Εισαγωγή
Για αιώνες η γνώση αποτελούσε έναν τρόπο σύνδεσης του ανθρώπου με τον κόσμο. Η παρατήρηση της φύσης, η συλλογική εμπειρία της κοινότητας, η εργασία, η τέχνη και η φιλοσοφική αναζήτηση λειτουργούσαν ως δρόμοι κατανόησης της πραγματικότητας. Ο άνθρωπος γνώριζε επειδή συμμετείχε βιωματικά στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Η γνώση δεν ήταν ένα σύνολο δεδομένων που απλά αποθηκεύονταν στη μνήμη, αλλά μια ζωντανή σχέση ανάμεσα στο υποκείμενο και τον κόσμο.
Σήμερα φαίνεται να συντελείται μια βαθιά μετατόπιση, όπου η γνώση συχνά ταυτίζεται με τη συσσώρευση πληροφοριών. Κι αυτή η πρόσβαση σε αμέτρητα δεδομένα δημιουργεί μια ψευδαίσθηση κατανόησης, ενώ στην πραγματικότητα ο άνθρωπος ενδέχεται να απομακρύνεται από την άμεση εμπειρία της γνώσης του κόσμου που τον περιβάλλει. Γνωρίζει περισσότερα, αλλά βιώνει λιγότερα, πληροφορείται διαρκώς, αλλά συχνά δυσκολεύεται να αισθανθεί.
Η μεταβολή αυτή αφορά πολλούς τομείς της καθημερινότητας, από την εκπαίδευση την τεχνολογία, την εργασία, την ψυχαγωγία και διαπερνά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, τις σχέσεις μας και, τελικά, τον τρόπο με τον οποίο ασκείται και η τέχνη μου … η ψυχοθεραπεία.
Η μετάβαση από το βίωμα στην πληροφορία
Οι παραδοσιακές κοινωνίες θεμελίωναν τη γνώση γύρω από τη συμμετοχή. Ο γεωργός γνώριζε τη γη επειδή την καλλιεργούσε, ο ναυτικός γνώριζε τη θάλασσα επειδή ταξίδευε πάνω της κι ο τεχνίτης γνώριζε το υλικό του επειδή το άγγιζε καθημερινά.
Στη σύγχρονη εποχή η γνώση μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε αναπαράσταση της πραγματικότητας. Μαθαίνουμε για το φυσικό περιβάλλον χωρίς να το κατανοούμε, ενώ αντίστοιχα ενημερωνόμαστε για τα συναισθήματα χωρίς να τα βιώνουμε και γνωρίζουμε τις θεωρίες της επικοινωνίας δίχως να επικοινωνούμε πραγματικά με τον άλλο.
Ο ψηφιακός πολιτισμός ενισχύει αυτή τη διαδικασία, αφού η οθόνη λειτουργεί ως ενδιάμεσος πόλος ανάμεσα στον άνθρωπο και στον κόσμο. Η εμπειρία αντικαθίσταται από την εικόνα, το γεγονός από την είδηση και η γνώση από την πληροφορία.
Έτσι, ενώ η πληροφορία στην εποχή μας τρέχει περισσότερο από κάθε άλλη περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας, πολλοί άνθρωποι βιώνουν πρωτοφανή αισθήματα άγνοιας, αποξένωσης, κενού και έλλειψης νοήματος.
Επιπλέον η καινοτόμα διείσδυση της τεχνητής νοημοσύνης δημιουργεί μια καινούργια διάσταση περί της αλήθειας της πληροφορίας κι εν τέλει της ίδιας της πραγματικότητας. Η δημόσια σφαίρα μεταβάλλεται σε ένα αλγοριθμικό πεδίο όπου η αλήθεια μετριέται εν κρυπτώ και η επικοινωνία διεξάγεται με την ηχηρή απουσία των αισθήσεων και των συναισθημάτων.
Ταυτόχρονα ο ψυχισμός του ανθρώπου συρρικνώνεται συμπαρασύροντας και τις κοινωνικο-πολιτικές του διαστάσεις. Μέσα στην ψηφιακή πολλαπλότητα των επιλογών ο άνθρωπος βιώνει μια απέραντη μοναξιά και οδηγείται σε ένα είδος χειραγώγησης ή αλλιώς γίνεται θύμα μιας παράδοξης ψηφιακής εθελοδουλίας.
Η λησμονημένη σοφία των αισθήσεων
Η πρώτη μας σχέση με τον κόσμο δεν είναι γνωστική αλλά αισθητηριακή. Πριν μάθουμε να ονομάζουμε τα πράγματα, τα αγγίζουμε, πριν κατανοήσουμε θεωρητικά την αγάπη, τη νιώθουμε και πριν διατυπώσουμε φιλοσοφικές έννοιες για την ύπαρξη, υπάρχουμε βιωματικά μέσα στον κόσμο που μας περιβάλλει. Ο άνθρωπος δεν στέκεται απέναντι από τον κόσμο ως ουδέτερος παρατηρητής, καθώς βρίσκεται ήδη μέσα σε αυτόν. Στον βαθμό που η σύγχρονη κουλτούρα απομακρύνει τον άνθρωπο από τη σωματική και αισθητηριακή του εμπλοκή με την πραγματικότητα, περιορίζει αντιστοίχως και την ικανότητά του να βιώνει τον εαυτό του με πληρότητα και νόημα.
Παραδόξως, όσο περισσότερο ψηφιοποιείται η ζωή μας, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη επιστροφής στις αισθήσεις. Η βόλτα στη φύση, η φυσική παρουσία του άλλου, το άγγιγμα, η χειρωνακτική δημιουργία, η σιωπή, η παρατήρηση του τοπίου αποκτούν μια νέα αξία. Όχι ως νοσταλγία ενός χαμένου παρελθόντος, αλλά ως αναγκαίες προϋποθέσεις της ψυχικής μας ισορροπίας.
Οι παραπάνω διαπιστώσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία και για την άσκηση της ψυχοθεραπείας. Πολλοί θεραπευόμενοι προσέρχονται σήμερα με αξιοσημείωτη γνώση για τον εαυτό τους. Έχουν διαβάσει βιβλία, έχουν παρακολουθήσει βίντεο, γνωρίζουν πολλούς ψυχολογικούς όρους και έχουν ενδεχομένως τοποθετήσει τον εαυτό τους σε κάποια διαγνωστική κατηγορία. Επίσης, μπορούν να περιγράψουν με ακρίβεια τα μοτίβα τους, τα τραύματά τους και τις δυσκολίες τους. Τέλος, η τεχνητή νοημοσύνη τους δίνει τη δυνατότητα να διευρύνουν τη γνώση για όλα τα παραπάνω δίχως όρια. Όμως παρότι έχουν όλα τα παραπάνω, συχνά εξακολουθούν να υποφέρουν από διάφορα ψυχοσωματικά συμπτώματα. Η εξήγηση βρίσκεται στο γεγονός ότι η κατανόηση δεν ταυτίζεται με τη μεταμόρφωση. Η πληροφορία δεν είναι εμπειρία και η γνώση ενός συναισθήματος δεν ισοδυναμεί με τη βίωσή του.
Ένας άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει θεωρητικά ότι φοβάται την εγκατάλειψη χωρίς να έχει επιτρέψει στον εαυτό του να νιώσει πραγματικά αυτόν το φόβο. Μπορεί να γνωρίζει ότι χρειάζεται να θέσει όρια χωρίς να έχει βιώσει τη συγκίνηση και την αγωνία που νιώθει κάποιος/α που τα βάζει. Η θεραπεία δεν συντελείται όταν ο άνθρωπος αποκτά νέες πληροφορίες για τον εαυτό του, αλλά όταν αποκτά μια νέα σχέση με τις ήδη υπάρχουσες εμπειρίες του.
Η ψυχοθεραπεία κινδυνεύει και η ίδια να παγιδευτεί στη λογική της πληροφορίας. Όταν αναλώνεται αποκλειστικά σε αναλύσεις, ερμηνείες ή στη γνωστική επεξεργασία του συμπτώματος, μπορεί να χάσει τη ζωντανή διάσταση της θεραπευτικής σχέσης. Ο θεραπευτής δε χρειάζεται να μπει στην αγωνία να συναγωνιστεί την τεχνητή νοημοσύνη (θα χάσει έτσι κι αλλιώς). Ο θεραπευτικός χώρος καλείται να παραμείνει ένας τόπος όπου ο άνθρωπος ξαναμαθαίνει να αισθάνεται, να παρατηρεί το σώμα του, να αφουγκράζεται τις εσωτερικές του διεργασίες και συνδέεται λειτουργικά.
Η θεραπευτική αλλαγή πολλές φορές συμβαίνει σε στιγμές που δεν παράγεται νέα πληροφορία, αλλά όταν ο θεραπευόμενος νιώθει για πρώτη φορά ασφαλής, όταν συγκινείται, όταν αντέχει να μείνει σε ένα δύσκολο συναίσθημα κι όταν κατανοεί τον εαυτό του χωρίς τις άμυνες του. Πρόκειται για μορφές γνώσης που δεν μπορούν να αποθηκευτούν σε αρχεία ούτε να αναζητηθούν σε μηχανές αναζήτησης. Είναι μορφές γνώσης που αποκτώνται μόνο μέσω της εμπειρίας.
Ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα της σύγχρονης ψυχοθεραπείας είναι η αποκατάσταση της σχέσης του ανθρώπου με τη βιωμένη πραγματικότητα. Η προσοχή στην αναπνοή, στις αισθήσεις, στις σωματικές αντιδράσεις, στη συναισθηματική εμπειρία και στην ποιότητα της σχέσης θεραπευτή-θεραπευόμενου δεν αποτελούν απλώς τεχνικές, αλλά αντιπροσωπεύουν μια διαφορετική αντίληψη για τη γνώση. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, ο άνθρωπος δεν θεραπεύεται επειδή μαθαίνει κάτι καινούργιο, αλλά επειδή κατανοεί με νέο τρόπο αυτό που είναι ήδη. Η αλήθεια που αναζητά ο άνθρωπος δεν βρίσκεται μόνο στις έννοιες, αλλά και στην αναπνοή, στο βλέμμα, στη σιωπή, στη συγκίνηση, στην επαφή.
Επίλογος
Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από μια πρωτοφανή αφθονία πληροφοριών και, ταυτόχρονα, από μια αυξανόμενη δίψα για αυθεντική εμπειρία. Όσο η γνώση μετατρέπεται σε δεδομένο, τόσο γίνεται πιο τρανταχτή αναγκαιότητα η στροφή προς την πείρα και τη σοφία. Δύο έννοιες που γεννιούνται εκεί όπου ο άνθρωπος δεν παρατηρεί απλώς τον κόσμο αλλά συμμετέχει σε αυτόν. Η ψυχοθεραπεία μπορεί να αποτελέσει έναν από τους λίγους χώρους της σύγχρονης κοινωνικής ζωής που η γνώση ξαναβρίσκει το αρχικό της νόημα, φεύγει δηλαδή από την απλή συσσώρευση πληροφοριών και πηγαίνει προς τη βαθύτερη σχέση με τον εαυτό, τον άλλον και τον κόσμο.
Κατ’ αυτή την έννοια η μεγαλύτερη πρόκληση του ψηφιακού πολιτισμού δεν είναι να αποκτήσουμε περισσότερη γνώση, αλλά να ξαναμάθουμε να βιώνουμε όσα ζούμε κι αυτό γιατί ο άνθρωπος δεν αλλάζει όταν πληροφορείται περισσότερο, αλλά όταν συναντά βαθύτερα την πραγματικότητα της ύπαρξής του κι όταν εναρμονίζεται το μέσα με το έξω του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου