Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

Ο φόβος κι ο κίνδυνος

Η Κατερίνα είναι μια νέα γυναίκα που τον τελευταίο καιρό φοβάται ολοένα και περισσότερο. Οι φόβοι της δεν συνδέονται με ένα σαφή και άμεσο κίνδυνο, αλλά  γεννιούνται από ενδεχόμενα, υποψίες και μικρά καθημερινά γεγονότα, τα οποία αποκτούν σταδιακά μέσα της την αίσθηση της βεβαιότητας. Ο φόβος δεν αποτελεί πλέον μια αντίδραση απέναντι στην πραγματικότητα, αλλά αρχίζει να γίνεται ο τρόπος με τον οποίο την ερμηνεύει.

Αυτή την περίοδο η μεγαλύτερη ανησυχία της αφορά τη δουλειά της. Κάποια στιγμή μίλησε απότομα σε μια συνάδελφος της και άρχισε να σκέφτεται ότι εκείνη την έχει βάλει στο μάτι, ότι πιθανόν την έχει καταγγείλει στη διοίκηση και ότι σύντομα θα υπάρξουν δυσμενείς συνέπειες. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν αυτή την εκδοχή. Υπάρχει, όμως, ο φόβος και όταν ο φόβος γίνεται αρκετά ισχυρός, μια πιθανότητα μπορεί εύκολα να βιωθεί ως βεβαιότητα. Έτσι, πριν ακόμη διαπιστώσει αν κάτι από όσα φοβάται πρόκειται πράγματι να συμβεί, η Κατερίνα αποφασίζει να παραιτηθεί.

Στη μικρή αυτή ιστορία αποτυπώνεται ένας από τους βασικούς μηχανισμούς της φοβίας. Ο άνθρωπος δεν φοβάται απλώς έναν κίνδυνο, αρχίζει να θεωρεί τον ίδιο τον φόβο απόδειξη ότι ο κίνδυνος υπάρχει. «Αφού φοβάμαι τόσο πολύ, κάτι κακό πρέπει να συμβαίνει». Το συναίσθημα μετατρέπεται σε τεκμήριο της πραγματικότητας και, από εκείνη τη στιγμή, η αποφυγή μοιάζει με τη μόνη λογική λύση.

Η αποφυγή, ωστόσο, έχει ένα παράδοξο αποτέλεσμα, δηλαδή ανακουφίζει προσωρινά από το άγχος, αλλά ταυτόχρονα στερεί από τον άνθρωπο τη δυνατότητα να ελέγξει αν εκείνο που φοβόταν θα συνέβαινε πράγματι. Αν η Κατερίνα εγκαταλείψει τη δουλειά της, πιθανόν να νιώσει ασφαλέστερη, δεν θα μάθει όμως ποτέ αν υπήρξε πραγματικός κίνδυνος. Η φοβία θα έχει επιβεβαιώσει τον εαυτό της χωρίς να έχει επιβεβαιωθεί από την πραγματικότητα. Η σκέψη πως «έφυγα και σώθηκα» δίνει στο φόβο όλο και μεγαλύτερη εξουσία πάνω στις επόμενες αποφάσεις.

Γι' αυτό η διάκριση ανάμεσα στον φόβο και τον κίνδυνο έχει ιδιαίτερη θεραπευτική σημασία. Ο φόβος είναι πραγματικός ακόμη και όταν ο κίνδυνος δεν είναι. Δεν βοηθά, επομένως, να πούμε σε έναν φοβισμένο άνθρωπο ότι «δεν υπάρχει τίποτε» ή ότι «δεν έχει λόγο να φοβάται». Μπορεί πράγματι να μην υπάρχει η απειλή που φαντάζεται, υπάρχει όμως η αγωνία που βιώνει. Αν ακυρώσουμε τον φόβο επειδή δεν επιβεβαιώνουμε τον κίνδυνο, κινδυνεύουμε να αφήσουμε τον άνθρωπο ακόμη πιο μόνο απέναντι στην εμπειρία του.

Η θεραπευτική εργασία χρειάζεται να αναγνωρίσει το φόβο χωρίς να επικυρώσει αυτομάτως την πραγματικότητα του κινδύνου. Να δημιουργήσει, δηλαδή, μια μικρή απόσταση ανάμεσα στις δύο λέξεις «φοβάμαι» και «κινδυνεύω». Στην καθημερινή εμπειρία της φοβίας αυτές οι δύο λέξεις σχεδόν ταυτίζονται, στη θεραπεία όμως χρειάζεται σταδιακά να αποσυνδεθούν.

Μέσα σε αυτή την απόσταση μπορούν να εμφανιστούν ερωτήματα που ο φόβος δεν επιτρέπει εύκολα, όπως τι γνωρίζω και τι υποθέτω, ποια πραγματικά στοιχεία διαθέτω, τι φοβάμαι ότι θα συμβεί, πόσο πιθανό είναι, τι κάνω για να προστατευτώ και, κυρίως, τι χάνω κάθε φορά που αφήνω τον φόβο να αποφασίζει για λογαριασμό μου;

Η ιστορία της Κατερίνας έχει, βέβαια, και ένα ευρύτερο σχεσιακό πλαίσιο. Ζει με τον σύζυγο και το μικρό τους παιδί σε ένα περιβάλλον μεγάλης οικογενειακής εγγύτητας, μαζί με την οικογένεια του αδελφού του άντρα της και τα πεθερικά της. Η βοήθεια είναι άμεση, η φροντίδα καθημερινή και η ίδια αναγνωρίζει πόσο σημαντική είναι αυτή η υποστήριξη. Την ίδια στιγμή, όμως, φαίνεται να δυσκολεύεται να διεκδικήσει περισσότερο προσωπικό χώρο και μεγαλύτερη αυτονομία. Η ευγνωμοσύνη προς τους άλλους δυσκολεύει την αναγνώριση μιας εξίσου πραγματικής ανάγκης, να μπορεί να απομακρύνεται, να διαφοροποιείται και να αποφασίζει περισσότερο για τον εαυτό της.

Δεν χρειάζεται να θεωρήσουμε ότι αυτή η συνθήκη «προκάλεσε» τη φοβία. Μια τέτοια αιτιοκρατική εξήγηση θα απλοποιούσε υπερβολικά την ψυχική εμπειρία. Έχει όμως ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε το εξής παράδοξο, η Κατερίνα φαίνεται να χρειάζεται περισσότερο χώρο και αυτονομία, ενώ η φοβία την οδηγεί σε μεγαλύτερη εξάρτηση. Όσο περισσότερο φοβάται, τόσο περισσότερο χρειάζεται τους άλλους να την καθησυχάζουν, να την προστατεύουν και να αποφασίζουν μαζί της. Το σύμπτωμα, που ίσως εκφράζει και μια δυσκολία αυτονόμησης, καταλήγει να την καθιστά ακόμη περισσότερο εξαρτημένη.

Σε μια πρόσφατη συνάντησή μας συνέβη κάτι φαινομενικά μικρό. Η Κατερίνα ζήτησε λίγο χρόνο πριν οριστικοποιήσει την παραίτησή της. Δεν έπαψε να φοβάται ούτε πείστηκε ξαφνικά ότι όλα θα πάνε καλά. Για πρώτη φορά, όμως, δεν υπάκουσε αμέσως στον φόβο της. Παρέμεινε για λίγο μέσα στην αβεβαιότητα και αποφάσισε να περιμένει ώστε να δει τι πραγματικά θα συμβεί.

Η μετατόπιση είναι μικρή στη μορφή της, αλλά ουσιαστική στο νόημά της. Το «κινδυνεύω, άρα πρέπει να φύγω» αρχίζει να μετατρέπεται σε «φοβάμαι, αλλά θα περιμένω να δω αν πράγματι κινδυνεύω». Ανάμεσα στο φόβο και στη φυγή παρεμβάλλεται πλέον η δυνατότητα παρατήρησης, σκέψης και επιλογής.

Αυτός είναι ένας από τους σημαντικότερους αρχικούς στόχους στη θεραπεία των φοβιών. Το ζήτημα δεν είναι να μάθει ο άνθρωπος να μη φοβάται ούτε να αποκτήσει την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να ζήσει χωρίς κινδύνους. Η ζωή περιέχει αβεβαιότητα, απώλειες και πραγματικές απειλές. Το ζητούμενο είναι να μπορεί να διακρίνει όσο γίνεται καλύτερα τι φοβάται από αυτό που πράγματι τον απειλεί και να μην παραδίδει κάθε φορά στον φόβο το δικαίωμα της απόφασης.

Για την Κατερίνα αυτό σημαίνει επίσης να μπορεί να αναγνωρίζει τις ανάγκες της χωρίς να χρειάζεται να τις εκφράζει μέσω της φοβίας. Να ζητά χώρο χωρίς να καταρρέει, να επιθυμεί και να διεκδικεί την αυτονομία χωρίς να αισθάνεται αχάριστη και να απομακρύνεται όταν πραγματικά το επιλέγει, όχι επειδή ο φόβος την αναγκάζει να φύγει.

Το αντίθετο του φόβου δεν είναι η απουσία φόβου, αλλά η δυνατότητα να τον αισθανόμαστε χωρίς να τον συγχέουμε με την πραγματικότητα. Να φοβόμαστε δηλαδή χωρίς να γινόμαστε ο φόβος μας και να ξεχωρίζουμε το φόβο από τον κίνδυνο. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου