σχέση.

Πάντοτε η πραγματικότητα αναδεικνύεται και η καθημερινότητα φθείρει την εξιδανίκευση. Ο σύντροφος κουράζεται να επιβεβαιώνει διαρκώς την αξία του άλλου. Η φροντίδα μετατρέπεται σε υποχρέωση. Η ανάγκη γίνεται απαίτηση και τότε αρχίζει ο καβγάς. Οι δύο άνθρωποι δεν συγκρούονται πραγματικά για όσα λένε, αλλά γιατί ο ένας σταμάτησε να καλύπτει το ψυχικό έλλειμμα του άλλου. 

Η Άννα νιώθει ξανά ότι δεν είναι αρκετή, ο Τάσος αισθάνεται ξανά ότι απορρίπτεται. Η σύγκρουση δεν δημιουργεί το τραύμα, το αποκαλύπτει.

Η εξελικτική συστημική προσέγγιση δεν αντιμετωπίζει αυτή την επανάληψη ως μια ακόμη αποτυχία της σχέσης, αλλά ως ένα εξελικτικό σύμπτωμα.

Ο ψυχισμός μοιάζει να οργανώνει ασυνείδητα συνθήκες όπου το ίδιο τραύμα επανεμφανίζεται. Όχι επειδή ο άνθρωπος επιθυμεί να υποφέρει, αλλά επειδή μόνο μέσα από την επανάληψη μπορεί να δημιουργηθεί η δυνατότητα μιας διαφορετικής απάντησης.

Η επανάληψη δεν στήνει μια παγίδα, αλλά δίνει μια ευκαιρία. Η Άννα και ο Τάσος φοβούνται ότι αν εγκαταλείψουν το παλιό τους μοτίβο θα χαθεί και η σχέση τους. Στην πραγματικότητα βέβαια φοβούνται κάτι βαθύτερο, ότι θα χαθεί ο τρόπος με τον οποίο έμαθαν να υπάρχουν. Για την Άννα, η αγάπη ταυτίστηκε με τη φροντίδα. Από μικρή έμαθε ότι οι ανάγκες των άλλων προηγούνται των δικών της. Η επιβράβευση ερχόταν όταν πρόσφερε, όταν άντεχε, όταν θυσιαζόταν. Έτσι, η προσωπική της αξία συνδέθηκε με τη χρησιμότητά της. Ο Τάσος, αντίθετα, μεγάλωσε κάτω από τη σκιά ενός επικριτικού πατέρα που σπάνια τον αναγνώριζε. Παράλληλα, ένιωθε υπεύθυνος να προστατεύει συναισθηματικά τη μητέρα του. Έμαθε ότι για να αξίζει χρειάζεται να αποδεικνύει συνεχώς ότι είναι χρήσιμος, δυνατός και απαραίτητος. Κάτω όμως από αυτή την προσπάθεια επιβίωσε ένας μόνιμος φόβος, μήπως τελικά δεν είναι αρκετός και εγκαταλειφθεί. 

Η Άννα φοβάται ότι δεν αξίζει, ο Τάσος φοβάται ότι θα απορριφθεί. Ο φόβος της μιας συνάντησε τον φόβο του άλλου και αρχικά φάνηκε πως αλληλοθεραπεύτηκαν, αλλά στην πραγματικότητα απλώς αλληλοκαθησύχασαν τους φόβους τους, μέχρι που η ζωή απαίτησε κάτι περισσότερο. Καμία ώριμη σχέση δεν μπορεί να στηρίζεται επ' άπειρον στην αμοιβαία κάλυψη των ψυχικών ελλειμμάτων. Κάποια στιγμή καλείται να μετασχηματιστεί σε μια σχέση όπου δύο άνθρωποι δεν χρειάζονται ο ένας τον άλλον για να υπάρχουν, αλλά επιλέγουν να συμπορεύονται επειδή μπορούν πλέον να υπάρχουν ως αυτόνομες προσωπικότητες. 

Από το σημείο της κατανόησης αυτής της νέας πραγματικότητας αρχίζει η πραγματική θεραπεία. Ο στόχος δεν είναι μόνο να σταματήσουν οι καβγάδες, αλλά ο καθένας τους να στρέψει το βλέμμα προς τον εαυτό του και να αναρωτηθεί, «τι ζητώ από τον σύντροφό μου να θεραπεύσει μέσα μου;» 

Η Άννα δεν χρειάζεται να πάψει να φροντίζει, αλλά να ανακαλύψει ότι αξίζει ακόμη και όταν δεν σώζει κανέναν. Ο Τάσος δεν χρειάζεται να πάψει να προσφέρει, αλλά να βιώσει ότι παραμένει αγαπητός ακόμη και όταν δεν αποδεικνύει συνεχώς την αξία του.

Όσο το καταφέρνουν τόσο ενισχύουν τη δυνατότητα να δημιουργηθεί ένα νέο συμβόλαιο. Ένα συμβόλαιο όπου η σχέση δεν θα βασίζεται στην κάλυψη των ελλειμμάτων, αλλά στη συνάντηση δύο ανθρώπων που αναλαμβάνουν οι ίδιοι την ευθύνη της προσωπικής τους εξέλιξης.

Αν θέλαμε να ορίσουμε το πλαίσιο και το βαθύτερο νόημα μιας ώριμης σχέσης θα περιγράφαμε ότι αυτή δεν έρχεται να μας γλιτώσει από τις πληγές της παιδικής μας ηλικίας, αλλά να μας προσφέρει τον ασφαλή χώρο μέσα στον οποίο θα αποκτήσουμε το θάρρος να τις θεραπεύσουμε οι ίδιοι (με τη βοήθεια και την συνεξέλιξη του/της συντρόφου μας). 


Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2018

Συντροφικότητα & αποχωρισμός


Μέσα από την καθημερινή μου επαφή με τους ανθρώπους που ζητούν συμβουλευτική υποστήριξη αντιλαμβάνομαι ότι ένα από τα βασικότερα ζητήματα που τους απασχολούν είναι οι σχέσεις με τους σημαντικούς «άλλους» ανθρώπους της ζωής τους. Είναι αλήθεια, άλλωστε, πως ο ίδιος ο σκοπός της ύπαρξης ορίζεται μέσα από την συνύπαρξη, με την έννοια πως ο άνθρωπος είναι ένα ον που έχει ανάγκη, πάνω απ’ όλα, τη συντροφικότητα και την αίσθηση του «ανήκειν». Η συντροφικότητα είναι συνυφασμένη με τους τρεις κύριους ρόλους της ζωής του ανθρώπου: του παιδιού, του συντρόφου και του γονιού και, ταυτόχρονα, εμπεριέχεται σε κάθε σχέση που ορίζουμε ως σημαντική.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι άνθρωποι μεγαλώνουν με την ελπίδα και την προσδοκία της συντροφικότητας και τον φόβο του αποχωρισμού. Στη διαδρομή της ζωής τους, αρχικά ως παιδιά διακατέχονται από το φόβο μη χάσουν τους γονείς τους, έπειτα ως σύντροφοι μη χάσουν το ταίρι τους και ως γονείς μη συμβεί κάτι κακό στα παιδιά τους.
Η επιθυμία της συντροφικότητας και ο φόβος του αποχωρισμού είναι, επιπλέον, οι δύο όψεις της ανήλικης πλευράς του ανθρώπου, ο οποίος αναζητά στις σχέσεις να καλύψει κάτι που του λείπει και ουσιαστικά ζει συντροφικά με την πεποίθηση ότι ο άλλος, ο σημαντικός άλλος στη ζωή του, δεν θα τον προδώσει ποτέ. Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς πως ενεργώντας με τον παραπάνω τρόπο εισερχόμαστε σε μια «ουτοπική κατάσταση». Με άλλα λόγια, ξεχνούμε να σχετιστούμε,  με το πρόσωπο που έχουμε απέναντί μας, αντικαθιστώντας το τελευταίο με τη δική μας φαντασίωση γι’ αυτό.
Οι περισσότερες φαντασιώσεις, αν και λειτουργούν με στόχο να καλύψουν κάτι που λείπει, βασίζονται ωστόσο σε κάτι δυσάρεστο, έχοντας παράλληλα ως κοινό αίσθημα ένα φόβο, το φόβο της εγκατάλειψης. Ειδικότερα, οι άνθρωποι τρομοκρατούνται στην ιδέα της αποσύνδεσης από εκείνον που θα ήθελαν να τους αγαπά ή έχουν την προσδοκία ότι θα τους αγαπήσει. Έτσι, για τους ερωτικούς συντρόφους έχουμε τη φαντασίωση ότι θα γίνουν αυτοί οι σύντροφοι και οι θεραπευτές των τραυμάτων μας και ελπίζουμε ότι από αυτούς τους ανθρώπους θα πάρουμε ό,τι δεν μας έδωσαν οι γονείς μας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, φερόμαστε σαν να μη βλέπουμε αυτό που πραγματικά είναι οι άλλοι και με αφελή τρόπο σχεδιάζουμε αυτό που θα θέλαμε να γίνουν εκείνοι για μας. Χαρίζουμε, λοιπόν, στους συντρόφους μας ρόλους με άνεση, επενδύουμε στο προσωπείο που εμείς επινοήσαμε και κάποια στιγμή θυμωμένοι, οργισμένοι θα έλεγα, επειδή οι άλλοι δεν μοιάζουν με αυτό που έχουμε στο μυαλό μας, τους χωρίζουμε και τους πληγώνουμε και μάλιστα με αφόρητη εχθρότητα όχι φυσικά γι’ αυτό που είναι, αλλά για αυτό που θα επιθυμούσαμε να γίνουν και δεν έγιναν. Η εχθρότητα όμως και το πλήγωμα, εύλογα, δε στρέφεται μόνο έναντι του άλλου που μας απογοήτευσε, αλλά και έναντι του εαυτού μας που για μια ακόμη φορά διάλεξε ένα λάθος άνθρωπο.
Οι άνθρωποι, εν τέλει,  επενδύουν υπερβολικά στην έννοια της συντροφικότητας θέλοντας να ξορκίσουν τον αποχωρισμό, αυτός ακριβώς, εντούτοις, ο φόβος του αποχωρισμού, συντελεί στην αποσύνδεση της συντροφικότητας. Ως θεραπευτές καλούμαστε καθημερινά να φροντίσουμε «τραύματα» που απορρέουν από τις ματαιωμένες προσδοκίες μέσα στις σχέσεις, σε ανθρώπους που έχουν επενδύσει όλες τους τις προσδοκίες στους άλλους. Ως εκ τούτου, γίνεται φανερό πως οι ανθρώπινες σχέσεις διέπονται από τη συντροφικότητα και τον αποχωρισμό ως έννοιες αλληλένδετες, οι οποίες καθορίζουν την ποιότητα της συνύπαρξης, του πόσο δηλαδή κοντά και μακριά θα είμαστε στις συντροφικές μας σχέσεις. Έτσι κι αλλιώς στη ζωή συνυπάρχουν αντιφάσεις και δίπολα στον ως άνω άξονα, όπως ηδονή και οδύνη, ευχαρίστηση και πόνος, επιθυμία και ματαίωση και, τελικά, ζωή και θάνατος. 
Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή της παρουσίας στη Λάρισα του ψυχαναλυτική - ψυχοθεραπευτή, Τρύφωνα Ζαχαριάδη, ο οποίος εκτός της μεγάλης του ψυχοθεραπευτικής εμπειρίας έχει γράψει ένα βιβλίο που αναφέρεται στη συντροφικότητα και τον αποχωρισμό, το οποίο παρουσιάσαμε την Παρασκευή 2 Νοεμβρίου, στις 20:00, στο αμφιθέατρο του 2ου ορόφου στο Μύλο του Παπά.

Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2017

Θεραπεία ζεύγους


Τα περισσότερα ζευγάρια έρχονται για θεραπεία επειδή η σχέση τους δεν είναι αυτή που φαντάστηκαν όταν παντρεύτηκαν. Τα θετικά συναισθήματα που νιώθανε στην αρχή, τότε που φαντάζονταν μια καλύτερη ζωή με τον σύντροφό τους από ό, τι ήταν χωρίς αυτόν, δίνουν τη θέση τους στο αίσθημα της αδικίας και στην ανταλλαγή κατηγοριών και παραπόνων. Έρχονται στη θεραπεία με την ελπίδα να αλλάξει ο άλλος και να βρουν το δίκιο τους, βιώνοντας τις απογοητεύσεις του γάμου είτε ως προσωπική αποτυχία είτε ως αποτυχία του άλλου. Στη διαδικασία της συζυγικής θεραπείας για να ξεμπερδευτεί το κουβάρι, πέρα από την κατανόηση της προσωπικής ευθύνης και συμμετοχής στον «καβγά», είναι απαραίτητο τόσο ο άντρας όσο και η γυναίκα να μετακινηθούν από τον εαυτό στη σχέση. Η εστίαση στη σχέση κι όχι στα άτομα εισάγει την ιδέα πως αντί να προσπαθεί να αλλάξει ο ένας τον άλλο, μπορούν να συνεργαστούν για να αλλάξουν από κοινού την ποιότητα του γάμου. Έτσι αντί να κατηγορούν ο ένας τον άλλο και να χάνονται σε στείρες αντιπαραθέσεις αναζητώντας το δίκιο και το άδικο, επικεντρώνονται στο πώς θα χτίσουν μια επιθυμητή σχέση. 

Το πρώτο βήμα σε αυτή τη διαδικασία είναι να εστιάσουν στους τομείς της σχέσης τους που λειτουργούν καλύτερα. Οι τομείς αυτοί μπορεί να είναι ο γονεϊκός τους ρόλος, η συνεργασία, η διαπροσωπική και σεξουαλική τους σχέση. Αφού το ζευγάρι ανακαλύψει έναν τομέα που τα πάει καλύτερα (όπως παραδείγματος χάρη, είναι δύο καλοί γονείς ή έχουν καλή ερωτική ζωή), τότε εργαζόμαστε πάνω στο πώς το πετυχαίνουν αυτό. Όταν ο φακός επικεντρώνεται σε αυτό που κάνουνε καλά, δημιουργείται ένα θετικότερο κλίμα ώστε το ζευγάρι στη συνέχεια να κάνει και άλλες συνδέσεις που θα βελτιώσουν την επικοινωνία και τη λειτουργικότητά του.

Το δεύτερο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση είναι η αξιοποίηση της διαφοράς. Οι άνθρωποι μισούνε τις διαφορές τόσο όσο αγαπούνε τις ομοιότητες. Όσο διαρκεί ο έρωτας, οι διαφορές δεν γίνονται αντιληπτές. Στη συνέχεια όμως της σχέσης, όταν ο έρωτας δεν μετατρέπεται σε κάτι πιο βαθύ και η σχέση δεν αλλάζει, οι άνθρωποι αρχίζουν να βλέπουν τις διαφορές και απογοητεύονται. Θεωρούν πως ο σύντροφός τους μεταμορφώθηκε σε κάτι άλλο από αυτό που ερωτεύτηκαν. Όταν αρχίσει το ζευγάρι να αναγνωρίζει και να επιτρέπει τη διαφορετικότητα μπαίνει σε μια νέα διαπραγμάτευση να ορίσει όχι τη φαντασιακή σχέση που θα επιθυμούσαν, αλλά τη σχέση που δύναται να κάνουν με τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Στη φάση αυτή το ζευγάρι θα κατανοήσει καλύτερα τις προβολικές ταυτίσεις που τροφοδοτούν τους άκαμπτους ρόλους, τους οποίους κουβαλά κάποιος από παιδί και λειτουργούν διασπαστικά στη συνοχή της σχέσης και θα ορίσει το νέο συμβόλαιο. Εδώ μιλάμε για το πολύ σημαντικό έργο, όλες αυτές οι διαφορές που δημιουργούν τις εντάσεις να μετασχηματισθούν σε νέες συνθέσεις. Όλα αυτά που τα ζευγάρια νιώθουν ότι τους χωρίζουν να αξιοποιηθούν για να τους ενώσουν. Όσο αναγνωρίζει ο καθένας τη διαφορετικότητα του άλλου τόσο μαθαίνει να τη σέβεται, να μην νιώθει ότι απειλείται και να μην παίρνει τις διαφορές προσωπικά. Επιτρέπει επίσης στον άλλο να είναι ο εαυτός του και να νιώθει πως μπορεί μέσα στη σχέση να εκπληρώνει τους στόχους του. 

Τα δύο παραπάνω βήματα αφορούν έναν μικρό αριθμό θεραπευτικών συνεδριών, όπου σε κάθε περίπτωση η διερεύνηση της ποιότητας της σχέσης αφορά όλους τους τομείς της συζυγικής ζωής. Ο τομέας του γονεϊκού ρόλου αναφέρεται από τα ζευγάρια ως ο περισσότερο πετυχημένος, συνήθως, κυρίως γιατί ο ρόλος αυτός ενέχει δυνατές συγκινήσεις που έρχονται έξω από τον εαυτό και τη σχέση, δηλαδή από τα παιδιά. Όταν βέβαια ένα ζευγάρι δυσλειτουργεί και στον γονεϊκό του ρόλο, τότε σημαίνει πως υπάρχει μεγαλύτερη ένταση και ίσως και ανεπίλυτες συγκρούσεις. 

Ο άλλος σημαντικός τομέας στη σχέση των συντρόφων είναι η λειτουργία τους ως συνεργάτες στις ευθύνες του νοικοκυριού. Ποιος συμμετέχει και πώς στις δουλειές του σπιτιού, ποιος διαχειρίζεται τα οικονομικά, ποιος αποφασίζει για τα θέματα των παιδιών, κοκ.
Η σύγχρονη συμβίωση απαιτεί το ζευγάρι να μοιράζεται αρμονικά τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις του νοικοκυριού έξω από τα κοινωνικά στερεότυπα και τα στερεότυπα του φύλου. Ο στόχος είναι να μην δημιουργούνται ζώνες αποκλειστικής ευθύνης, αλλά μια συνεργατική μορφή γάμου που να αξιοποιεί τις ιδιαιτερότητες και τις δυνατότητες του καθενός προς όφελος της σχέσης.

Ο τομέας της διαπροσωπικής σχέσης του ζευγαριού αφορά στην ικανοποιητική ερωτική ζωή και τη συντροφικότητα, δηλαδή τη συναισθηματική και σεξουαλική κάλυψη και το πώς το ζευγάρι μαθαίνει να μοιράζεται εμπειρίες, συναισθήματα και προβληματισμούς. Το ζευγάρι χρειάζεται να μάθει πώς να ρυθμίζει τη μεταξύ του απόσταση ούτως ώστε η σχέση να μην καταργεί την ατομικότητα και η ατομικότητα να λειτουργεί συνθετικά. 

Χρειαζόμαστε μια νέα αφήγηση για το μοντέλο των συντροφικών σχέσεων, δίχως πρίγκιπες και πριγκίπισσες, που να στηρίζεται στη δέσμευση των συντρόφων για εργασία και φροντίδα της σχέσης. Οι σχέσεις χτίζονται και η συμβουλευτική ζεύγους μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά ώστε το οικοδόμημα της σχέσης να αποκτήσει γερά θεμέλια.

Του Γιώργου Γιαννούση
ψυχοθεραπευτή,
οικογενειακού θεραπευτή

Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2017

Θα μ’ αγαπάς για πάντα;


Στα φύλλα πορείας ΙΙ ο Χόρχε Μπουκάι περιγράφει έναν πανάρχαιο ινδιάνικο μύθο:
Ένα όμορφο ζευγάρι πάει στον μάγο της φυλής και του ζητάει να τους δώσει ένα μαγικό, ένα φυλακτό που θα τους κάνει να είναι για όλη τους τη ζωή μαζί. Ο μάγος τους στέλνει να πιάσουν με τα χέρια τους ένα γεράκι η νέα και έναν αετό ο νέος και να τα φέρουν στη σκηνή του. Όταν καταφέρνουν ενώπιον του μάγου να παρουσιάσουν τα πουλιά, εκείνος του λέει να τα δέσουν μεταξύ τους και να τα αφήσουν ελεύθερα. Τα πουλιά δεν μπορούν να πετάξουν, σέρνονται και επιτίθενται το ένα στο άλλο. «Αυτή τη σκηνή να μην την ξεχάσετε ποτέ», λέει ο μάγος στο ζευγάρι. Τώρα είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι, αν δεθείτε όμως ο ένας με τον άλλο, ακόμη κι από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά αργά ή γρήγορα θα πληγώνεται ο ένας τον άλλο.
Ο μεγαλύτερος φόβος σε μια συντροφική σχέση (αλλά και σε κάθε στενή σχέση) είναι το αν θα μας αγαπάει ο άλλος για πάντα. Τι κάνουμε όμως εμείς για να έχουμε την αγάπη των άλλων και γιατί πολλές φορές κατορθώνουμε να έχουμε το αντίθετο; Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση ξετυλίγει, θα λέγαμε το μπερδεμένο κουβάρι των συντροφικών σχέσεων. Εξάλλου στην ψυχοθεραπεία πολλές φορές συναντάμε ανθρώπους που είναι απογοητευμένοι και μπερδεμένοι στη συντροφική τους σχέση. Ανθρώπους που στο όνομα της αγάπης δημιουργούν δυσλειτουργικές σχέσεις με έντονες συγκρούσεις ή εκκωφαντικές σιωπές, σαν να είναι δεμένοι με ένα αόρατο νήμα, όπως το γεράκι κι ο αετός του ινδιάνικου μύθου.
Τι είναι όμως η αγάπη και πώς εκφράζεται; Η αγάπη είναι κυρίως πράξη κι ως εκ τούτου μπορεί να πάρει διάφορες μορφές. Υπάρχει η μορφή της εξαρτητικής ή ανώριμης αγάπης όπου αγαπάμε γιατί φοβόμαστε τη μοναξιά. Όπως άλλωστε λέει ο Erich Fromm «Η ανώριμη αγάπη λέει "σ’ αγαπώ επειδή σε χρειάζομαι". Η ώριμη αγάπη λέει "σε χρειάζομαι επειδή σ’ αγαπώ"».
Είναι χαρακτηριστικό πως στην ανώριμη αγάπη αναζητούμε εξωτερικές εγγυήσεις για αιώνια πίστη και αφοσίωση. Κατά αυτό τον τρόπο ο σύντροφος μεταμορφώνεται σε φυλακτό να μας φυλάει. Ωστόσο, όσο περισσότερο θεωρούμε δεδομένη και παντοτινή τη σχέση και την αγάπη του άλλου τόσο δημιουργούμε τις συνθήκες ώστε η σχέση να κουραστεί και να χαθεί κι αυτό γιατί στις δεδομένες καταστάσεις δεν επενδύουμε όσο χρειάζεται. Κι όχι μόνο δεν επενδύουμε, αλλά συνήθως κάνουμε το αντίθετο, έχουμε δηλαδή την απαίτηση η σχέση να υπηρετεί διαρκώς τις ανάγκες μας. Θέλουμε μέσα από τη σχέση, δηλαδή, να πάρουμε όλα όσα έχουμε ανάγκη: αποδοχή, νοιάξιμο, στοργή, φροντίδα και «proderm», όπως έλεγε και μια παλιά διαφήμιση. Όσο, βέβαια, τα περιμένουμε από τη «σχέση» τόσο μεγαλύτερος καθίσταται ο φόβος μη τυχόν κι αυτή χαθεί (να ο ορισμός της εξαρτητικής σχέσης). Ο φόβος όμως της απώλειας μας κάνει να υψώνουμε τείχη και να δημιουργούμε στρεβλώσεις, από τις οποίες η μεγαλύτερη είναι να νομίζουμε πως η σχέση είναι μια διαρκής τροφός –μια ανεξάντλητη μαμά- κι όχι ένα οικοδόμημα που χτίζεται δύσκολα.
Φυσικά στην πράξη, στη σκακιέρα των σχέσεων, οι κινήσεις μόνο εύκολες δεν είναι! Αντιθέτως, απαιτούν δέσμευση και αποδοχή. Οι σχέσεις χρειάζονται δύο δεσμευμένες και συνάμα ολοκληρωμένες προσωπικότητες που συναισθάνονται τις ανάγκες και τις επιθυμίες του άλλου και γνωρίζουν πώς να επικοινωνούν αυθεντικά. Δεν δίνουν όμως εγγυήσεις διά παντός. Το συμβόλαιο της σχέσης δεν υπογράφεται εφάπαξ. Οφείλουμε να είμαστε καθημερινά ενήμεροι και να επιδιώκουμε την εξέλιξή της. Η αξία μάλιστα της σχέσης έρχεται μέσα από την προσωπική μας ανατροφοδότηση, επανατοποθέτηση και διαρκή αλλαγή. Τροφοδοτούμε με ενέργεια τη σχέση για να μπορεί κι εκείνη να μας δώσει. Είναι αφελές να θεωρεί κάποιος πως οι σχέσεις μπορούν να λειτουργήσουν στον αυτόματο πιλότο.
Η παραπάνω είναι η μορφή της αυθεντικής ή ώριμης αγάπης, βασικό συστατικό της οποίας είναι πρώτα απ’ όλα η δέσμευση και η αγάπη στον εαυτό μας. Μόνο όταν αγαπάμε τον εαυτό μας μπορούμε να αγαπάμε και τον άλλο. Και τι ακριβώς σημαίνει αυτό; Ότι μπορούμε να αποδεχθούμε τον άλλο όπως είναι χωρίς την απαίτηση να αλλάξει για εμάς. Πως δεν κρίνουμε τον άλλο, αλλά αναγνωρίζουμε ποιος είναι και γιατί είμαστε μαζί του. Πως είμαστε ικανοί να εκφράσουμε τις επιθυμίες μας και δεν περιμένουμε ο άλλος να τις μαντέψει. Πως δεν φοβόμαστε να εκφράσουμε τις διαφωνίες μας, τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας, ακόμη κι αν αυτά δεν είναι αποδεκτά από τον άλλο. Πως η ελεύθερη έκφραση δεν πρέπει να μας τρομάζει, αλλά να την επιδιώκουμε. Πως δίνουμε χωρίς να ζητάμε ανταλλάγματα… τελικά.
Σε αυτή την περίπτωση μιλάμε για την ανιδιοτελή ή την αυθεντική αγάπη, την αγάπη που ύμνησε ο Πάμπλο Νερούδα με τους στίχους «Σ' αγαπώ μη γνωρίζοντας πώς, από πού και πότε, σ' αγαπώ στα ίσια δίχως πρόβλημα ή περηφάνια: σ' αγαπώ έτσι γιατί δεν ξέρω μ' άλλον τρόπο...». Είναι η αγάπη που συνθέτει το «εγώ» και το «εσύ» στο «εμείς» δημιουργώντας ένα ενιαίο σύνολο δύο ξεχωριστών ανθρώπων.

Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2017

«Όταν δεν ξέρεις πού πηγαίνεις, κοίτα από πού έρχεσαι!»

«Πάντα έλεγα πως δεν θα επιτρέψω τα παιδιά μου να μεγαλώσουν σε ένα κλίμα έντασης και καβγάδων. Θα τους προσφέρω μια άλλη πραγματικότητα διαφορετική από αυτή που έζησα εγώ όταν ήμουν παιδί. Τότε που οι γονείς μου μάλωναν διαρκώς και ξεσπούσαν σε εμάς. Τότε που έβλεπα τη μαμά μου να διεκδικεί τα αυτονόητα, να κλαίει, να φωνάζει και το μπαμπά μου συνέχεια να απομακρύνεται. Ώσπου ο μπαμπάς έφυγε από το σπίτι. Το διαζύγιο μας τρόμαξε και μας έδεσε με ένα περίεργο τρόπο. Εμείς που μείναμε πίσω πρέπει να είμαστε ενωμένοι, αλλιώς θα χαθούμε, ήταν το ασυνείδητο μήνυμα που πήραμε. Έκτοτε λειτουργούμε σαν μια μονάδα, που δεν αφήνει χώρο για προσωπικές ανάσες». Αυτά ήταν από τα πρώτα λόγια της Ειρήνης όταν με επισκέφτηκε στο γραφείο. Και συνέχισε λέγοντας «Τώρα καταξιωμένη πια στη δουλειά μου, ευτυχισμένη μαμά δύο παιδιών, έρχομαι αντιμέτωπη μπροστά στο αναπάντεχο. Αισθάνομαι ξένη μέσα στη σχέση με τον άντρα μου. Το μόνο που μας συνδέει πλέον είναι οι καβγάδες. Ανελέητοι καβγάδες με ασήμαντες αφορμές. Με πολύ σημαντικές όμως αιτίες. Εκείνος με κατηγορεί πως τον παραμελώ, πως δεν έχω μυαλό παρά μόνο για τα παιδιά και τη δουλειά μου. Και σαν να μην έφτανε αυτό, το λίγο υστέρημα του χρόνου και της ενέργειας, με κατηγορεί πως το ξοδεύω στη μητέρα μου. Και τι να κάνω δηλαδή; Να την αφήσω αβοήθητη, μόνη είναι στον κόσμο. Την παράτησε ο πατέρας μου, δεν θα την παρατήσω κι εγώ. Από την άλλη εγώ νιώθω πως είναι απόμακρος, δεν με νοιάζεται, δεν κατανοεί τις δυσκολίες και τα ζόρια μου κι όσο πάει απομακρύνεται. Κι όσο απομακρύνεται τόσο δυναμώνουν οι καβγάδες».

Αυτοί οι δύο άνθρωποι όταν παντρεύτηκαν ονειρευόταν μια άλλη ζωή από αυτή που έζησαν ως παιδιά. Ως ένα σημείο της κοινής τους πορείας το πέτυχαν. Τι στράβωσε όμως; Τι δεν κάνανε καλά; Και τι επίδραση θα έχει αυτό στα δικά τους παιδιά;

Με αυτά τα πιεστικά ερωτήματα να τη βασανίζουν ήρθε η Ειρήνη, ζητώντας άμεσες απαντήσεις. Ερωτήματα όμως που δεν μπορούσαν να βρουν εύκολες και γρήγορες απαντήσεις. Που για να απαντηθούν χρειαζόταν να κάνει μια βουτιά μέσα της και μέσα στους κόλπους της πατρικής της οικογένειας, εκεί που μεγάλωσε και ανέπτυξε την δική της ταυτότητα.  Εκεί θα έκανε τις πρώτες κατανοήσεις για να ανακαλύψει το δικό της μερίδιο ευθύνης για την εξέλιξη της συντροφικής της σχέσης. Εκεί θα μπορούσε να δει τι συνέβη και αναπαρήγαγε το μοντέλο της σχέσης που είχαν οι δικοί της γονείς, ενώ πάντα ήθελε να ξεφύγει από αυτό. Σε αυτή τη διαδρομή θα καταλάβαινε πως δεν μπορείς να ξεφύγεις εύκολα από αυτό που φοβάσαι.

Όταν παντρεύτηκε με τον Κώστα σκέφτηκε πως αυτός ο άντρας θα είναι για πάντα μαζί της, δίπλα της σε όλα τα σπουδαία και καθημερινά τους γεγονότα. Γι’ αυτό τον παντρεύτηκε εξάλλου, επειδή αναζητούσε έναν άντρα που δεν θα είναι όπως ο πατέρας της, «λιποτάκτης», και ο Κώστας τότε τα υποσχόταν όλα αυτά μόνο με το βλέμμα του. Ήταν για εκείνον η μοναδική, η σπουδαία γυναίκα, που με τη σειρά της υποσχόταν πως θα τον φροντίζει για πάντα. Αυτό βλέπεις είχε ανάγκη εκείνος, μια μόνιμη αγκαλιά να τον φροντίζει άνευ όρων.

Η Ειρήνη τρόμαξε όταν συνειδητοποίησε πως μέσα από ασυνείδητες διεργασίες έφτασε στο σημείο οι σχέσεις στη δική της οικογένεια να μην έχουν και πολλές διαφορές από αυτές της πατρικής της οικογένειας. Αυτός ο τρόμος την οδήγησε σε εσωτερικές αναζητήσεις, κάνοντας συνδέσεις με την ιστορία των οικογενειακών της σχέσεων.

Μέσα από την ιστορία της Ειρήνης (στην οποία για ευνόητους λόγους το όνομα δεν είναι το πραγματικό) μπορούμε να κατανοήσουμε πόσο σημαντικό είναι να γνωρίζει κανείς σε βάθος την οικογενειακή του ιστορία και να συνειδητοποιεί τα μοτίβα των σχέσεων μέσα στα οποία μεγάλωσε και τα οποία καθορίσανε την προσωπικότητά του. Γιατί αυτή η γνώση μπορεί να οδηγήσει σε μια βαθύτερη γνώση του εαυτού και να φωτίσει διαφορετικά την καθημερινότητα και τα προβλήματα της.

Ο Ελύτης υποστήριζε πως δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από την πατρική μας οικογένεια ούτε κατά μια κρεατοελιά. Υποστήριζε δηλαδή με το δικό του ποιητικό τρόπο πως τα μέλη της οικογένειας βρίσκονται σε τόσο στενή σχέση αλληλεξάρτησης, που μοιάζει αδύνατο κάποιος να  αποφύγει τις επιρροές της, εκτός αν ο άνθρωπος κάνει μια ενσυνείδητη προσπάθεια για να αλλάξει. Γεννιόμαστε και μεγαλώνουμε μέσα σε μια οικογένεια, αυτή είναι το πρώτο και το πιο καθοριστικό σύστημα στο οποίο ανήκουμε, αυτή μας καθορίζει. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του Καζαντζάκη στην ασκητική που έγραφε «δεν μιλάς εσύ, η ράτσα σου μιλάει». Σαν να μας έλεγε δηλαδή πως το σενάριο της ζωής μας έχει γραφτεί γενιές πίσω από εμάς. Πως ότι κουβαλάει διαχρονικά η κάθε οικογένεια αποτελεί το χάρτη πάνω στον οποίο θα χαραχθεί η προσωπική μας διαδρομή.

Η κατανόηση επομένως των λειτουργιών της πατρικής οικογένειας και η συνειδητοποίηση των επιρροών που κουβαλάμε από αυτή είναι η πρώτη απαραίτητη γνώση για να χαράξουμε μια αυτόνομη πορεία στη ζωή.

Γιατί «Όταν δεν ξέρεις πού πηγαίνεις, κοίτα από πού έρχεσαι!»



Παρασκευή 26 Μαΐου 2017

Παίρνω το καπελάκι μου και φεύγω! Το διαζύγιο στα σύγχρονα ζευγάρια

Το ποσοστό των διαζυγίων στην Ελλάδα κυμαίνεται τα τελευταία χρόνια μεταξύ 30% και 35%, σαφώς αυξημένο σχετικά με παλιότερες μετρήσεις. Αφορά κυρίως ζευγάρια που έχουν ζήσει μαζί τουλάχιστον 10 χρόνια, έχουν παιδιά και οι έξι στους δέκα χωρίζουν συναινετικά.
Η περίοδος του διαζυγίου αποτελεί μια σημαντική, επώδυνη και κομβική στιγμή στη ζωή της οικογένειας και σηματοδοτεί μια απώλεια. Ως απώλεια, έστω κι αναγκαία, βιώνεται τις περισσότερες φορές ως ένα στρεσσογόνο γεγονός. Η κρισιμότητα της φάσης έχει οδηγήσει τα τελευταία χρόνια πολλά ζευγάρια σε αναζήτηση βοήθειας. Η εμπειρία μου με αυτά τα ζευγάρια λέει πως σημείο αιχμής και βασική αιτία του διαζυγίου είναι η ανωριμότητα των συζύγων, η αδυναμία τους να δεσμευτούν σε στέρεες σχέσεις και η διαρκής αναζήτηση του εφήμερου και του εύκολου. Είναι οι σχέσεις των χαμένων προσδοκιών και των ανεπίλυτων συγκρούσεων. Των μπερδεμένων ρόλων και των ανείπωτων συναισθημάτων.

Μέσα σε μια τέτοια σχέση ακόμη και η απόφαση να χωρίσουν είναι το ίδιο βασανιστική και μπορεί να αναβάλλεται για χρόνια. Φοβούνται να φύγουν, αλλά και δεν θέλουν να μείνουν στην σχέση, νιώθουν ασφυκτικά, αλλά και ενοχικά, είναι σίγουροι, αλλά σκέφτονται πως μπορεί να κάνουν και λάθος. Κάποτε με ρώτησε μια θεραπευόμενη πότε σταματούν δύο άνθρωποι να θέλουν να είναι μαζί. Ήταν σε μια φάση που όλες οι παραπάνω αντιφάσεις στροβιλιζόταν στο κεφάλι της, κι ενώ είχε αποφασίσει μέσα της να χωρίσει, κάτι την σταμάταγε. “Όταν σταματάνε να ονειρεύονται μαζί”, της απάντησα.

Συνήθως οι άνθρωποι χωρίζουν επειδή θεωρούν ο ένας δεδομένο τον άλλο και δεν έχουν καταφέρει μέσα στην σχέση να ανατροφοδοτήσουν τα προσωπικά τους νοήματα. Είναι οι συμβατικές και εξαρτημένες σχέσεις που στηρίζουν όλοι τους την ύπαρξη, στην ύπαρξη του άλλου. Είναι τα ζευγάρια που φοβούνται τις αλλαγές ή τις επικεντρώνουν στο πρόσωπο του άλλου. Έχουν δηλαδή πάντα μια κρυφή ή φανερή προσδοκία να αλλάξει ο άλλος/η στην κατεύθυνση του ιδεατού συντρόφου. Δεν είσαι όπως παλιά, διαμαρτυρόταν ο Σταύρος στην γυναίκα του. Θέλω την Δήμητρα που γνώρισα. Έτσι, κάθε απόπειρα της Δήμητρας να αλλάξει λειτουργούσε απειλητικά για τον Σταύρο. Εκείνη όμως πνιγόταν, ήθελε να αναπνεύσει καθαρό αέρα. Είχε συνειδητοποιήσει πολλά τον τελευταίο καιρό μέσα από τις συνεδρίες. Είδε τον εαυτό της στον καθρέπτη κι ένιωσε μια επιθυμία να πετάξει από πάνω της τον φόβο και να ορίσει τα προσωπικά της όρια και τις προσωπικές της συντεταγμένες. Δεν άντεχε άλλο ο Σταύρος να της ορίζει την ζωή, να ζηλεύει, να της κλέβει όλο το οξυγόνο. Δεν άντεχε να ζει για τους άλλους και μέσα από τους άλλους. Ήθελε να γίνει πρωταγωνίστρια στη ζωή της.

Λογικό είναι λοιπόν σε αυτή την φάση να κατηγορεί ο ένας τον άλλο για την κακή κατάσταση της σχέσης. Ο θυμός περισεύει και δύσκολα αναρωτιέται κανείς ποια είναι η δική του συμμετοχή στον καβγά και τι θα μπορούσε να αλλάξει για να βγει από το αδιέξοδο. Ο άντρας κατηγορεί την γυναίκα πως δεν τον φροντίζει και η γυναίκα τον άντρα πως δεν την καταλαβαίνει. Διασταυρώνουν συνεχόμενα πυρά ανεκπλήρωτων επιθυμιών, προσδοκώντας έστω και την ύστατη στιγμή να άλλαξει ο άλλος και να ανταποκριθεί στις ανάγκες του. Δεν ακούει όμως ο ένας τον άλλο, παρά εκγκλωβισμένοι ο καθένας στα δικά του μάχονται για το δίκιο τους, όπως το εγκλωβισμένο ψάρι στα δίχτυα. Είναι ακριβώς η φάση που το ζευγάρι χρειάζεται μια απόσταση (γιαυτό μπαίνει επιτακτικά και το ζήτημα του διαζυγίου). Που ο καθένας πρέπει να δει τον εαυτό του έξω από την σχέση. Να ορίσει αυτόνομα τις ανάγκες και τα προβλήματα του και να αναζητήσει λύσεις. Τα προβλήματα στη σχέση στην ουσία σε καλούν σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας και προσωπικής υπέρβασης. Εδώ ακριβώς περιπλέκονται να πράγματα. Είναι δύσκολες οι προσωπικές αλλαγές και πολύ εύκολο να φταίνε οι άλλοι.

Με διαφορετικό τρόπο αντιδρούν μπροστά στο ενδεχόμενο του διαζυγίου οι άντρες από τις γυναίκες. Οι άντρες παραλύουν. Συμπεριφέρονται ανώριμα ή προσπαθούν επιφανειακά να δείξουν πως είναι πρόθυμοι να αλλάξουν. Ο άντρας φοβάται περισσότερο το διαζύγιο ως ένα κοινωνικό πλήγμα στην αξιοσύνη του, το θεωρεί δηλαδή ως προσωπική αποτυχία και πλήττεται το κοινωνικό του κύρος. Αισθάνεται ταυτόχρονα πολύ ευάλλωτος συναισθηματικά και δεν θέλει να χάσει την συν-τροφό του, ειδικά όταν αυτή έχει πάρει τον ρόλο της μαμάς του. Ο άντρας μέσα του πονά, φοβάται, είναι μπερδεμένος, θυμωμένος και σε αδιέξοδο. Δεν είναι αυτός που συνήθως θέλει να φύγει από τον γάμο, αλλά δεν ξέρει και τι να κάνει για να τον κρατήσει. Θυμάμαι τον Αντρέα, που ενώ η γυναίκα του τον είχε απατήσει, ψάχνοντας έναν έμμεσο τρόπο να χωρίσει από αυτόν, ήρθε στο γραφείο μου με το αίτημα να τον βοηθήσω να κατανοήσει πως φτάσανε σε αυτό το σημείο με την γυναίκα του, να δει τι λάθη έκανε για να “σώσει τον γάμο του”. Τελικά τα κατάφερε.

Από την άλλη οι γυναίκες κοινωνικά θεωρούν το διαζύγιο σαν μια κατάκτηση στην πορεία της γυναικείας χειραφέτησης. Το διαζύγιο τους δίνει την δυνατότητα να φύγουν από μια τελειωμένη και νεκρή σχέση. Νιώθουν πως τους απελευθερώνει. Αλλά δεν είναι και σίγουρες. Επειδή παραδοσιακά είναι εκείνες που στηρίζουν τον γάμο ακόμη κι αν θέλουν να χωρίσουν κουβαλούν μέσα τους την ενοχή.

Η εμπειρία έχει δείξει πως οι γυναίκες στέκονται πιο ώριμα και αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη συνέπεια και υπευθυνότητα το ζήτημα του διαζυγίου, αλλά κι εκείνες νιώθουν ανασφάλεια, άγχος, θυμό και φόβο. Η Ελένη αποφάσισε να χωρίσει από τον άντρα της όταν ο γιός της ήταν 5 ετών. Παρότι φοβόταν για τις αντιδράσεις του άντρα της και τις συνέπειες που θα είχε στο γιό της, πήρε την μεγάλη απόφαση. Οι ανησυχίες της δυστυχώς επαληθεύτηκαν: ο άντρας της αρχικά δεν ήθελε να φύγει από το σπίτι, μιλούσε αρνητικά στο παιδί για την μαμά του και όταν τελικά έφυγε η συμπεριφορά του έγινε ακόμη χειρότερη. Η Ελένη έπρεπε να ακροβατεί μεταξύ της υπεράσπισης των συναισθημάτων της και της προσπάθειας να διατηρεί ένα καλό κλίμα. Να μην κατηγορεί τον πρώην άντρα της στο γιό της, να ανέχεται τις δικές του κατηγορίες και συκοφαντίες και παράλληλα να ανησυχεί για τα πρακτικά και οικονομικά ζητήματα της μονογονεϊκής της οικογένειας. Σημαντικό παράγοντα για να τα καταφέρει, πέραν της ψυχοθεραπείας, αποτέλεσε και η πατρική της οικογένεια, από την οποία είχε την αποδοχή και υποστήριξη που είχε ανάγκη για να σταθεί δυνατή.

Η απόφαση να χωρίσει το ζευγάρι δημιουργεί πολύ άγχος και φέρνει τους ανθρώπους μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις για προσωπικές αλλαγές και επανακαθορισμό των στόχων. Πολλές φορές το διαζύγιο είναι πιο δύσκολο στην διαχείρισή του από την ίδια την σχέση επειδή αναδεικνύει τα πολλά και σοβαρά προβλήματά της. Είναι όμως και μια ευκαιρία οι σύζυγοι να πάρουν μια απόσταση από την σχέση και να επιχειρήσουν να κατανοήσουν τον εαυτό τους. Να αξιοποιήσουν τον χωρισμό προς όφελος της προσωπικής τους ωρίμανσης.
Σε επόμενο άρθρο μου θα μιλήσω για το πως βλέπουν τα παιδιά το διαζύγιο και πως πρέπει να το διαχειριστούν οι γονείς με το μικρότερο δυνατό κόστος.


Γιώργος Γιαννούσης
Ψυχοθεραπευτής, οικογενειακός θεραπευτής
Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας