Ο Κονσταντίν Στανισλάφσκι[1] άλλαξε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την υποκριτική τέχνη. Πριν από αυτόν, ένα μεγάλο μέρος της θεατρικής εκπαίδευσης στηριζόταν στην εκμάθηση συγκεκριμένων τρόπων έκφρασης, όπως στις χειρονομίες, στη στάση του σώματος, στην εκφορά του λόγου, στην κίνηση και γενικότερα σε τεχνικές που επέτρεπαν στον ηθοποιό να «δείχνει» στο κοινό τι αισθάνεται ο ήρωας.
ΟΣτανισλάφσκι μετατόπισε την εστίαση από την μηχανική αναπαράσταση στο βίωμα. Δεν τον ενδιέφερε τόσο πώς θα αναπαραστήσει ο ηθοποιός ένα συναίσθημα, όσο πώς θα δημιουργήσει μέσα του τις συνθήκες να το βιώνει πραγματικά ώστε αυτό που συμβαίνει στη σκηνή να αποκτήσει μια ειλικρίνεια. Να πάψει, δηλαδή, να παριστάνει ότι αισθάνεται και να αρχίσει, μέσα στην τεχνητή συνθήκη της σκηνής, να ζει κάτι αληθινό.
Κάπου εδώ αρχίζει, κατά τη γνώμη μου, η ενδιαφέρουσα συνομιλία του Στανισλάφσκι με την ψυχοθεραπεία. Γιατί και στην ψυχοθεραπεία υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος να μάθει κανείς πολύ καλά το ρόλο του θεραπευτή χωρίς να καταφέρει ποτέ να μπει στο πετσί του και να τον συναντήσει ολόψυχα. Να γνωρίζει δηλαδή τη θεωρία και τις τεχνικές, εν απουσία όμως της ψυχικής συνάντησης. Όπως ο ηθοποιός μπορεί να κλαίει πειστικά χωρίς να συγκινεί, έτσι και ο θεραπευτής μπορεί να μιλά άψογα τη γλώσσα της θεραπείας χωρίς να σχετιστεί ουσιαστικά με τον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντί του.
Από τη συναισθηματική μνήμη στην παγίδα της ταύτισης
Στην πρώτη περίοδο της δουλειάς του, ο Στανισλάφσκι έδωσε ιδιαίτερη σημασία στη συναισθηματική μνήμη. Ο ηθοποιός μπορούσε να ανατρέξει σε δικές του εμπειρίες και να ανακαλέσει συναισθήματα παρόμοια με εκείνα του ήρωα που υποδυόταν. Αν έπρεπε να παίξει, παραδείγματος χάρη, μια σκηνή απώλειας μπορούσε να αναζητήσει μέσα του μια δική του εμπειρία απώλειας. Δεν θα προσποιούνταν επομένως το συναίσθημα της θλίψης αλλά, αντλώντας από ένα δικό του βίωμα, το συναίσθημα θα αποκτούσε τη δική του αλήθεια.
Η ιδέα ήταν γοητευτική και γόνιμη, είχε όμως και τα όριά της. Τι συμβαίνει όταν ο ηθοποιός δεν διαθέτει μια αντίστοιχη εμπειρία ή όταν η μνήμη στην οποία χρειάζεται να επιστρέψει είναι τραυματική; Και, κυρίως, τι συμβαίνει όταν η σύνδεση με το συναίσθημα γίνεται τόσο ισχυρή, ώστε ο ηθοποιός να χάσει την αναγκαία απόσταση από το ρόλο του; Ο ηθοποιός δεν βρίσκεται στη σκηνή μόνο για να αισθανθεί. Πρέπει ταυτόχρονα να ακούει, να παρατηρεί, να κινείται, να θυμάται, να συντονίζεται με τους συμπρωταγωνιστές του, να αντιλαμβάνεται το χώρο και το χρόνο της παράστασης. Χρειάζεται να βρίσκεται μέσα στο συναίσθημα, χωρίς να βουλιάζει μέσα σ’ αυτό.
Εδώ συναντούμε μια από τις πιο ουσιαστικές αναλογίες με την ψυχοθεραπεία. Ο θεραπευτής χρειάζεται να συμμετέχει συγκινησιακά στη θεραπευτική σχέση. Αν παραμένει συναισθηματικά αμέτοχος η θεραπευτική συνάντηση κινδυνεύει να μετατραπεί σε ψυχρή, στείρα ή μηχανιστική εφαρμογή γνώσεων και τεχνικών. Αν από την άλλη ταυτιστεί με τον πόνο, το φόβο ή την απελπισία του άλλου, κινδυνεύει να χαθεί μέσα στις αφηγήσεις, χάνοντας τα όρια του ρόλου του. Μπορεί κατά συνέπεια να αγχωθεί, να εξαντληθεί, να αποστασιοποιηθεί ή να σπεύσει να ανακουφίσει τον θεραπευόμενο, όχι επειδή αυτό χρειάζεται η θεραπευτική διεργασία, αλλά επειδή ο ίδιος δυσκολεύεται να αντέξει την οδύνη του.
Το παραπάνω δίπολο μεταξύ συναισθηματικής απόστασης και συγχώνευσης μάς οδηγεί σε μια κρίσιμη μετάβαση, αυτής από την ταύτιση στην ενσυναίσθηση και, ακόμη περισσότερο, από την ενσυναίσθηση στη φαντασία. Ο θεραπευτής δεν μπορεί πραγματικά να αισθανθεί ακριβώς αυτό που αισθάνεται ο άλλος. Μπορεί όμως να πλησιάσει τον κόσμο του, να τον ακούσει, να τον παρατηρήσει και να χρησιμοποιήσει τη φαντασία του για να υποθέσει πώς είναι να βρίσκεται κανείς στη θέση του. Η φαντασία, έτσι, δεν είναι φυγή από την πραγματικότητα, αλλά ένας τρόπος προσέγγισης μιας πραγματικότητας που δεν είναι δική του.
Όταν το σώμα προηγείται του συναισθήματος
Στην εξέλιξη της σκέψης του, ο Στανισλάφσκι απομακρύνθηκε σταδιακά από την αποκλειστική έμφαση στη συναισθηματική μνήμη και στράφηκε περισσότερο προς τη σωματική δράση. Δεν χρειάζεται πάντοτε, υποστήριξε, να αναζητούμε πρώτα το συναίσθημα για να οδηγηθούμε στην πράξη. Μπορούμε να ξεκινήσουμε από την πράξη και, μέσα από αυτήν, να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε να αναδυθεί το συναίσθημα. Το σώμα παύει έτσι να είναι απλώς το μέσο έκφρασης ενός ήδη διαμορφωμένου εσωτερικού κόσμου και συμμετέχει ενεργά στη δημιουργία του.
Η σκέψη αυτή συναντά με ιδιαίτερα γόνιμο τρόπο την έννοια της σωματικότητας στην ψυχοθεραπεία. Στη θεραπευτική συνάντηση δεν υπάρχουν μόνο δύο άνθρωποι που ανταλλάσσουν λέξεις και νοήματα. Υπάρχουν δύο σώματα στον ίδιο πραγματικό ή συμβολικό χώρο. Υπάρχουν βλέμματα, σιωπές, αναπνοές, εντάσεις, αποστάσεις, κινήσεις, ακινησίες. Το σώμα του θεραπευόμενου μιλά πριν ακόμη μετατρέψει τις σκέψεις του σε λέξεις. Αλλά και το σώμα του θεραπευτή συμμετέχει στη συνάντηση, καθώς αντιδρά, αισθάνεται και εκπέμπει πληροφορίες. Η σωματικότητα, επομένως, δεν είναι άλλη μία θεραπευτική τεχνική, αλλά ένας τρόπος ύπαρξης, όπου ο θεραπευτής συμμετέχει στη συνάντηση, χωρίς να χάνει τη θέση του μέσα σε αυτή.
Ο στόχος και ο υπερ-στόχος
Η σωματική δράση, ωστόσο, στον Στανισλάφσκι δεν είναι τυχαία. Κάθε πράξη υπηρετεί έναν σκοπό. Ο ήρωας κάτι επιθυμεί, όπως να πλησιάσει κάποιον, να τον πείσει, να τον αποφύγει, να προστατευτεί, να αγαπηθεί, να φύγει. Πίσω όμως από τους επιμέρους στόχους υπάρχει ένας ευρύτερος προσανατολισμός, ένας υπερ-στόχος που διατρέχει ολόκληρο το έργο και δίνει συνοχή στις πράξεις του ήρωα.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει στην ψυχοθεραπεία, κατ’ αντιστοιχία δηλαδή ο θεραπευόμενος έρχεται συνήθως με συγκεκριμένα αιτήματα. Θέλει να μειώσει το άγχος του, να ξεπεράσει ένα χωρισμό, να αλλάξει τη σχέση του με τον σύντροφό του, να βάλει όρια στους γονείς του, να αντιμετωπίσει μια φοβία, να διαχειριστεί καλύτερα το θυμό του. Αυτοί είναι πραγματικοί και σημαντικοί στόχοι, καθώς όμως η θεραπεία προχωρά, πίσω από αυτά αρχίζει συχνά να διακρίνεται ένα βαθύτερο ερώτημα, «ποιος πραγματικά θέλω να είμαι;».
Εδώ θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε το θεραπευτικό υπερ-στόχο. Κι όχι βέβαια ως ένα στόχο που αποφασίζει ο θεραπευτής για το θεραπευόμενο αλλά ως τη σταδιακή αναζήτηση μιας προσωπικής υπαρξιακής αλήθειας. Οι επιμέρους θεραπευτικοί στόχοι αποκτούν έτσι συνοχή και γίνονται διαφορετικές εκφράσεις μιας ευρύτερης εξελικτικής διεργασίας. Δεν αποτελούν επομένως ανεξάρτητα προβλήματα προς επίλυση, αλλά διαφορετικές εκφράσεις μιας ευρύτερης εξελικτικής πορείας προς την σύνθεση ενός υπαρξιακού εαυτού.
Το «μαγικό αν»
Σε αυτό το σημείο αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον το περίφημο «μαγικό αν» του Στανισλάφσκι. Ο ηθοποιός δεν χρειάζεται να έχει ζήσει όσα έχει ζήσει ο ήρωας. Χρειάζεται να αναρωτηθεί «τι θα έκανα εγώ, αν βρισκόμουν σε αυτές τις συνθήκες;». Το «αν» δημιουργεί έναν ενδιάμεσο χώρο που δεν απαιτεί από τον ηθοποιό ούτε να γίνει ο χαρακτήρας ούτε να παραμείνει έξω από αυτόν, αλλά του επιτρέπει να πλησιάσει μια ξένη εμπειρία χρησιμοποιώντας τη φαντασία του.
Αυτή ακριβώς η ιδέα μπορεί να γίνει πολύτιμη και για τον θεραπευτή. Αν είχε μεγαλώσει σε αυτή την οικογένεια; Αν είχε ζήσει με αυτόν το φόβο; Αν αυτό που σήμερα του φαίνεται παράλογο ήταν κάποτε ο μόνος διαθέσιμος τρόπος για να προστατευτεί; Αν η σιωπή αυτού του ανθρώπου δεν είναι αδιαφορία αλλά ο τρόπος με τον οποίο έμαθε να επιβιώνει; Αν η επιθετικότητά του κρύβει έναν τρόμο που δεν βρήκε ποτέ τις λέξεις να ειπωθεί;
Το «αν» δεν σημαίνει ότι γνωρίζω τι αισθάνεται ο άλλος. Ξεκινά ακριβώς από την παραδοχή ότι δεν γνωρίζω. Και επειδή δεν γνωρίζω μπορώ να φανταστώ. Η φαντασία γίνεται έτσι μια πράξη σεβασμού της ετερότητας. Δεν καταλαμβάνω τη θέση του άλλου, αλλά δημιουργώ μέσα μου αρκετό χώρο ώστε να μπορέσω να την πλησιάσω χωρίς να την οικειοποιηθώ.
Από την τεχνική στην ψυχοδιανόηση
Ο Στανισλάφσκι ήταν από τους πρώτους που προσπάθησαν να συστηματοποιήσουν, πέρα από τη σωματική και φωνητική εκπαίδευση του ηθοποιού και τις εσωτερικές διεργασίες που απαιτεί η υποκριτική τέχνη. Μέχρι τότε, η εκπαίδευση επικεντρωνότανε στην κίνηση, στην άρθρωση, στη χειρονομία, στον τονισμό. Ο Στανισλάφσκι έθεσε στο κέντρο και την ψυχοδιανόηση του ηθοποιού, τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο σκέφτεται, αισθάνεται, φαντάζεται και βιώνει το ρόλο.
Αντιστοίχως μπορούμε να εκπαιδεύσουμε ένα θεραπευτή στη θεωρία, στις τεχνικές, στις παρεμβάσεις και στα εργαλεία. Όλα αυτά είναι απαραίτητα, αλλά δεν επαρκούν, γιατί το βασικό εργαλείο της ψυχοθεραπείας παραμένει ο ίδιος ο θεραπευτής. Επομένως, η εκπαίδευσή του δεν αφορά μόνο το τι κάνει, αλλά και το ποιος γίνεται καθώς εκπαιδεύεται. Πώς στέκεται απέναντι στον πόνο; Πόσο αντέχει να μη γνωρίζει; Πώς αντιδρά στην απόρριψη, στην εξιδανίκευση, στην εξάρτηση ή στην επιθετικότητα; Πώς χρησιμοποιεί την αυθεντία που του αποδίδει ο θεραπευόμενος; Πώς συναντά τη διαφορετικότητα χωρίς να προσπαθεί να τη μετατρέψει σε κάτι οικείο;
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η εκπαίδευση στην ψυχοθεραπεία χρειάζεται να έχει τη μορφή μαθητείας και όχι απλώς κατάρτισης.
Η σκηνική αλήθεια και η αυθεντικότητα του θεραπευτή
Ο μεγάλος στόχος του ηθοποιού, για τον Στανισλάφσκι, είναι η σκηνική αλήθεια. Η σκηνή είναι προ-κατασκευασμένη, το έργο είναι γνωστό, οι διάλογοι είναι γραμμένοι, οι χαρακτήρες έχουν στηθεί υπό το βλέμμα του σκηνοθέτη. Κι όμως, μέσα σε αυτή την κατασκευασμένη συνθήκη, πρέπει να συμβεί κάτι αληθινό και ίσως αναπάντεχο. Στη θεραπευτική συνάντηση, το αντίστοιχο της σκηνικής αλήθειας ξεκινά από την αυθεντικότητα του θεραπευτή. Αυθεντικότητα δεν σημαίνει ότι ο θεραπευτής εκφράζει ανεπεξέργαστα οτιδήποτε αισθάνεται.
Σημαίνει ότι δεν κρύβεται πίσω από τον επαγγελματικό του ρόλο και ότι η γνώση, η μέθοδος και η τεχνική του δεν μετατρέπονται σε προσωπείο. Για να συμβεί αυτό χρειάζεται κάτι που ο Στανισλάφσκι θεωρούσε απαραίτητο και για τον ηθοποιό, να έχει έμπνευση. Η έμπνευση, υποστήριζε, δεν έρχεται ως στιγμιαία επιφοίτηση και δεν διατάσσεται, έρχεται καθώς δημιουργούμε τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορεί να εμφανιστεί, δηλαδή μέσα από τη συνεχή και επίπονη δουλειά, την πειθαρχία, την άσκηση, την παρατήρηση και τη διαρκή καλλιέργεια.
Το ίδιο ισχύει και για το θεραπευτή, αυτό που πραγματικά θα αγγίξει τον θεραπευόμενο δεν μπορεί να προγραμματιστεί. Μπορεί όμως να αναδυθεί μέσα από την εμπειρία και την επίπονη προσωπική και επαγγελματική εργασία. Εδώ συναντούμε την έννοια του «αγγελιοφόρου θεραπευτή» της εξελικτικής συστημικής προσέγγισης. Ο θεραπευτής δεν είναι ο κάτοχος μιας αλήθειας την οποία παραδίδει στον θεραπευόμενο.
Χρειάζεται να είναι αρκετά παρών, αρκετά διαθέσιμος και αρκετά ελεύθερος ώστε, όταν μέσα στη θεραπευτική σχέση αναδυθεί κάτι ουσιαστικό, να μπορέσει να το αναγνωρίσει και να του δώσει μορφή και λόγο. Αυτό απαιτεί κάτι πολύ περισσότερο από επαγγελματική επάρκεια. Απαιτεί έναν άνθρωπο που εξακολουθεί να εργάζεται πάνω στη δική του ζωή. Έναν άνθρωπο που καλλιεργείται, που εξελίσσεται, που σχετίζεται, που συμμετέχει στο κοινωνικό γίγνεσθαι, που δοκιμάζεται, που αποτυγχάνει και ξαναπροσπαθεί.
Δεν προϋποθέτει δηλαδή ένα «τέλειο» θεραπευτή, αλλά έναν ζωντανό άνθρωπο. Η ολόψυχη παρουσία δεν σημαίνει απουσία δυσκολιών και αστοχιών, σημαίνει να καλλιεργείς τη δυνατότητα να παραμένεις παρών παρά τις δυσκολίες σου και να μην απαιτείς από το θεραπευόμενο να τις φροντίσει για λογαριασμό σου.
«Αγάπα την τέχνη μέσα σου»
Υπάρχει, τέλος, μια φράση που συνδέεται με τη διδασκαλία του Στανισλάφσκι και ίσως συνοψίζει καλύτερα από οποιαδήποτε τεχνική του αυτή τη συγγένεια με την ψυχοθεραπεία: «Αγάπα την τέχνη μέσα σου κι όχι εσένα μέσα στην τέχνη». Η διάκριση είναι λεπτή αλλά θεμελιώδης. Άλλο να αγαπά κανείς την ψυχοθεραπεία και άλλο να αγαπά τον εαυτό του ως ψυχοθεραπευτή. Στη δεύτερη περίπτωση ελλοχεύει πάντοτε ο κίνδυνος η θεραπεία να γίνει τόπος προσωπικής επιβεβαίωσης και να υπηρετεί την ανάγκη για άντληση αναγνώρισης, επιτυχίας, επιρροής και κύρους.
Εδώ η σκέψη του Στανισλάφσκι συναντά, με έναν παράξενα γόνιμο τρόπο, το επικούρειο «λάθε βιώσας», το οποίο έχουμε χρησιμοποιήσει στην εξελικτική συστημική προσέγγιση ως μια από τις αρχές που μπορούν να προστατεύσουν τον θεραπευτή. Να ασκείς την ψυχοθεραπεία χωρίς να χρειάζεται διαρκώς να φαίνεσαι μέσα από αυτή. Να επιτρέπεις στον θεραπευόμενο να εξελιχθεί χωρίς η εξέλιξή του να επιβεβαιώνει τη δική σου αξία. Να αντέχεις κάποτε ο θεραπευόμενος να μη σε χρειάζεται άλλο, κ.ο.κ.
Κάν’ το όπως ο Στανισλάφσκι
Η ουσιαστικότερη σύνδεση του Στανισλάφσκι με την ψυχοθεραπεία δεν βρίσκεται σε κάποια συγκεκριμένη τεχνική, αλλά σε μια στάση ζωής που διαμηνύει «μην παριστάνεις τον θεραπευτή, να είσαι θεραπευτής». Μη μιμείσαι την ενσυναίσθηση, άφησε τη φαντασία να σε οδηγήσει προς την εμπειρία του άλλου, γνωρίζοντας ότι ποτέ δεν θα γίνει απολύτως δική σου. Μην αναζητάς μόνο το συναίσθημα, παρατήρησε τη δράση, το σώμα, τη σιωπή και τις αλληλεπιδράσεις. Μην εγκλωβίζεσαι στους επιμέρους θεραπευτικούς στόχους, αναζήτησε μαζί με τον θεραπευόμενο τον βαθύτερο υπαρξιακό άξονα που τους συνδέει. Μην περιμένεις την έμπνευση, εργάσου για να δημιουργήσεις τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορεί να εμφανιστεί. Και, κυρίως, μην αγαπάς τον εαυτό σου μέσα στο ρόλο περισσότερο από την ίδια την τέχνη που υπηρετείς.
Ο ηθοποιός σύμφωνα με τον Στανισλάφσκι γνωρίζει ότι βρίσκεται πάνω στη σκηνή, αλλά, για να υπάρξει «θέατρο», πρέπει για όσο διαρκεί η παράσταση να ζει πραγματικά μέσα σε αυτή. Ο θεραπευτής γνωρίζει επίσης ότι βρίσκεται μέσα σε μια θεραπευτική συνθήκη, με ρόλους, όρια και κανόνες. Για να υπάρξει όμως «ψυχοθεραπεία», δεν αρκεί να εκτελέσει σωστά το ρόλο του, αλλά να επιτρέψει την ουσιαστική συνάντηση με τον άλλο.
Αυτό θα μπορούσε να είναι το κοινό «μυστικό» της υποκριτικής και της ψυχοθεραπείας, η στάση δηλαδή του να είσαι αρκετά κοντά ώστε να συγκινείσαι και αρκετά ελεύθερος ώστε να μπορείς ακόμη να παρατηρείς, να συμμετέχεις χωρίς να χάνεσαι και να γνωρίζεις την τεχνική τόσο καλά, ώστε την κρίσιμη στιγμή να μπορείς ακόμη και να την παραμερίσεις. Σε αυτή την περίπτωση, μέσα σε μια δομημένη συνθήκη -είτε μια θεατρική σκηνή είτε ένα ψυχοθεραπευτικό δωμάτιο- μπορεί να συμβεί κάτι που δεν ήταν εκ των προτέρων προδιαγεγραμμένο, να συμβεί κάτι αληθινό.
Βιβλιογραφία
- Γιαννούσης, Γ. (2021). Βιωματικός οδηγός ψυχοθεραπείας – Η εξελικτική συστημική προσέγγιση. Αρμός.
- Γιαννούσης, Γ. (2025). «Βλέπεις τον κόσμο όπως είναι ή όπως είσαι;» από το συλλογικό βιβλίο «Η Ψυχολογία είναι ο Κόσμος μας». Σταφυλίδης.
- Γιαννούσης, Γ. (2026). Είμαστε το σώμα μας – Απ’ τη σωματοποίηση στη σωματικότητα. www. nhmacenter.gr
- Γιαννούσης, Γ. (2022). Εκπαίδευση στην ψυχοθεραπεία: Τέχνη ή τεχνική, εκπαίδευση ή μαθητεία; www. nhmacenter.gr
- Μουρ, Σ. (2001). Το σύστημα Στανισλάβσκι: Η επαγγελματική εκπαίδευση του ηθοποιού (μτφρ. Α. Τσάκας). Παρασκήνιο.
- Στανισλάφσκι, Κ. (2006). Ένας ηθοποιός δημιουργείται (μτφρ. Α. Νίκας). Γκόνης.
- Στανισλάφσκι, Κ. (2006). Πλάθοντας ένα ρόλο (μτφρ. Α. Νίκας). Γκόνης.
- Στανισλάφσκι, Κ. (1980). Η ζωή μου στην τέχνη (2 τόμοι, μτφρ. Α. Νίκας). Γκόνης.
[1] Ο Κονσταντίν Σεργκέγεβιτς Αλεξέγιεφ (Καλλιτεχνικό Όνομα: Στανισλάφσκι) (1863-1938) ήταν σκηνοθέτης και πρωτοπόρος της υποκριτικής του ρωσικού θεάτρου, εισήγαγε τη μέθοδο Στανισλάφσκι, μια μεγάλη καινοτομία στην υποκριτική, η οποία επηρρέασε την θεατρική εκπαίδευση και τη σκηνική παρουσία των ηθοποιών σε ολόκληρο τον κόσμο.
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου