Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Όταν ο φόβος της απόρριψης συνάντησε την ανασφάλεια του «αξίζω»

Η γενεαλογία του καβγά και η ψευδαίσθηση ότι ο σύντροφος θα θεραπεύσει τα παλιά μας τραύματα

«Αφού αγαπιόμαστε, γιατί μαλώνουμε τόσο πολύ για τόσο ασήμαντα πράγματα;»

Πρόκειται ίσως για το συχνότερο ερώτημα που διατυπώνουν τα ζευγάρια όταν φτάνουν στο γραφείο ενός ψυχοθεραπευτή. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι η ένταση γεννιέται από την καθημερινότητα, από τις δουλειές του σπιτιού, τα οικονομικά, τα παιδιά, τον χρόνο που αφιερώνει ο ένας στον άλλον ή από μικρές συμπεριφορές που μοιάζουν ασήμαντες. Η καθημερινότητα, όμως, σπάνια αποτελεί την πραγματική αιτία μιας σύγκρουσης. Είναι απλώς η σκηνή όπου ανεβαίνει μια παράσταση που γράφτηκε πολλά χρόνια νωρίτερα.

Ο καβγάς έχει πάντοτε μια γενεαλογία, δεν ξεκινά από το ποιος ξέχασε να τηλεφωνήσει ή ποιος άργησε να επιστρέψει στο σπίτι. Ξεκινά από δύο ανθρώπους που κουβαλούν διαφορετικές ιστορίες, διαφορετικά τραύματα, διαφορετικά ψυχικά ελλείματα και διαφορετικές απαντήσεις στο ίδιο υπαρξιακό ερώτημα «ποιος/ποια έμαθα να είμαι για να με αγαπούν;» 

Η Άννα και ο Τάσος αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Εκείνη εργάζεται ως εμπορική αντιπρόσωπος, μοιράζοντας τη ζωή της ανάμεσα στη Λάρισα και τη Λαμία. Εκείνος εργάζεται ως πωλητής και ζει στη Λαμία. Οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν σε μια ιδιαίτερα ευάλωτη περίοδο της ζωής τους. Ο Τάσος είχε μόλις βγει από ένα επώδυνο διαζύγιο. Δεν αναζητούσε μόνο έναν νέο σύντροφο. Αναζητούσε έναν άνθρωπο που θα του αποδείκνυε ότι εξακολουθεί να είναι αποδεκτός, ότι δεν είναι ο άντρας που απορρίφθηκε. Η τοπική κοινωνία ενίσχυε εκείνη την εικόνα του αποτυχημένου που δεν μπόρεσε να κρατήσει την οικογένειά του ενωμένη. 

Η Άννα, από την άλλη πλευρά, δεν αναζητούσε μόνο τον έρωτα, αλλά ένα λόγο να αισθανθεί αρκετή. Να νιώθει πως η παρουσία της έχει αξία, πως μπορεί να γίνει σημαντική για κάποιον, μέσα από τη φροντίδα και την προσφορά της.

Έτσι δημιουργήθηκε το πρώτο, σιωπηρό συμβόλαιο της σχέσης τους, η Άννα θα φρόντιζε τον Τάσο για να νιώσει χρήσιμη κι ότι αξίζει κι ο Τάσος θα ένιωθε αποδεκτός και θα μαλάκωνε μέσα του ο φόβος της απόρριψης. Εκείνος θα της έδινε την αίσθηση ότι την έχει ανάγκη και εκείνη θα του επιβεβαίωνε ότι δεν είναι μόνος.

Κανείς από τους δύο δεν υπέγραψε συνειδητά αυτό το συμβόλαιο, όμως, η ισχύς του καθόρισε τα πρώτα χρόνια της σχέσης τους.

Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι επιλέγουν έναν σύντροφο επειδή ταιριάζουν. Συχνά, όμως, οι άνθρωποι επιλέγουν κάποιον/α που μπορεί να υπηρετήσει τις βαθύτερες ψυχικές τους ανάγκες. Δεν ερωτεύονται μόνο τον άνθρωπο που έχουν απέναντί τους, αλλά την προσδοκία ότι κοντά του θα πάψουν να αισθάνονται αυτό που τους πληγώνει από παιδιά, αυτόν που θα μαλακώσει τους φόβους τους. 

Το πρόβλημα είναι ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να θεραπεύσει μόνιμα ένα τραύμα, ένα ψυχικό έλλειμμα, ένα φόβο, που δημιουργήθηκε πριν από τη σχέση.

Πάντοτε η πραγματικότητα αναδεικνύεται και η καθημερινότητα φθείρει την εξιδανίκευση. Ο σύντροφος κουράζεται να επιβεβαιώνει διαρκώς την αξία του άλλου. Η φροντίδα μετατρέπεται σε υποχρέωση. Η ανάγκη γίνεται απαίτηση και τότε αρχίζει ο καβγάς. Οι δύο άνθρωποι δεν συγκρούονται πραγματικά για όσα λένε, αλλά γιατί ο ένας σταμάτησε να καλύπτει το ψυχικό έλλειμμα του άλλου. 

Η Άννα νιώθει ξανά ότι δεν είναι αρκετή, ο Τάσος αισθάνεται ξανά ότι απορρίπτεται. Η σύγκρουση δεν δημιουργεί το τραύμα, το αποκαλύπτει.

Η εξελικτική συστημική προσέγγιση δεν αντιμετωπίζει αυτή την επανάληψη ως μια ακόμη αποτυχία της σχέσης, αλλά ως ένα εξελικτικό σύμπτωμα.

Ο ψυχισμός μοιάζει να οργανώνει ασυνείδητα συνθήκες όπου το ίδιο τραύμα επανεμφανίζεται. Όχι επειδή ο άνθρωπος επιθυμεί να υποφέρει, αλλά επειδή μόνο μέσα από την επανάληψη μπορεί να δημιουργηθεί η δυνατότητα μιας διαφορετικής απάντησης.

Η επανάληψη δεν στήνει μια παγίδα, αλλά δίνει μια ευκαιρία. Η Άννα και ο Τάσος φοβούνται ότι αν εγκαταλείψουν το παλιό τους μοτίβο θα χαθεί και η σχέση τους. Στην πραγματικότητα βέβαια φοβούνται κάτι βαθύτερο, ότι θα χαθεί ο τρόπος με τον οποίο έμαθαν να υπάρχουν. Για την Άννα, η αγάπη ταυτίστηκε με τη φροντίδα. Από μικρή έμαθε ότι οι ανάγκες των άλλων προηγούνται των δικών της. Η επιβράβευση ερχόταν όταν πρόσφερε, όταν άντεχε, όταν θυσιαζόταν. Έτσι, η προσωπική της αξία συνδέθηκε με τη χρησιμότητά της. Ο Τάσος, αντίθετα, μεγάλωσε κάτω από τη σκιά ενός επικριτικού πατέρα που σπάνια τον αναγνώριζε. Παράλληλα, ένιωθε υπεύθυνος να προστατεύει συναισθηματικά τη μητέρα του. Έμαθε ότι για να αξίζει χρειάζεται να αποδεικνύει συνεχώς ότι είναι χρήσιμος, δυνατός και απαραίτητος. Κάτω όμως από αυτή την προσπάθεια επιβίωσε ένας μόνιμος φόβος, μήπως τελικά δεν είναι αρκετός και εγκαταλειφθεί. 

Η Άννα φοβάται ότι δεν αξίζει, ο Τάσος φοβάται ότι θα απορριφθεί. Ο φόβος της μιας συνάντησε τον φόβο του άλλου και αρχικά φάνηκε πως αλληλοθεραπεύτηκαν, αλλά στην πραγματικότητα απλώς αλληλοκαθησύχασαν τους φόβους τους, μέχρι που η ζωή απαίτησε κάτι περισσότερο. Καμία ώριμη σχέση δεν μπορεί να στηρίζεται επ' άπειρον στην αμοιβαία κάλυψη των ψυχικών ελλειμμάτων. Κάποια στιγμή καλείται να μετασχηματιστεί σε μια σχέση όπου δύο άνθρωποι δεν χρειάζονται ο ένας τον άλλον για να υπάρχουν, αλλά επιλέγουν να συμπορεύονται επειδή μπορούν πλέον να υπάρχουν ως αυτόνομες προσωπικότητες. 

Από το σημείο της κατανόησης αυτής της νέας πραγματικότητας αρχίζει η πραγματική θεραπεία. Ο στόχος δεν είναι μόνο να σταματήσουν οι καβγάδες, αλλά ο καθένας τους να στρέψει το βλέμμα προς τον εαυτό του και να αναρωτηθεί, «τι ζητώ από τον σύντροφό μου να θεραπεύσει μέσα μου;» 

Η Άννα δεν χρειάζεται να πάψει να φροντίζει, αλλά να ανακαλύψει ότι αξίζει ακόμη και όταν δεν σώζει κανέναν. Ο Τάσος δεν χρειάζεται να πάψει να προσφέρει, αλλά να βιώσει ότι παραμένει αγαπητός ακόμη και όταν δεν αποδεικνύει συνεχώς την αξία του.

Όσο το καταφέρνουν τόσο ενισχύουν τη δυνατότητα να δημιουργηθεί ένα νέο συμβόλαιο. Ένα συμβόλαιο όπου η σχέση δεν θα βασίζεται στην κάλυψη των ελλειμμάτων, αλλά στη συνάντηση δύο ανθρώπων που αναλαμβάνουν οι ίδιοι την ευθύνη της προσωπικής τους εξέλιξης.

Αν θέλαμε να ορίσουμε το πλαίσιο και το βαθύτερο νόημα μιας ώριμης σχέσης θα περιγράφαμε ότι αυτή δεν έρχεται να μας γλιτώσει από τις πληγές της παιδικής μας ηλικίας, αλλά να μας προσφέρει τον ασφαλή χώρο μέσα στον οποίο θα αποκτήσουμε το θάρρος να τις θεραπεύσουμε οι ίδιοι (με τη βοήθεια και την συνεξέλιξη του/της συντρόφου μας). 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου